Matter Of class

Είχα τη χαρά και την τιμή να συμμετάσχω στην ομάδα που επεξεργάστηκε το σύστημα εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση το οποίο νομοθετήθηκε από την προηγούμενη πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, παράλληλα με την αναμόρφωση του προγράμματος σπουδών της Γ’ Λυκείου. Καθώς πλησιάζει ο Οκτώβριος, το χρονικό σημείο δηλαδή που είχε προδιαγραφεί για την εφαρμογή, για πρώτη χρονιά, της Α’ Δήλωσης προτιμήσεων των υποψηφίων για τα τμήματα στα οποία θα επιθυμούσαν να εισαχθούν, δυνατότητα την οποία η παρούσα πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας αποφάσισε να καταργήσει, θέλω να περιγράψω εδώ τι είχε σχεδιαστεί και τι χάνεται. Επισημαίνω το αυτονόητο, ότι δηλαδή οι απόψεις που ακολουθούν είναι προσωπικές και δεν απηχούν αναγκαστικά αυτές της υπόλοιπης ομάδας που επεξεργάστηκε το σύστημα, πολλώ δε μάλλον της  προηγούμενης πολιτικής ηγεσίας. Ο λόγος που γράφω δεν έχει καθόλου να κάνει με οποιαδήποτε πολιτική αντιπαράθεση, η οποία μου είναι παντελώς αδιάφορη. Πρέπει ωστόσο να ομολογήσω ότι με άφησε κατάπληκτο η άκριτη κατάργηση ενός συστήματος που δεν είχε τίποτα να αποστερήσει από τους υποψηφίους, καθώς διατηρούσε απαράλλακτο το ευρέως αποδεκτό και αδιάβλητο σύστημα των Πανελλαδικών Εξετάσεων, ενώ παράλληλα τους έδινε μια επιπλέον επιλογή. Επομένως, κανείς δεν είχε κάτι να χάσει από την εφαρμογή του.

Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις (ΠΕ) παρουσιάζουν μια εγγενή αδυναμία: στο μηχανογραφικό στο οποίο κάθε χρόνο οι διαγωνιζόμενοι δηλώνουν τις προτιμήσεις τους βρίσκονται τμήματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που έχουν δραματικά διαφορετική δημοτικότητα. Παρ’ όλα αυτά, οι διαγωνιζόμενοι εξετάζονται στα ίδια θέματα για το σύνολο αυτών των τμημάτων. Οι βάσεις εισαγωγής που διαμορφώνονται κάθε χρόνο, δηλαδή η βαθμολογία του τελευταίου εισαγόμενου σε κάθε τμήμα, είναι, φυσικά, αποτέλεσμα της ζήτησης που έχει κάθε τμήμα αλλά είναι και αποτέλεσμα της δυσκολίας των θεμάτων των ΠΕ. Είναι προφανές ότι αν τα θέματα κάποια χρονιά ήταν παιδαριώδη, οι βάσεις των τμημάτων θα ήταν πολύ υψηλές και κανένας δεν θα έπεφτε κάτω από τη «βάση» του 10 αλλά οι βαθμολογίες όλων θα συμπιέζονταν κοντά στο άριστα. Από την άλλη, αν κάποια χρονιά «έπεφταν» θέματα επιπέδου Μαθηματικής Ολυμπιάδας, η συντριπτική πλειονότητα των υποψηφίων θα έπεφτε κάτω από το 10 και, επομένως, οι βάσεις όλων των τμημάτων θα ήταν κάτω από το 10. Τότε όμως κάποιος που θα έγραφε 9 θα ήταν μαθηματική διάνοια, παρά το γεγονός ότι το 9 είναι «κάτω από τη βάση».

Όσον αφορά τώρα στη ζήτηση των τμημάτων, αυτή είναι κατά κάποιον τρόπο στρεβλή, υπό την έννοια ότι δεν αποτυπώνει τις πραγματικές επιθυμίες των υποψηφίων, αλλά τις επιθυμίες τους όπως αυτές διαμορφώνονται αφού έχουν μάθει τη βαθμολογία τους. Κάποιος υποψήφιος που έχει βαθμολογία γύρω στο 15, δεν πρόκειται ποτέ να συμπεριλάβει στο μηχανογραφικό του «βαριά» τμήματα, όπως την Ιατρική, τη Νομική ή τους Ηλεκτρολόγους Μηχανικούς, καθώς γνωρίζει ότι δεν πρόκειται να τα «πιάσει». Ο ίδιος υποψήφιος, αν καλούνταν να δηλώσει τις προτιμήσεις του πριν τις ΠΕ, σίγουρα θα συμπεριελάμβανε τα παραπάνω δημοφιλή τμήματα στις πρώτες προτιμήσεις του, κάνοντας τη λογική σκέψη «το πολύ πολύ να μη μπω σε αυτά αλλά σε κάποια από τις χαμηλότερες προτιμήσεις μου… αλλά τι έχω να χάσω;». Ο υποψήφιος αυτός τώρα «αναγκάζεται» να δηλώσει τμήματα τα οποία θα είχε σαν δεύτερες προτιμήσεις του ή ακόμα και κάποια που δεν θέλει καθόλου, απλά για να μπει κάπου (να μπορέσει να «τρουπώσει» όπως λέει μια παλιά ελληνική ταινία κι ένας φίλος).

Αν θεωρήσουμε «ζήτηση» για ένα πανεπιστημιακό τμήμα το ποσοστό των υποψηφίων που το δηλώνουν στο μηχανογραφικό από αυτούς που έχουν τη δυνατότητα να το δηλώσουν, δηλαδή αυτών που είχαν επιλέξει την αντίστοιχη Ομάδα Προσανατολισμού, μπορούμε να ορίσουμε ως Πραγματική Ζήτηση (ΠΖ) τη ζήτηση που θα είχε το τμήμα αν το μηχανογραφικό συμπληρώνονταν πριν από τις ΠΕ και ως Τελική Ζήτηση (ΤΖ) τη ζήτηση που έχει το τμήμα στο μηχανογραφικό μετά τις ΠΕ. Η ΠΖ για τα προαναφερθέντα «βαριά» τμήματα είναι κοντά στο 100%, καθώς σχεδόν όλοι οι υποψήφιοι του 3ου, π.χ., επιστημονικού πεδίου θα ήθελαν να μπουν στην Ιατρική. Υπάρχουν, από την άλλη, ελάχιστοι συνειδητοποιημένοι υποψήφιοι που είτε έχοντας συναίσθηση των δυνατοτήτων τους, είτε γιατί πραγματικά το επιθυμούν, είτε γιατί δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσουν μακριά από το σπίτι τους θα επέλεγαν κάποια τμήματα μικρότερης φήμης και δημοτικότητας, τμήματα δηλαδή χαμηλής ΠΖ. Ανάμεσα στα τμήματα υψηλής και χαμηλής ΠΖ, υπάρχει φυσικά και πληθώρα τμημάτων μεσαίας ΠΖ.

Τι γίνεται τώρα μετά τις ΠΕ; Οι υποψήφιοι που πήγαν καλά δηλώνουν τις λίγες πραγματικές προτιμήσεις τους. Όσοι πήγαν μέτρια, ξεχνούν τις πραγματικές προτιμήσεις τους και δηλώνουν ελάχιστα τμήματα υψηλής ΠΖ, περισσότερα τμήματα μεσαίας ΠΖ και κάποια χαμηλής ΠΖ ώστε να είναι σίγουροι ότι κάπου θα «τρουπώσουν». Τέλος, όσοι ήρθαν αντιμέτωποι με τη σκληρή πραγματικότητα της βαθμολογίας τους, δηλώνουν αρκετά τμήματα μεσαίας ΠΖ και φροντίζουν να δηλώσουν και όλα τα χαμηλής ΠΖ, για τον ίδιο λόγο με αυτούς που έγραψαν μέτρια. Έτσι διαμορφώνεται η ΤΖ. Ποιοτικά η διαφορά ΠΖ από ΤΖ φαίνεται στη διπλανή εικόνα. Βλέπουμε λοιπόν ότι η ΤΖ για τα δημοφιλή τμήματα είναι σημαντικά μικρότερη από την ΠΖ ενώ για τα μη δημοφιλή τμήματα είναι σημαντικά μεγαλύτερη από την ΠΖ.

Αυτή η στρέβλωση δεν επηρεάζει τα δημοφιλή τμήματα, για τα οποία έτσι κι αλλιώς ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος, δηλαδή η ζήτηση, ΠΖ ή ΤΖ, είναι πολύ μεγαλύτερη της προσφοράς, δηλαδή του αριθμού θέσεων εισακτέων. Επηρεάζει όμως δραματικά τα μη δημοφιλή τμήματα. Ενώ η ΠΖ ήταν κάτω από την προσφορά για τα τμήματα χαμηλής δημοτικότητας, η ΤΖ εκτοξεύεται τεχνητά πολύ πάνω από την προσφορά. Προφανώς στο διάγραμμα ο κατακόρυφος άξονας της ζήτησης δεν είναι γραμμικός, απλά θέλησα να δώσω την ποιοτική εικόνα και δε θεώρησα δόκιμο να μπλέξω τους αναγνώστες σας με λογαριθμικές κλίμακες.

Οι συνειδητοποιημένοι υποψήφιοι που ήθελαν τα μη δημοφιλή τμήματα και πριν τις ΠΕ, είτε γιατί αυτό ήθελαν να σπουδάσουν είτε γιατί είναι στην πόλη τους και δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσουν σε άλλη πόλη, βλέπουν να εξοστρακίζονται από υποψήφιους που «κατρακύλησαν» σε αυτά τα τμήματα καθώς δεν πέρασαν σε αυτά που πραγματικά επιθυμούσαν. Και οι υποψήφιοι που παίρνουν τις θέσεις, είτε θα σπουδάσουν τελικά κάτι που δεν θέλουν, είτε θα προσπαθήσουν να μετεγγραφούν σε αντίστοιχο τμήμα κάποιου αστικού κέντρου, αφήνοντας κενές θέσεις στο τμήμα που πέρασαν, ή δε θα τελειώσουν ποτέ τις σπουδές τους.

Το σύστημα που νομοθετήθηκε από την προηγούμενη πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, και καταργείται από την παρούσα, στόχευε κυρίως στην άρση της αδικίας που συντελείται εις βάρος τόσο αυτών των συνειδητοποιημένων υποψηφίων που χάνουν τη δυνατότητα να σπουδάσουν το αντικείμενο που πραγματικά επιθυμούν, όσο και εις βάρος αυτών που παίρνουν τη θέση τους μόνο και μόνο για να καταλάβουν μια θέση και στην καλύτερη περίπτωση να δυστυχούν στην μελλοντική επαγγελματική τους ζωή εξασκώντας ένα αντικείμενο που απεχθάνονται. Προσπαθούσε να αποτυπώσει την ΠΖ και να κατανείμει κάποιες θέσεις τμημάτων χαμηλής δημοτικότητας σε αυτούς που πραγματικά τις ήθελαν για κάποιο λόγο. Περιληπτικά θα λειτουργούσε ως εξής:

- Στο τέλος της Β’ Λυκείου οι υποψήφιοι που ήθελαν να συνεχίσουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση θα δήλωναν από ένα μέχρι δέκα τμήματα στα οποία πραγματικά θα ήθελαν να σπουδάσουν (Α’ Δήλωση). Αμέσως μετά θα καταμετρούνταν οι συνολικές δηλώσεις για κάθε τμήμα. Ένα τμήμα που είχε δηλωθεί περισσότερες φορές από τις θέσεις που προσφέρει θα χαρακτηριζόταν Τμήμα Πρόσβασης μέσω Πανελλαδικών Εξετάσεων (ΤΠΠΕ). Αντίθετα ένα τμήμα που θα είχε δηλωθεί λιγότερες φορές από τις θέσεις που προσφέρει θα χαρακτηρίζονταν Τμήμα Ελεύθερης Πρόσβασης (ΤΕΠ). Οι υποψήφιοι θα ήξεραν αμέσως μετά ποια είναι τα ΤΕΠ και επομένως θα γνώριζαν αν είχαν δηλώσει ένα ή περισσότερα απ’ αυτά στην Α’ Δήλωσή τους.

- Οι υποψήφιοι που δεν είχαν δηλώσει κανένα ΤΕΠ θα ήξεραν αμέσως ότι θα πήγαιναν για ΠΕ. Αντίθετα, οι υποψήφιοι οι οποίοι είχαν στην Α’ Δήλωσή τους ένα ή περισσότερα ΤΕΠ θα καλούνταν, τον επόμενο Φεβρουάριο της Γ’ Λυκείου, να δηλώσουν αν θέλουν να δεσμεύσουν μια θέση σε ένα από αυτά τα ΤΕΠ που είχαν δηλώσει ή να παραιτηθούν αυτού του δικαιώματός τους και να πάνε κι αυτοί σε ΠΕ. Όσοι επέλεγαν μια θέση σε ένα από τα ΤΕΠ που περιλαμβάνονταν στην Α’ Δήλωσή τους δεν θα μπορούσαν να διεκδικήσουν κάποια άλλη θέση, καθώς δεν θα πήγαιναν σε ΠΕ, και, επίσης, δεν θα δικαιούνταν να ζητήσουν μετεγγραφή μετά την εισαγωγή τους. Μοναδική τους υποχρέωση θα ήταν να λάβουν απολυτήριο Λυκείου. Για κάθε ΤΕΠ, οι υπόλοιπες θέσεις που δεν θα είχαν δεσμευτεί θα διεκδικούνταν στις ΠΕ.

Η Α’ Δήλωση κατηγορήθηκε αφελώς ως τζόγος, με την έννοια ότι οι υποψήφιοι θα καλούνταν να μαντέψουν ποια είναι τα ΤΕΠ για να τα δηλώσουν. Τίποτα τέτοιο δεν θα συνέβαινε. Αντίθετα οι υποψήφιοι θα καλούνταν να δηλώσουν σε ποιο τμήμα θα ήθελαν πραγματικά να μπουν. Και ο μόνος τρόπος για να δουλέψει σωστά το σύστημα θα ήταν μια τέτοια τίμια δήλωση. Αν οι υποψήφιοι προσπαθούσαν να «ξεγελάσουν» το σύστημα δηλώνοντας κατά κόρον ένα μη δημοφιλές τμήμα, κινδύνευαν πολύ απλά με την πληθώρα των δηλώσεων να κάνουν αυτό το τμήμα ΤΠΠΕ. Παράλληλα, μη δηλώνοντας ένα δημοφιλές τμήμα για να δηλώσουν «πονηρά» το μη δημοφιλές (καθώς θα είχαν περιορισμένο αριθμό επιλογών), κινδύνευαν να καταστήσουν το δημοφιλές τμήμα ΤΕΠ και να μπουν σε αυτό οι έξυπνοι που θα το είχαν τιμίως δηλώσει! Η απλή, έντιμη, φιλελεύθερη λογική της αγοράς, ο νόμος προσφοράς και ζήτησης και καμία μαντική ικανότητα και πονηριά θα καθόριζε κάθε χρονιά τα ΤΕΠ.

- Υποστηρίχθηκε επίσης ότι οι μαθητές δεν είναι αρκετά ώριμοι στο τέλος της Β’ Λυκείου να δηλώσουν τις προτιμήσεις τους, ούτε το Φεβρουάριο της Γ’ Λυκείου να διαλέξουν αν θέλουν ΤΕΠ ή όχι. Φαίνεται ότι κάτι μαγικό συμβαίνει από το Φεβρουάριο μέχρι τον Ιούλιο και οι μαθητές φτάνουν σε πλήρη ωριμότητα ώστε να συμπληρώσουν μηχανογραφικά, να πάρουν στα χέρια τους τιμόνι και να ψηφίσουν για κυβέρνηση.

Υπήρξε επίσης ο αντίλογος ότι και τώρα η εισαγωγή στα μη δημοφιλή τμήματα είναι σχεδόν ελεύθερη. Αυτό είναι αλήθεια, υπό την έννοια ότι οι αριθμοί των προσφερόμενων θέσεων είναι τόσο κοντά στο συνολικό αριθμό των υποψηφίων, που όλοι κάπου μπαίνουν, αρκεί να δηλώσουν όλα τα τμήματα στο μηχανογραφικό τους. Ελεύθερη πρόσβαση, όμως, είναι να μπεις ελεύθερα στο τμήμα που πραγματικά θέλεις και όχι σε ένα τυχαίο επειδή εκεί σε έριξε η στατιστική. Το τελευταίο, που συμβαίνει σήμερα, αυτό κι αν είναι πραγματικός τζόγος!

Τέλος, το σύστημα κατηγορήθηκε ότι δεν θα είχε αποτέλεσμα, καθώς δεν θα υπήρχαν ΤΕΠ. Οι εκτιμήσεις περί ανυπαρξίας ΤΕΠ βασίζονταν στην ΤΖ, στην οποία, αν ανατρέξουμε παραπάνω, θα δούμε ότι ανεβαίνει τεχνητά για τα μη δημοφιλή τμήματα. Η Α’ Δήλωση όμως θα αποτύπωνε την ΠΖ.

Για να νομοθετηθεί φυσικά το σύστημα αυτό δεν αρκούσε η αίσθηση που είχαμε. Έπρεπε να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε με κάποιον τρόπο και αριθμητικά την ΠΖ. Είναι βέβαια γεγονός ότι πραγματικά δεδομένα τέτοιων δηλώσεων δεν είχαμε, καθώς τα στοιχεία που κρατούνταν στο Υπουργείο ήταν μετά το 2000, οπότε επρόκειτο πάντα για δηλώσεις προτίμησης σε μηχανογραφικά που υπεβλήθησαν μετά από τις βαθμολογίες. Παίρνοντας ως αρχικό δείγμα τα μηχανογραφικά μετά τις ΠΕ του 2017, που φυσικά έδιναν την ΤΖ, προσπαθήσαμε να εξαγάγουμε από αυτά τον τρόπο που θα έκαναν οι υποψήφιοι την Α’ Δήλωση, και επομένως να προσομοιάσουμε την ΠΖ, με την απλή υπόθεση ότι αυτή η Α’ Δήλωση γίνεται με την πιο αισιόδοξη πεποίθηση «θα γράψω καλά, πάνω από x».  Πήραμε λοιπόν σαν προσομοίωση Α’ Δηλώσεων το υποσύνολο των μηχανογραφικών με μέση βαθμολογία πάνω από x, δίνοντας στο x τιμές από 10 μέχρι 15.

Στον διπλανό πίνακα φαίνονται τα αποτελέσματα της προσομοίωσης για έξι διαφορετικά σενάρια. Οι παράμετροι των σεναρίων που μεταβάλλονται είναι ο αριθμός των προτιμήσεων στην Α’ Δήλωση (10 ή 15) και η ελάχιστη μέση βαθμολογία πάνω από την οποία χρησιμοποιήθηκε το μηχανογραφικό σαν δείγμα (10, 12 και 15). Η δεύτερη στήλη δίνει τον αριθμό των ΤΕΠ, η τρίτη τον αριθμό των θέσεων Ελεύθερης Πρόσβασης (ΕΠ) και η τέταρτη στήλη τον αριθμό των εναπομενουσών θέσεων στα ΤΕΠ που θα δίνονταν για διεκδίκηση μέσω ΠΕ.

Είναι ενδιαφέρον ότι ακόμα και με Α’ Δήλωση 15 επιλογών υπήρχαν 14 ΤΕΠ με περίπου 1100 θέσεις ΕΠ, ακόμα κι αν οι υποψήφιοι δήλωναν με τον πλέον «απαισιόδοξο» τρόπο απ’ όσους διερευνήσαμε, δηλαδή αν είχαν βαθμολογία απλά μεγαλύτερη του 10. Στον αντίποδα, με το πιο αισιόδοξο σενάριο, βαθμολογία πάνω από 15, και με μόνο 10 προτιμήσεις στην Α’ Δήλωση, υπήρχαν 139 ΤΕΠ με περίπου 4.700 θέσεις ΕΠ.

Αυτό που γίνεται φανερό είναι ότι οι αριθμοί των ΤΕΠ ανεβαίνουν γρήγορα καθώς οι υποψήφιοι δηλώνουν όλο και πιο «αισιόδοξα». Για παράδειγμα, για 10 επιλογές, πάμε από 50 σε 139 ΤΕΠ, 3 περίπου φορές περισσότερα. Ωστόσο, οι αριθμοί των θέσεων ΕΠ δεν ακολουθούν αυτήν την γρήγορη άνοδο αλλά πάνε από 3.000 σε περίπου 4.700, μιάμιση φορά περισσότερες, ενώ οι αριθμοί των εναπομενουσών θέσεων εκτοξεύονται από 3.200 σε 12.300. Όσο δηλαδή πιο αισιόδοξα δηλώνουν οι υποψήφιοι, εμφανίζονται μεν περισσότερα ΤΕΠ, με λίγες όμως δηλώσεις το καθένα και, επομένως, με πολλές εναπομένουσες θέσεις για να διεκδικηθούν στις ΠΕ.

Αν, λοιπόν, η υπόθεσή μας για προσομοίωση των Α’ Δηλώσεων από τα πιο αισιόδοξα μηχανογραφικά είναι σωστή, βλέπουμε ότι θα υπήρχαν πραγματικά μέχρι περίπου 140 ΤΕΠ και κοντά στις 5.000 υποψηφίων θα μπορούσαν να διεκδικήσουν μια θέση σε αυτά.

Όπως ανέφερα και αρχικά, κανείς δεν είχε κάτι να χάσει από την εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος. Αντίθετα, πέρα από την ουσιαστική χρήση της για την εξεύρεση κάθε χρόνο των ΤΕΠ, η Α’ Δήλωση θα προσέφερε και πολύτιμα στοιχεία για τις πραγματικές επιθυμίες των υποψηφίων και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για μελέτη και λήψη στρατηγικών αποφάσεων από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία, π.χ. για την αναμόρφωση του πανεπιστημιακού χώρου και την ενίσχυση των πραγματικά δημοφιλών τμημάτων. Και παρακαλώ να μην παρεξηγηθώ, ένα τμήμα χαμηλής δημοτικότητας μπορεί να είναι πραγματικά υψηλής ποιότητας, αλλά και η ζήτηση γι’ αυτό πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν στη συνολική εικόνα του. Για να το θέσω διαφορετικά, θα είχαμε μέσω της Α’ Δήλωσης έναν τύπο ανέξοδης και ρεαλιστικής «αξιολόγησης» των τμημάτων από την κοινωνία, κάτι που θα περίμενα η παρούσα πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας να επιθυμεί διακαώς, καθώς ως παράταξη έχουν γενικά εκφραστεί αναφανδόν υπέρ των αξιολογήσεων  ̶ θέση που προσωπικά με βρίσκει, κατ’ αρχήν, απολύτως σύμφωνο.

Αν όμως κανείς δεν είχε κάτι να χάσει, μήπως με την κατάργηση του συστήματος έχει κάποιος να κερδίσει; Αν το σύστημα τελικά λειτουργούσε, μήπως αυτοί οι 5.000 υποψήφιοι δεν θα είχαν την ανάγκη εξωσχολικής αμειβόμενης βοήθειας για τουλάχιστον ένα έτος; Κάντε μόνοι σας τον πολλαπλασιασμό με το μέσο ποσό που δαπανά μια οικογένεια για ένα έτος γι’ αυτήν την εξωσχολική βοήθεια.

* Ο κ. Αλέξανδρος Πρινιάς είναι φυσικός, που είχε θέση Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού στο γραφείο του τέως Υπουργού Παιδείας Κώστα Γαβρόγλου.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ