ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εξοδος στις αγορές με άνοιγμα του 10ετούς ομολόγου

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΟΥΡΤΑΛΗ

Η ζήτηση αναμένεται να είναι ιδιαίτερα ισχυρή, εκτιμά ο Γενς Πίτερ, αναλυτής της Danske Bank.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στο άνοιγμα της έκδοσης του 10ετούς ομολόγου του περασμένου Μαρτίου προχωρεί ο ΟΔΔΗΧ, με στόχο την ενίσχυση της ρευστότητας της αγοράς, μετά και την κατακόρυφη πτώση που έχουν σημειώσει οι αποδόσεις των ελληνικών τίτλων το τελευταίο διάστημα. Σύμφωνα με πληροφορίες, το ελληνικό Δημόσιο θέλει να αντλήσει ένα ποσό της τάξης του 1-2 δισ. ευρώ (στο 1,5 δισ. ευρώ το τοποθετούν τραπεζικές πηγές), αποβλέποντας στην προσέλκυση περισσότερων «καλής ποιότητας» επενδυτών, βελτιώνοντας έτσι την επενδυτική βάση της χώρας, ενώ οι αναλυτές εκτιμούν ότι η ζήτηση θα είναι ισχυρή. Οπως είχε αναφέρει η «Κ» πριν από μερικές ημέρες, αυτή η κίνηση αποφασίστηκε ύστερα από σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε μεταξύ του υπουργείου Οικονομικών και του ΟΔΔΗΧ, έτσι ώστε να διατηρηθεί η συχνή «επαφή» με τις αγορές καθώς και να «κεφαλαιοποιηθεί» το τρέχον ευνοϊκό κλίμα απέναντι στην Ελλάδα, παρόλο που έχει ήδη υπερκαλυφθεί το πρόγραμμα δανεισμού του 2019 με τις προηγούμενες τρεις εκδόσεις. Υπενθυμίζεται πως από τις εκδόσεις των 5ετών, 10ετών και 7ετών τίτλων αντλήθηκαν συνολικά 7,5 δισ. ευρώ.

Από χθες ο ΟΔΔΗΧ έχει δώσει εντολή σε πέντε διεθνείς τράπεζες να «τρέξουν» το όλο εγχείρημα, τις BNP Paribas, Citigroup, Goldman Sachs, HSBC και JP Morgan (οι ίδιες που είχαν αναλάβει την έκδοση του Μαρτίου), ενώ όπως αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση, η συναλλαγή θα λάβει χώρα στο άμεσο μέλλον, αναλόγως και των συνθηκών στις αγορές. Σύμφωνα πάντως με πληροφορίες, εκτός απροόπτου, το βιβλίο προσφορών θα ανοίξει σήμερα, έστω και εάν αμέσως μετά την «είδηση» χθες, η απόδοση του 10ετούς ελληνικού ομολόγου σημείωσε σημαντική άνοδο.

Σημειώνεται πως το 10ετές ομόλογο εκδόθηκε στις 5 Μαρτίου 2019 με απόδοση 3,9% και επιτόκιο 3,875%, και σήμερα ο τίτλος κατέχεται σε υψηλό ποσοστό από ελληνικές τράπεζες, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει μεγάλη ρευστότητα. Σύμφωνα με πληροφορίες, το επιτόκιο αναμένεται να διαμορφωθεί στη ζώνη του 1,5% με 1,60%. Χθες η απόδοση του 10ετούς κινήθηκε στο 1,437% (από 1,365% την Παρασκευή) ενώ η τιμή του στο 121,339.

Η ζήτηση αναμένεται να είναι ιδιαίτερα ισχυρή, όπως εκτιμά μιλώντας στην «Κ» ο Γενς Πίτερ Σόρενσεν, αναλυτής της αγοράς ομολόγων της Danske Bank. Το περιβάλλον είναι πολύ ευνοϊκό, ιδίως γύρω από την Ελλάδα μετά και τις εκλογές, ενώ έρχονται αναβαθμίσεις της ελληνικής οικονομίας από τους οίκους. Οπως σημειώνει, στις 25 Οκτωβρίου η S&P αναμένεται να προχωρήσει σε αναβάθμιση της Ελλάδας στο «ΒΒ-» (μία βαθμίδα) και έτσι η κίνηση του ΟΔΔΗΧ έρχεται σε μια άκρως κατάλληλη συγκυρία. Υπάρχει επίσης μεγάλη ανάγκη επανεπενδύσεων στην ευρωπαϊκή αγορά κρατικών ομολόγων, γι’ αυτό και αναμένεται η ζήτηση για το ελληνικό 10ετές να είναι μεγάλη. Τέλος, όπως επισημαίνει ο κ. Σόρενσεν, όταν η ΕΚΤ επανεκκινήσει το QE, οι επενδυτές θα εξετάσουν επίσης αγορές που δεν επηρεάζονται από την QE, όπως η ελληνική.

Αξίζει να προσθέσουμε πως στους άμεσους στόχους του ΟΔΔΗΧ είναι και η σταδιακή μείωση της έκθεσης στα έντοκα γραμμάτια του ελληνικού Δημοσίου, μέσω του περιορισμού των εκδόσεων, καθώς και μέσω της αντικατάστασης εντόκων με ομόλογα, με τον ΟΔΔΗΧ να προχωρεί έτσι από το επόμενο έτος σε εκδόσεις ομολόγων μέσης διάρκειας (3ετίας).

Οπως αναφέρεται και στο προσχέδιο του προϋπολογισμού, στόχευση της δανειακής στρατηγικής θα είναι η διασφάλιση της συνεχούς εκδοτικής παρουσίας του ελληνικού Δημοσίου στις αγορές, η παροχή εκδόσεων υψηλής ρευστότητας για τη διατήρηση μιας αξιόπιστης καμπύλης αποδόσεων, η περαιτέρω μείωση των περιθωρίων δανεισμού, η περαιτέρω διασφάλιση της συνέπειας του ελληνικού Δημοσίου, ως κρατικού εκδότη με χαρακτηριστικά χώρας της Ευρωζώνης, η περαιτέρω ενίσχυση της εμπιστοσύνης των οίκων αξιολόγησης και των επενδυτών.

Για την επίτευξη των παραπάνω στόχων, θα επιδιωχθεί, στο πλαίσιο λειτουργίας της πρωτογενούς αγοράς, πλέον της εκδοτικής δραστηριότητας, να εφαρμοστεί πολιτική διαχείρισης χαρτοφυλακίου, μέσω της οποίας θα διασφαλίζονται ο αναγκαίος χώρος για τη συνεχή παρουσία στις αγορές, η περαιτέρω μείωση του κινδύνου αναχρηματοδότησης, η παροχή της αναγκαίας ρευστότητας και η βελτίωση της λειτουργίας της δευτερογενούς αγοράς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ