ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επενδύσεις ή χάος

ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΑΪΡΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με αφορμή τη δήλωση του πρώην πρωθυπουργού ότι η αύξηση των μισθών θα φέρει την ανάπτυξη υπάρχει ένας μακρόχρονος διάλογος γύρω από το θέμα αυτό που διεξάγεται εδώ και δεκαετίες αναφορικά με το κυρίαρχο δίλημμα «ανάπτυξη που θα οδηγήσει σε αυξήσεις μισθών ή το αντίθετο». Κατ’ αρχάς, να διασαφηνίσουμε τις έννοιες «ανάπτυξη» και «ανάκαμψη», που η τελευταία σχετίζεται προφανώς με την αναθέρμανση της ενεργού ζήτησης και συνήθως προηγείται της αναπτυξιακής διαδικασίας, που συνεπάγεται όμως και την υιοθέτηση άλλων πολιτικών ενίσχυσης της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Οι άστοχες, από την άλλη, παραπομπές στον Κέινς είναι γεγονός ότι δυσκολεύονται σήμερα να βρουν πεδίο εφαρμογής και υλοποίησης και πολύ περισσότερο δεν ευδοκιμούν σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένης αγοράς και ελεύθερης διακίνησης αγαθών και υπηρεσιών.

Είναι νωπές ωστόσο οι μνήμες από τον διαπρεπή οικονομολόγο Ανδρέα Παπανδρέου, που επί διακυβέρνησής του η παροχολογία που υιοθέτησε ναι μεν ευνόησε τον παράγοντα ζήτηση, αλλά κληρονόμησε και τεράστια ελλείμματα δημοσιονομικά και υπερδιόγκωση του χρέους. Οπως επίσης είναι γνωστή και η συνετή διακυβέρνηση Σημίτη, που οδήγησε, μέσω περιορισμού παροχών και αυξήσεων, σε σταθεροποιητική βάση την οικονομία.

Σήμερα που η χώρα στερείται συμμετοχής της στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας, που οι θέσεις εργασίας τις οποίες παράγει η οικονομία είναι χαμηλής εξειδίκευσης, που τα προϊόντα είναι επίσης χαμηλής προστιθέμενης αξίας, που η υπερκατανάλωση εισαγομένων και όχι, ως έπρεπε, εγχωρίως παραγόμενων προϊόντων, είναι απαραίτητη περισσότερο από κάθε άλλη φορά μια πειθαρχημένη δημοσιονομική πολιτική σε μακροπρόθεσμη βάση που οι όποιες τυχόν αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις θα συνδέονται πρωτίστως με τις αντοχές και τις δυνατότητες της οικονομίας.

Το σναπτυξιακό μας πρότυπο δυστυχώς στερείται τη δυναμική εκείνης, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, που θα επέτρεπε την αποκατάσταση τόσο των μισθών όσο και των συνθηκών απασχόλησης σε επίπεδα προ της κρίσης. Η επιπόλαιη λοιπόν, μέσω παροχολογίας, ενίσχυση της ενεργού ζήτησης είναι προφανές ότι θα είχε ως αποτέλεσμα και πάλι την υπερκατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων που γρήγορα θα οδηγούσαν την οικονομία σε αδιέξοδο και αντιμέτωπη με νέα υφεσιακή κατάσταση και βαθύτερη κρίση. Ως εκ τούτου, ο δημόσιος διάλογος μάλλον θα πρέπει να στραφεί σε άλλη «πίστα», σε αυτήν του νέου αναπτυξιακού παραγωγικού υποδείγματος που έχει ανάγκη η χώρα. Και αυτό το νέο υπόδειγμα δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με τις επενδυτικές πρωτοβουλίες που πρέπει να αναληφθούν και την άρση όλων των γραφειοκρατικών εμποδίων και αρρυθμιών που δημιουργούν προσκόμματα. Και τα εμπόδια αυτά είναι πολλά και επικίνδυνα, καθώς συνδέονται με παρωχημένες νοοτροπίες, δημόσιες κουλτούρες και εσωστρεφείς συμπεριφορές, και που προφανώς γι’ αυτό το λόγο είναι και δύσκολο να αναχαιτισθούν και να εναρμονισθούν με την ύψιστη αναγκαιότητα της χώρας που είναι να αναμετρηθεί με τις άλλες χώρες-εταίρους και να ξεφύγει από τη μετριότητα και τους κατά καιρούς εσωτερικούς, ανεπιτήδευτους κατά τα άλλα, μηρυκασμούς που την κατατρύχουν και δεν την αφήνουν να προχωρήσει στο μέλλον. Εκεί είναι που πρέπει να εστιάσουν οι πολιτικές ηγεσίες, αν επιθυμούμε τελικά να αλλάξει κάτι σε αυτή τη χώρα. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι θα παύεται των καθηκόντων του ο διορισμένος υπουργός, υφυπουργός ή γενικός γραμματέας που δεν ανταποκρίνεται άμεσα σε επενδυτικά αιτήματα και προβάλλει αδικαιολόγητες καθυστερήσεις.

Οι υποψήφιοι επενδυτές που έχουν αρχικά εκδηλώσει ενδιαφέρον για τη χώρα μας δεν μπορούν να περιμένουν πότε θα σκεφθούμε να αποφασίσουμε (ως χώρα) και να απαντήσουμε. Υπάρχουν, ως γνωστόν, και άλλες χώρες που διαθέτουν καλύτερη κουλτούρα εξυπηρέτησης αλλά και ισχυρότερα και ελκυστικότερα επενδυτικά κίνητρα.

Με δεδομένο, λοιπόν, το δυσμενές διεθνές περιβάλλον και τα προβλήματα εξαγωγών που θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε, αλλά και την ασταθή πολιτική και γεωπολιτική συγκυρία λόγω Brexit και εμπορικού πολέμου ΗΠΑ -  Κίνας, το μόνο που απομένει κυριολεκτικά για την ενδυνάμωση και μεγέθυνση του ΑΕΠ είναι ο πυλώνας των επενδύσεων.

Οι επενδύσεις τελικά είναι αυτές που θα φέρουν την πραγματική ανάπτυξη και μέσω αυτών θα συζητήσουμε στη συνέχεια πολιτικές ενίσχυσης του αγοραστικού διαθέσιμου εισοδήματος και της απασχόλησης, πολιτικές απόλυτα συνδεδεμένες με την παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα της ελληνικής Οικονομίας.

* Ο δρ Αντώνης Ζαΐρης είναι αναπληρωτής αντιπρόεδρος ΣΕΛΠΕ, μέλος της Ενωσης Αμερικανών Οικονομολόγων και της Αμερικανικής Φιλοσοφικής Εταιρείας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ