ΘΕΑΤΡΟ

Προβληματικοί χώροι, ανύπαρκτο μπάτζετ, σκεπτικισμός

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Στον ακατάλληλο για παραστάσεις αξιώσεων ισόγειο χώρο του Θεάτρου 104 παρουσιάζεται το έργο «Κομμώτριες / Η σιωπή δεν ταιριάζει στα κομμωτήρια», με τις ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστριών να είναι απογοητευτικές.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Στον προγραμματισμό των παραστάσεων της σεζόν 2019-2020 αποτυπώνεται ξεκάθαρα, διογκούμενο, το παλιό πρόβλημα: όχι μόνο δεν αυτορρυθμίζεται η (θεατρική) αγορά, αλλά σαν να έχουν χαθεί οριστικά τα κριτήρια που επιτρέπουν στους καλλιτέχνες του θεάτρου να κρίνουν, πρώτοι απ’ όλους, εάν αυτό που αποφασίζουν να παρουσιάσουν έχει θέση, λόγο, αξία που θα συγκινήσει ένα κοινό παθιασμένο μεν για θέατρο αλλά κορεσμένο από την υπερπροσφορά. Σαν να ξεχνούν ότι η επικοινωνία με τους θεατές είναι εξίσου σημαντική με την ανάγκη τους να εκφραστούν και ότι δίπλα τους υπάρχουν εκατοντάδες καλλιτέχνες που διεκδικούν με το ταλέντο και το έργο τους την προσοχή των ίδιων ανθρώπων.

Κάποτε υπήρχε στην Ιπποκράτους το θέατρο Γκλόρια, στο ίδιο κτίριο με το θέατρο Διάνα – δύο θέατρα με σαφή εμπορικό χαρακτήρα. Πριν από λίγα χρόνια, ένας δεύτερος μικροσκοπικός χώρος διαμορφώθηκε: το Μικρό Γκλόρια. Με χωρητικότητα 50-60 θέσεων και σκηνικό χώρο απολύτως περιορισμένων διαστάσεων και δυνατοτήτων, ποια ανάγκη ήρθε να καλύψει; Αγνωστο. Εκεί παρουσιάζεται το «Hotel Marina» που έγραψαν ο Ηλίας Πολλάτος, ο Γεράσιμος Μιχελής και η Σέβη Ματσακίδου. Η ιστορία τους εξελίσσεται σε ένα άλλοτε ξενοδοχείο ημιδιαμονής, όπου συναντιούνται πρώην θαμώνες (ένα παντρεμένο ζευγάρι και μία τρανς), η άλλοτε ιδιοκτήτριά του και νυν υπάλληλος καθαριότητας, η ρεσεψιονίστ και ο μπάρμαν. Εξ αυτών μόνο οι δύο τελευταίοι δεν έχουν αναμνήσεις από το παλιό ξενοδοχείο. Οι άλλοι θυμούνται, συγκρίνουν το άλλοτε με το τώρα τους, συζητούν, εξομολογούνται. Το ζευγάρι δεν μπορεί να κάνει παιδί, η τρανς λαχταράει να δει την κόρη της αλλά η πρώην σύζυγος έχει πάρει το παιδί μακριά, η καθαρίστρια έχει χάσει το δικό της παιδί και μαζί το ξενοδοχείο. Από τους δύο νέους, η γυναίκα ενδιαφέρεται μόνο να προχωρήσει επαγγελματικά, ο δε μπάρμαν προσπαθεί να καταλάβει γιατί δεν μπορεί να πει στην κοπέλα του «σ’ αγαπώ».

Το έργο έχει πολλές αδυναμίες. Μεταξύ άλλων, η συνθήκη των συμπτώσεων είναι τελείως τεχνητή, το ψυχόδραμα της τρανς που «παρά την απόρριψη, κατάφερε να γίνει αυτό που είναι» έχει πλέον καταστεί μπανάλ (λόγω και της συχνότητας με την οποία καλούμαστε πια να «πάρουμε θέση»), οι σκηνές που φιλοδοξούσαν να είναι κωμικές, δεν ήταν, και όσο για τη σκηνή που ο θίασος τραγουδά και ψιλοχορεύει, το «Badida De Coco» της Αρλέτας δεν βοηθά να ανεβεί η θερμοκρασία και να κρυφτεί η αμηχανία. Ο ηθοποιός Χρήστος Σουγάρης, ο οποίος ανέλαβε τη σκηνοθεσία, δεν μπόρεσε να καθοδηγήσει ικανοποιητικά τους νέους ηθοποιούς (Σωτήρης Χατζηαγόρου, Διονυσία Σακελλαρίου, Μυρτώ Γκόνη) και από τους έμπειρους του σχήματος (Γεράσιμος Μιχελής, Μαίρη Σαουσοπούλου, Διονύσης Μπουλάς) σαφώς ξεχωρίζει αυτή η σπουδαία ηθοποιός, η Μαίρη Σαουσοπούλου. Σκηνικό δεν υπάρχει (πού να χωρέσει, άλλωστε;), έλλειμμα που τα ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα δεν καλύπτουν.

Ακατάλληλος για παραστάσεις αξιώσεων είναι και ο ισόγειος χώρος του θεάτρου 104. Εκεί παρουσιάζεται το έργο «Κομμώτριες/Η σιωπή δεν ταιριάζει στα κομμωτήρια» της ηθοποιού, σεναριογράφου και σκηνοθέτιδος Μαριτίνας Πάσσαρη: συζητήσεις δύο κομμωτριών οι οποίες, απολύτως αφύσικα, επικεντρώνονται στη ζωή και στις σχέσεις της νεοπροσληφθείσας, μαθητευόμενης, Μόνικας. Κάτι περίεργο συμβαίνει με τη Μόνικα και τους δύο άνδρες που ζουν μαζί της – μοιάζουν μαφιόζοι. Οι δύο γυναίκες τους παρακολουθούν, τους  φωτογραφίζουν, αποκαλύπτεται ότι το αγόρι της μιας είχε σχέση πριν με τη Μόνικα, γίνεται λόγος για μοτέλ και πορνοταινίες μέσω των οποίων ο αδελφός της μεγαλύτερης ήθελε να βγάλει λεφτά. Στο τέλος λες «δεν είναι δυνατόν!» γιατί έργο, στήσιμο, ερμηνείες (της Μαριτίνας Πάσσαρη και της υπερκινητικής Αλεξάνδρας Χασάνι) είναι πραγματικά απογοητευτικές.

Η τρίτη περίπτωση που ενίσχυσε την απόγνωσή μου για τον τρόπο που προχωρούν τα θεατρικά πράγματα, αφορά το θέατρο Σταθμός, που διαχειρίζεται ο Μάνος Καρατζογιάννης. Κρίνοντας από τον αριθμό παραστάσεων και εκδηλώσεων που θα φιλοξενήσει τη σεζόν που μόλις άνοιξε, οι φιλοδοξίες του είναι αντιστρόφως ανάλογες των δυνατοτήτων που παρέχει ο χώρος: μικρή σκηνή και θέσεις πλατείας στις οποίες οι μετρίου ύψους απλώς δεν χωρούν.

Εκεί ο ψυχίατρος, με μακρά πορεία και έργο στη δραματοθεραπεία, Στέλιος Κρασανάκης παρουσιάζει την παράσταση «Θα πάντα εκεί… Πεθαίνω σαν χώρα». Η ιδέα της παράστασης βασίζεται σε μια επέτειο: πριν από 30 χρόνια, το 1989, ο Κρασανάκης παρουσίασε το «Πεθαίνω σαν χώρα» του Δημήτρη Δημητριάδη στο κλαμπ Ρόδον με ερμηνευτές μέλη της θεατρικής ομάδας του Κέντρου Απεξάρτησης 18 Ανω. Ηταν η πρώτη «εφαρμογή» δραματοθεραπείας που δοκίμαζε, και η καθ’ όλα θετική εμπειρία καθόρισε ώς ένα βαθμό τις επιλογές τα χρόνια που ακολούθησαν. Για την «επετειακή» παράσταση συνεργάστηκε με τον Χρήστο Σαπουντζή (που έπαιζε και στην προ 30ετίας παράσταση) και την τρανς ηθοποιό και συγγραφέα Μπέττυ Βακαλίδου. Το σκηνικό κείμενο συντέθηκε από κείμενα του Δημητριάδη με την προσθήκη κάποιων αυτοβιογραφικών αναφορών. Η δραματουργία (του Γιάννη Κωνσταντινίδη) είχε προβλήματα – σαν να έπρεπε διαφορετικά κείμενα να υπηρετήσουν ένα προεπιλεγμένο αίσθημα, ασχέτως του αν αυτό ταίριαζε στο περιεχόμενο και στα ζητήματα του θέτει, λογοτεχνικά ή/και κυριολεκτικά, ο Δημητριάδης.

Με ανύπαρκτο προϋπολογισμό παραγωγής (στοιχείο που αφορά εξίσου και τις δύο προαναφερθείσες παραστάσεις), προβλήματα ρυθμού στη σκηνική αφήγηση και δύο ηθοποιούς που «παίζουν» τον εαυτό τους, προσπαθώντας το ανέφικτο, να μιλήσουν για τον εαυτό τους μέσα από κείμενα πολύ μεγαλύτερου εύρους, η παράσταση αναζητεί ματαίως τον αποδέκτη της. Επιπλέον, το κείμενο με το οποίο κλείνει (απόσπασμα από «Το βδέλυγμα» του Δημητριάδη) είναι φύσει αταίριαστο σε ό,τι επιχειρείται. Οποιος βδελύσσεται τον ελληνικό λαό, μπορεί να πάει να ζήσει αλλού. Αλλά αν μείνει, δεν δικαιούται να κάνει θέατρο, από τη στιγμή που κατ’ ανάγκην απευθύνεται σε ανθρώπους που δεν αξίζουν «κανέναν οίκτο, κανένα έλεος, καμία επιείκεια, καμία κατανόηση». Ο ρόλος του θεάτρου είναι άλλος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ