ΒΙΒΛΙΟ

Για την κατανόηση της ντερριντιανής φιλοσοφίας

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΚΑΡΚΑΓΙΑΝΝΗ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΤΖΕΦΡΥ ΜΠΕΝΝΙΝΓΚΤΟΝ - ΖΑΚ ΝΤΕΡΡΙΝΤΑ
Ντερριντά
μτφρ.-προλ.: Α. Λαμπρόπουλος - Ε. Πυροβολάκης
εκδ. Νήσος

Το έργο «Ντερριντά» των Τζέφρυ Μπέννινγκτον και Ζακ Ντερριντά αποτελείται από δύο κείμενα θεμελιώδη για την κατανόηση της ντερριντιανής φιλοσοφίας σε δύο βασικά επίπεδα.  Η «Ντερρινταβάση» του Τζέφρυ Μπέννινγκτον είναι κείμενο εννοιακο-επεξηγηματικό που αποσκοπεί να προσφέρει στον αναγνώστη μια συνεκτική και συστηματική παρουσίαση βασικών εννοιών και τοποθετήσεων της φιλοσοφίας του Ντερριντά – κυρίως των δεκαετιών του ’60, του ’70 και του ’80.  Οπως παρατηρεί ο Ευτ. Πυροβολάκης, μεταφραστής του κειμένου «Ντερρινταβάση» και μελετητής του έργου του Ντερριντά, το κείμενο του Μπέννινγκτον, διατηρεί την επικαιρότητά του ως αξιόπιστού οδηγητικού εργαλείου «για όλους εκείνους που ενδιαφέρονται να εξερευνήσουν τον εννοιολογικό πλούτο και το φιλοσοφικό βάθος της σκέψης του Ντερριντά» (σελ. 27).

Αυτό συμβαίνει διότι παρά ή μάλλον εξαιτίας ίσως του παιδαγωγικού επεξηγηματικού της ύφους, η «Ντερρινταβάση» καταφέρνει να αναδείξει την ιδιαιτερότητα της σχέσης του Ντερριντά τόσο με την έννοια της φιλοσοφικής θέσης όσο και με αυτήν της κριτικής χωρίς συμβιβασμούς και εκπτώσεις. Ετσι, ανάμεσα στο δίλημμα μιας σκέψης που δεν μοιάζει να έχει να προσφέρει σαφή θέση και της σαφούς διαφοροποίησης από προγενέστερους φιλοσόφους, μέσα στην οποία θα κατέρρεε η πραγματική η πρωτοτυπία του ντερριντιανού εγχειρήματος, ή αλλιώς η αποδομητική λειτουργία του, ο Μπέννινγκτον επιλέγει να δείξει πώς, μέσω της διασάφησης των εννοιών και των βασικών αποδομητικών μοτίβων, ο Ντερριντά «εξαναγκάζει τα ίδια αυτά παλιά κείμενα να πουν κάτι τελείως διαφορετικό από εκείνο που πάντα φαινόταν ότι λένε» («Ντερρινταβάση», σελ. 47).

Σε σχέση τώρα με το παιδαγωγικό κείμενο του Μπέννινγκτον που ωθεί την παιδαγωγική επεξηγηματική λειτουργία στο όριο της κατάρρευσής της, η «Περιτομολόγηση» αποτελεί μια παράδοξη εφαρμογή της ίδιας της ντερριντιανής φιλοσοφίας ή μάλλον της βασικής λειτουργίας της. Το δεύτερο αυτό επίπεδο θα μπορούσε να ονομασθεί αποδομητικό, μιας και το διακύβευμα είναι ακριβώς αυτό: η απάντηση στο πρώτο κείμενο –το επεξηγηματικό παιδαγωγικό κείμενο του Μπέννινγτον– με την εφαρμογή της ίδιας ιδιότυπης ανάγνωσης που ασκείται συνήθως από τον Ντερριντά στο έργο άλλων φιλοσόφων, πάνω στο δικό του έργο ή μάλλον σε αυτή τη συστηματική βάση δεδομένων, που δημιουργείται μέσω της μελέτης του από τον Μπέννινγκτον, όπου η ανάγνωση φαίνεται να μονομαχεί με τη μελέτη. Ακριβώς όμως επειδή πρόκειται για το «ομοίωμα μιας μονομαχίας» («Εισαγωγή», Τζ. Μπέννινγτον, σελ. 14), η σχέση αυτή πρέπει να γίνει πιο σαφής. 

Η ιστορία –ή μάλλον το συμβάν– ξεκινάει το 1988, όταν ο Τζ. Μπέννινγτον παραδίδει «με αρκετή νευρικότητα» το δακτυλόγραφο της μελέτης του «Ντερρινταβάση» στον Ζακ Ντερριντά.  Ενα χρόνο αργότερα, ο Ντερριντά παραδίδει στον Μπέννινγκτον τον φάκελο με την «Περιτομολόγηση», κείμενο που «απαντά» στο πρώτο αποδομώντας το, από το κάτω μισό των σελίδων του βιβλίου. Οπως παρατηρεί στο πρόλογό του ο Απ. Λαμπρόπουλος –μεταφραστής της «Περιτομολόγησης»  και μελετητής της φιλοσοφίας του Ντερριντά– η «Περιτομολόγηση» λειτουργεί σαν ένα υπο-στρωμα που απαντά και επι-τίθεται από κάτω «στο υψηλόν που εκπροσωπεί η Ντερρινταβάση» (σελ. 22). Το παράδοξο της απάντησης έγκειται στην απουσία κάθε διάθεσης για διόρθωση, πρόσθεση ή περαιτέρω εξήγηση των θέσεων που αναπτύσσονται στο κείμενο του Μπέννινγκτον. 

Αντιθέτως, η «Περιτομολόγηση» μονομαχεί με την αρτιότητα, τη συστηματικότητα και εντέλει και με την ορθότητα του κειμένου του Μπέννινγκτον, το οποίο αποκαλείται χαρακτηριστικά από τον Ντερριντά «Θεολογισμικό», αντιπαραβάλλοντας μια σειρά εικόνων και εννοιών που δοκιμάζουν και διακινδυνεύουν, σύμφωνα με τον Απ. Λαμπρόπουλο, μια «διπλή οικειότητα»: αφενός την οικειότητα της ιστορικοποίησης της ίδιας της φιλοσοφίας του Ντερριντά –ως ιδιαίτερο και ιδιόμορφο είδος που δεν έχει όμοιό του– αφετέρου την οικειότητα «με την ψευδαίσθηση ενός φιλοσοφικού λόγου οιονεί άχρονου... ενός τόνου αποκαλυπτικού» (σελ. 32).  Ταυτόχρονα, η ιδιότυπη αυτή απάντηση «πραγματεύεται τα όρια του τι μπορεί κανείς να πει ή να κάνει μιλώντας φιλοσοφικά» (σελ. 33).  Με αυτόν τον τρόπο και επιστρατεύοντας πληθώρα λογοτεχνικών μέσων, η «Περιτομολόγηση» μοιάζει να στρέφεται «εναντίον του κειμενικού είδους και του θεσμού της φιλοσοφίας» (σελ. 33) που εγκαθιδρύει ο ίδιος ο Ντερριντά και συστηματοποιεί ο Μπέννινγκτον αντιτάσσοντας στο συνεκτικό όλον του κειμένου «Ντερρινταβάση» ένα υλικό συνεχές, μια γραμμή αίματος υλική όπως η ροή του αίματος μιας περιτομής αλλά και μια άλλη γραμμή αίματος, αυτή τη φορά κληρονομική κι επομένως υλική και άυλη συνάμα.  Αυτή είναι η γραμμή της μητέρας, του παρελθόντος και του τόπου, τρεις παράγοντες που αποσυγκροτούν αντί να συγκροτούν την ταυτότητα του υποκειμένου που εκφέρει αυτή την ιδιότυπη απάντηση/εξομολόγηση που είναι η «Περιτομολόγηση». 

Η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει στις 31 Οκτωβρίου στις εκδόσεις Νήσος, Σαρρή 14, Ψυρρή.

* Η κ. Μαργαρίτα Καρκαγιάννη είναι διδάκτωρ φιλοσοφίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ