Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Τάκης Θεοδωρικάκος: Υπουργικός μεταβολισμός

Τον πρώτο καιρό μετά τις εκλογές, ένας παλαιός, φιλοπαίγμων πολιτικός έκανε ένα τεστ. Μπορείς, ρωτούσε, να μου πεις ποιος είναι υπουργός Αμυνας; Ρωτούσε όχι μόνο για να απολαύσει τα δευτερόλεπτα της αμηχανίας των συνομιλητών του, αλλά και για να στηρίξει τη θεωρία του για τον χαρακτήρα του νέου σχήματος. Αυτή η κυβέρνηση, έλεγε, δεν είναι κυβέρνηση υπουργών. Είναι κυβέρνηση Μαξίμου και υφυπουργών. Εννοούσε ότι ένα επιτελείο κυβερνά με τους εκτελεστικούς βραχίονες που το ίδιο επέλεξε, αποψιλώνοντας τους συνήθεις παράγοντες ισχύος – τους υπουργούς.

Η μικρή πείρα από τη λειτουργία της κυβέρνησης δεν φαίνεται να τον επιβεβαιώνει. Απόδειξη το υπουργικό συμβούλιο της περασμένης Δευτέρας. Διήρκεσε τέσσερις ώρες. Γιατί; Διότι, λένε, ήταν όντως υπουργικό συμβούλιο. Μίλησαν οι υπουργοί που είχαν να παρουσιάσουν νομοσχέδια. Και μετά μιλούσε όποιος ήθελε. Εκτός από ομάδα πολιτικής ψυχοθεραπείας, το υπουργικό ξαναγίνεται πεδίο γνήσιας πολιτικής ζύμωσης.

Τα αποτελέσματα τέτοιας ζύμωσης μπορεί κανείς να τα αναζητήσει στο μεταναστευτικό. Στη συνεδρίαση, μετά τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, ανέλαβε να «πελεκήσει» το πακέτο των κυβερνητικών μέτρων η αντιμεταναστευτική πτέρυγα. Πρώιμα δοξασμένος στις δημοσκοπήσεις, ο πασοκογενής υπουργός εμφανιζόταν έτσι να υφίσταται δεξιά διόρθωση από τους καρατζαφερογενείς, Βορίδη και Γεωργιάδη, πάνω σε ένα θέμα που το επωμίστηκαν επικοινωνιακά –και εκτός αιθούσης– ως «το θέμα τους».

Ομως, εκτός από τους δύο, μίλησε και ο –ας πούμε– κνιτογενής Θεοδωρικάκος. Η άποψη του υπουργού Εσωτερικών ήταν ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να δείχνει ότι ασχολείται μόνο με την υποδοχή και τη φιλοξενία· πρέπει να δείξει ότι κάνει τα πάντα και για να σφίξει τα σύνορα.

Αυτή η διπλή μέριμνα αντιστοιχεί στον διπλό πολιτικό κίνδυνο του μεταναστευτικού: Η κυβέρνηση κινδυνεύει να χάσει και από τα δεξιά και από τα αριστερά. Κινδυνεύει να δυσαρεστήσει και αυτούς που δεν ανέχονται άλλες αφίξεις και αυτούς που αγανακτούν με τις συνθήκες στη Μόρια.

Τι συμπέρασμα βγάζει κανείς για την κυβέρνηση από τον τρόπο που προσπαθεί να μεταβολίσει το μεταναστευτικό; Ποιες υπουργικές της συνιστώσες επικράτησαν και για ποια ακροατήρια; Τα δεξιά ή τα κεντρώα;

Απάντηση: Και για τα δύο. Οι σκληροί «πότισαν» το φρόνημα των δεξιών. Και ο πρωθυπουργός –από το βήμα της Βουλής– απευθύνθηκε ξανά στο φιλελεύθερο Κέντρο.

Η συνθήκη είναι τώρα πολύ βολική: Με την αντιπολίτευση ακόμη ζαλισμένη, η κυβέρνηση μπορεί να εξάγει τον εσωτερικό της πλουραλισμό ως πολυσυλλεκτική σαγήνη. Μπορεί να ψέλνει κι από τις δύο πλευρές.

Μάριο Ντράγκι: Τα τρία μειδιάματα

«Το κτίριο στη Φρανκφούρτη ενσωματώνει τις αξίες μας – τις αξίες της διαφάνειας και της ανεξαρτησίας», έλεγε ο Μάριο Ντράγκι στους F.T., σε μια συνέντευξη απολογισμό για τα οκτώ χρόνια του στην ΕΚΤ.

Στιβαρό και νεοκλασικίζον, το κτίριο της Τράπεζας της Ελλάδος, στην οδό Πανεπιστημίου έφτασε να ενσωματώνει πιο πλούσιες, αλλά και πιο επισφαλείς αξίες από εκείνες για τις οποίες ανεγέρθηκε.

«Στο μέγαρο αυτό, η μέλλουσα γενεά δεν υπάρχει φόβος να στενοχωρηθή», έλεγε το 1938 στα εγκαίνια, ο τότε διοικητής της Τράπεζας, Εμμανουήλ Τσουδερός. Η δήλωση πρέπει να μπει στη λίστα με τις μεγαλύτερες διαψεύσεις. Το μέγαρο τα τελευταία δέκα χρόνια έμελλε να γίνει σπίτι των στεναγμών.

Το βράδυ της περασμένης Τετάρτης που ο Μάριο Ντράγκι πόζαρε μαζί με τον Λουκά Παπαδήμο –μαθητές και οι δύο του νομπελίστα Robert Solow στο ΜΙΤ στα τέλη της δεκαετίας του ’70– και τον Γιάννη Στουρνάρα στη βεράντα του μεγάρου της Πανεπιστημίου, με φόντο την Ακρόπολη, τίποτε στο κάδρο δεν θύμιζε τις παλιές στενοχώριες.

Η φωτογραφία των τριών φαινόταν σαν ένα ακόμη σημάδι μιας ιστορικής μετάβασης. Σαν τεκμήριο μιας επικράτησης που ήρθε πολύ πιο δύσκολα απ’ ό,τι υποδήλωναν τα συγκρατημένα μειδιάματα των εικονιζομένων.

Οπως τα μειδιάματα, έτσι και ο ρόλος του Ντράγκι στην ελληνική περιπέτεια: Ηταν πολύ πιο καθοριστικός –και εντέλει πολύ πιο πολιτικός– απ’ ό,τι δηλώνουν ο τίτλος του αξιώματός του και η αναγκαστικά υπηρεσιακή του γλώσσα.

Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας λειτούργησε ως αντίβαρο διπλά: Και προς τους Ευρωπαίους που ήθελαν το Grexit· και προς τις εσωτερικές πολιτικές δυνάμεις των αυτοκτονικών πειραματισμών.

Αυτές οι δυνάμεις, σε μια επίδειξη προπαγανδιστικής ταχυδακτυλουργίας κατά την εποχή της πρώτης παντοδυναμίας τους, είχαν μεταμορφώσει την «τρόικα» σε «θεσμούς». Ηθελαν έτσι να δείξουν ότι δεν συνομιλούν με χαρτογιακάδες, αλλά με οντότητες ίσης νομιμοποίησης.

Η Ιστορία διέψευσε τις προπαγανδιστικές σκοπιμότητες, αλλά δικαίωσε την αναβάπτιση. Οι «θεσμοί» δεν πολιτεύτηκαν γραφειοκρατικά. Ανταποκρίθηκαν στην κρίση ως πραγματικοί θεσμοί: Χωρίς την οικονομική αρωγή αλλά και την ενεργό εποπτεία της ΕΚΤ και της Τράπεζας της Ελλάδος –χωρίς τη δική τους εγγύηση της ευρωπαϊκής νομιμότητας, που μόνο τυπικά ήταν νομισματική και τραπεζική– η χώρα μπορεί να είχε χάσει τον προσανατολισμό της.

Οι συκοφαντούμενοι ως «τραπεζίτες» στάθηκαν ανεξάρτητες αρχές. Χωρίς αυτούς, θα είχαν μείνει μόνοι οι ανήλικοι στο δωμάτιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ