ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η Ελίφ Σαφάκ, πολυβραβευμένη Τουρκοβρετανίδα συγγραφέας, με 17 βιβλία στο ενεργητικό της, ακτιβίστρια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ελευθερίας έκφρασης, των γυναικών και των μειονοτήτων στην Τουρκία, έχει αποκτήσει διεθνή φήμη, αλλά έχει υποστεί και διώξεις, καθώς δεν διστάζει να θίξει θέματα ταμπού, όπως η αρμενική γενοκτονία. Σε λίγες ημέρες κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός το μυθιστόρημα «Ο μαθητευόμενος αρχιτέκτονας» με το οποίο μας μεταφέρει στον εξωτικό, αλλά και σκληρό, βάναυσο, κόσμο των οθωμανικών παλατιών και χαρεμιών, των ευνούχων και των αρχιτεκτόνων που έθεσαν τα θεμέλια για μερικά από τα σημαντικότερα αριστουργήματα της οθωμανικής αρχιτεκτονικής. Σήμερα η «Κ» προδημοσιεύει χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο.

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

«Κανένας δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα πόσες ψυχές κατοικούσαν μέσα από τα τείχη του παλατιού. Ο Τάρας ο Σιβήριος, που είχε ζήσει στον κόσμο πιο πολύ απ’ όσο μπορούσε να θυμηθεί κανείς, είπε πως ήταν τόσες όσες και τ’ αστέρια του ουρανού, οι τρίχες στη γενειάδα του προσκυνητή, τα μυστικά που πλανιόνταν με τους λόντος*. Αλλοι πίστευαν πως ήταν τουλάχιστον τέσσερις χιλιάδες. Μερικές φορές ο Τζαχάν έπιανε τον εαυτό του να κοιτάζει τις γιγάντιες πύλες που τους χώριζαν από τους εσωτερικούς περιβόλους και ν’ αναρωτιέται τι είδους άνθρωποι ζούσαν στην άλλη πλευρά.

Δεν ήταν ο μόνος που φλεγόταν από περιέργεια. Ολοι οι δαμαστές ζώων που γνώριζε κουτσομπόλευαν ψιθυριστά τους ποικίλους ενοίκους του παλατιού – τον επικεφαλής των ζαχαροπλαστών που έφτιαχναν τον χαλβά, τον αρχιτελετάρχη, τους δοκιμαστές που γεύονταν όλα τα πιάτα προτού φτάσουν στο τραπέζι του ηγεμόνα. Λαχταρώντας να μάθουν περισσότερα γι’ αυτούς, οι δαμαστές κουτσομπόλευαν πολύ στα σοβαρά, απολαμβάνοντας όλο το κουβεντολόι, που ήταν γλυκό σαν καραμελωμένη ζάχαρη στο στόμα τους. Πάνω απ’ όλα, τους γοήτευαν οι παλλακίδες και οι οδαλίσκες. Το γεγονός ότι ήταν αθέατες σε όλους τους άνδρες, εκτός από τον Σουλτάνο και τους ευνούχους, επέτρεπε στους δαμαστές να τις φαντάζονται με όποιον τρόπο ήθελαν. Με τον νου τους μπορούσαν να ζωγραφίζουν ελεύθερα τα πρόσωπα των γυναικών, ανέκφραστα και γεμάτα υποσχέσεις, σαν άγραφες περγαμηνές. Κανένας δεν μπορούσε να κουτσομπολεύει τις ευνοούμενες του Σουλτάνου, ούτε καν ψιθυριστά, εκτός κι αν ήταν η Σουλτάνα, που όλοι έδειχναν να τη μισούν κι ένιωθαν πως είχαν δίκιο να τη συκοφαντούν.


Το εξώφυλλο του βιβλίου που θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Είχαν ακούσει ένα σωρό ιστορίες για το χαρέμι, κάποιες ήταν αληθινές, οι περισσότερες φανταστικές. Τις πύλες του φρουρούσαν μαύροι ευνούχοι οι οποίοι είχαν μουνουχιστεί τόσο άγρια, που μπορούσαν να ουρούν μόνο με τη βοήθεια ενός σωλήνα που κουβαλούσαν στο ζωνάρι τους. Αφότου το Ισλάμ απαγόρευσε κάθε είδους ευνουχισμό, χριστιανοί και Εβραίοι διακινητές προσλάμβαναν σκλάβους εμπόρους να κάνουν τη δουλειά τους αλλού. Αιχμαλώτιζαν αγόρια από τα πιο απομακρυσμένα μέρη της Αφρικής και τα μουνούχιζαν. Οσα επιζούσαν αγοράζονταν από το παλάτι και στέλνονταν με καράβι στην Ιστανμπούλ. Πολλά αγόρια πέθαιναν στο ταξίδι και τα πτώματά τους ρίχνονταν στη θάλασσα. Αν ήταν τυχερά κι είχαν ταλέντο, προόδευαν. Ετσι, μια αμαρτία για την οποία κανένας δε φορτωνόταν το φταίξιμο, αν και όλοι συνέβαλλαν σ’ αυτήν, εξακολουθούσε να υφίσταται. Ο Σάνγκραμ είπε πως δεν τους αφαιρούσαν μόνο τ’ αχαμνά, αλλά πολύ συχνά και την καρδιά τους. Τη συμπόνια που εκείνοι είχαν στερηθεί στο παρελθόν τώρα την αρνιόνταν σε όλους. Αν μία παλλακίδα δοκίμαζε ν’ αποδράσει, οι ευνούχοι ήταν οι πρώτοι που θα την ξετρύπωναν.

Το χαρέμι συνέχιζε να ζει στο παλάτι, κρυμμένο αλλά ισχυρό. Το ονόμασαν νταρουσααντέ – «Σπίτι της Ευτυχίας». Ενα προς ένα τα δωμάτια και οι αίθουσές του έλεγαν πως επικοινωνούσαν με την κρεβατοκάμαρα της Βαλιντέ, της μητέρας του Σουλτάνου. Επί χρόνια, εκείνη και μόνο εκείνη επέλεγε με σχολαστικότητα ό,τι έτρωγαν, έπιναν, φορούσαν κι έκαναν κάθε μέρα εκατοντάδες γυναίκες. Ούτε ένα φλιτζάνι καφέ δεν έβραζε, ούτε ένα τραγούδι δεν τραγουδιόταν, ούτε μία παλλακίδα δεν τραβούσε το βλέμμα του Σουλτάνου χωρίς τις ευλογίες της. Ο Πρώτος Μαύρος Ευνούχος ήταν ανέκαθεν τ’ αυτιά της και τα μάτια της. Τώρα όμως εκείνη δεν ζούσε πια. Κι όλη της η δύναμη, και πολύ περισσότερα πέρα απ’ αυτήν, είχε περάσει στα χέρια της Σουλτάνας.

Χιουρέμ ήταν το όνομά της, κι όμως πολλοί την αποκαλούσαν μάγισσα, ζάντι. Από θαυμαστές κι από εχθρούς είχε ένα σωρό. Ελεγαν πως είχε κάνει μάγια στον Σουλτάνο, δηλητηριάζοντας τη βυσσινάδα του, σκορπίζοντας μαντζούνια κάτω από το μαξιλάρι του, δένοντας τα ρούχα του με ξόρκια τις νύχτες με πανσέληνο. Σπάζοντας μια παράδοση τριακοσίων χρόνων, ο Σουλτάνος την είχε παντρευτεί σε μια τελετή τόσο πολυτελή που ήταν ακόμα το θέμα συζήτησης σε όλες τις ταβέρνες, τα μπορντέλα και τα οπιοποτεία της πόλης. Και το αγόρι μπορεί να μην ήξερε τίποτε από ταβέρνες, μπορντέλα και οπιοποτεία, ο Σάνγκραμ όμως ήξερε και τρελαινόταν να διαδίδει κουτσομπολιά εδώ κι εκεί. Τα περισσότερα απ’ όσα γνώριζε ο Τζαχάν για ό,τι συνέβαινε μέσα κι έξω από το παλάτι από εκείνον τα είχε μάθει.

Μάγισσα ή όχι, η Σουλτάνα είχε αδυναμία στα παράξενα πράγματα κι έκανε τα πάντα προκειμένου να τα συλλέγει. Τον πιο μικρόσωμο θηλυκό νάνο της αυτοκρατορίας ή ένα μουσικό κουτί με κρυφά χωρίσματα· μια χωριατοπούλα με επιδερμίδα σαν της σαύρας ή ένα κουκλόσπιτο στολισμένο με πετράδια – τα έκανε δικά της όλα με τον ίδιο ενθουσιασμό. Καθώς αγαπούσε τα πουλιά, επισκεπτόταν συχνά το κλουβί. Ενας παπαγάλος εκεί ήταν ο αγαπημένος της –ένας μακάο με πράσινη κοιλιά και άλικα φτερά– και του είχε μάθει μια ντουζίνα λέξεις, τις οποίες το πουλί πρόφερε κρώζοντας με την άσχημη φωνή του όποτε πλησίαζε ο Σουλτάνος Σουλεϊμάν, κάνοντάς τον να χαμογελάει. Η Χιουρέμ απολάμβανε να ταΐζει τις γαζέλες και τα πουλάρια, όμως σπάνια, αν όχι ποτέ, περνούσε χρόνο με τα άγρια ζώα. Τόσο το καλύτερο, σκέφτηκε ο Τζαχάν, γιατί τη φοβόταν. Και πώς να μη φοβάται μια γυναίκα που διάβαζε τον νου κι έκλεβε ψυχές;»

* Ισχυρός άνεμος που φυσάει από τη θάλασσα. Η λέξη προέρχεται από την ελληνική «νότος» και αρχικά σήμαινε τον νότιο άνεμο. (Σ.τ.Μ.)

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ