ΔΙΟΜΗΔΗΣ Δ. ΣΠΙΝΕΛΛΗΣ*

Ματώσαμε, αλλά δεν μάθαμε

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σύμφωνα με ρεπορτάζ στο κυριακάτικο φύλλο της «Καθημερινής», η κυβέρνηση προτίθεται να προχωρήσει σε περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων. Το μέτρο αυτό μας επιστρέφει στις χειρότερες μέρες της φορολογικής διοίκησης της χώρας – μέρες που θεωρούσα ότι είχαμε αφήσει πίσω μας για πάντα.

Το μέτρο που είναι γνωστό με το όνομα «περαίωση» στις εγκυκλίους εμφανίζεται ως «εκούσια κατάργηση φορολογικών διαφορών». Πιο εύστοχα οι δανειστές μας το αποκαλούν «φορολογική αμνηστία». Το μέτρο της περαίωσης επιτρέπει στις επιχειρήσεις και στους ελεύθερους επαγγελματίες να πληρώσουν προαιρετικά έναν πρόσθετο φόρο (υπολογισμένο π.χ. με βάση τα έσοδά τους) για μια σειρά ετών για τα οποία δεν έχουν ελεγχθεί από τη φορολογική διοίκηση, ελαχιστοποιώντας έτσι τις πιθανότητες να ελεγχθούν για τις συγκεκριμένες χρήσεις. Εφαρμοζόταν σποραδικά αλλά τακτικά στο παρελθόν, όταν συσσωρεύονταν ανέλεγκτες φορολογικές υποθέσεις. Από το 1978 έχει εφαρμοστεί οκτώ φορές. Η τελευταία φορά που εφαρμόστηκε ήταν με τον νόμο 3888 του 2010. Η περαίωση είναι ένα ιδιαίτερα προβληματικό μέτρο και για τον λόγο αυτό οι δανειστές μας είχαν τότε, δικαιολογημένα, εκφράσει σοβαρότατες επιφυλάξεις. Το επιχείρημα της τότε κυβέρνησης ήταν ότι το μέτρο θα εφαρμοζόταν για τελευταία φορά, επειδή στο μέλλον ο εκσυγχρονισμός της φορολογικής διοίκησης, που ήταν ήδη στα σκαριά, θα το καθιστούσε μη αναγκαίο.

Επιφανειακά η περαίωση έχει πολλά πλεονεκτήματα. Η φορολογική διοίκηση μπορούσε απλώς με τις βεβαιώσεις του πρόσθετου προαιρετικού φόρου να εισπράξει εκατοντάδες εκατομμύρια και να απαλλαγεί από την ευθύνη του πραγματικού ελέγχου των ανέλεγκτων χρήσεων. (Είναι αμφίβολο αν τέτοιες εισπράξεις θα επαναλαμβάνονταν σήμερα, λόγω της κατάργησης των αέναων παρατάσεων ανέλεγκτων χρήσεων.) Οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι επιχειρήσεις που φοβούνται ότι ένας έλεγχος στα περασμένα έτη μπορεί να εμφανίσει δυσάρεστες εκπλήξεις έχουν μια ευκαιρία πληρώνοντας τον πρόσθετο φόρο να μειώσουν τον κίνδυνο αυτό. Ακόμα και οι λογιστές και οι ελεγκτικές εταιρείες ωφελούνται, διότι ελαχιστοποιούν το ρίσκο ένας έλεγχος να αποκαλύψει δικά τους σφάλματα ή αστοχίες. Τα πλεονεκτήματα, όμως, αυτά είναι απατηλά· στην πραγματικότητα η περαίωση είναι μια συμφωνία με τον διάβολο.

Κατ’ αρχήν η περαίωση καταρρακώνει τη φορολογική συνείδηση. Εμπεδώνει το μήνυμα ότι, αντί οι φορολογούμενοι να πρέπει να είναι φορολογικά συνεπείς, αρκεί να περιμένουν την επόμενη περαίωση για να τακτοποιήσουν τις εκκρεμότητές τους. Πολλοί μάλιστα ενδέχεται να υπολογίσουν ότι θα πρέπει να εκμεταλλευτούν αυτή τη δυνατότητα αποκρύπτοντας κάθε χρόνο φορολογητέα ύλη, ώστε να σχηματίσουν ένα αποθεματικό για να πληρώσουν την επόμενη περαίωση και, επιπλέον, να ωφεληθούν όσο περισσότερο γίνεται από αυτή. Ετσι, οι συνεπείς φορολογούμενοι τιμωρούνται, ενώ οι ασυνεπείς επιβραβεύονται.

Επιπλέον, η περαίωση προβάλλει στους επαγγελματίες και επιχειρηματίες στην Ελλάδα και στους επενδυτές στο εξωτερικό την εικόνα μιας αναξιόπιστης, κακόπιστης και αναποτελεσματικής φορολογικής διοίκησης. Η φορολογική διοίκηση εμφανίζεται ανίκανη να προτεραιοποιήσει τις ανέλεγκτες χρήσεις και να ελέγξει αποτελεσματικά αυτές που πραγματικά απαιτούν έλεγχο. Αντί αυτού, εφαρμόζει οριζόντια την περαίωση επί δικαίων και αδίκων. Φανταστείτε στέλεχος πολυεθνικής εταιρείας στην Ελλάδα να πρέπει να εξηγήσει στα κεντρικά γραφεία ότι οι ανέλεγκτες χρήσεις τους μπορεί ανά πάσα στιγμή να εμφανίσουν πολύ δυσάρεστες εκπλήξεις σε ελέγχους, τις οποίες μπορούν να αποφύγουν καταβάλλοντας προαιρετικά έναν πρόσθετο, μη προγραμματισμένο φόρο. Είναι προφανές ότι τέτοιες καταστάσεις κάθε άλλο παρά προάγουν την υγιή επιχειρηματικότητα που ευαγγελίζεται η κυβέρνηση.

Από τα παραπάνω είναι, πιστεύω, σαφές ότι το μέτρο της περαίωσης δεν πρέπει να εφαρμοστεί: ούτε τώρα ούτε ποτέ ξανά. Η φορολογική διοίκηση έχει βελτιωθεί αρκετά τη δεκαετία της κρίσης, με τη θεσμοθέτηση της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), τη συγκέντρωση πολύτιμων στοιχείων με ηλεκτρονικές φορολογικές δηλώσεις, την καθιέρωση φορολογικών πιστοποιητικών από ανεξάρτητες ελεγκτικές εταιρείες, την πρόσληψη εξειδικευμένων στελεχών και την υλοποίηση πληροφοριακών συστημάτων που μπορούν να προτεραιοποιούν τις υποθέσεις προς έλεγχο με κριτήρια ανάλυσης κινδύνου. Είναι, λοιπόν, η ΑΑΔΕ ώριμη να φανεί πιστή στο όραμα που αποτυπώνεται στο στρατηγικό της σχέδιο 2017-2020: «...να θεμελιώσει σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες και να εξελιχθεί σε έναν πρότυπο οργανισμό διασφάλισης των δημοσίων εσόδων της χώρας».

Συνεπώς, πρέπει η ΑΑΔΕ να αντιταχθεί σθεναρά στη θεσμοθέτηση μιας ακόμα περαίωσης και, ενισχύοντας τη σχέση εμπιστοσύνης που θέλει να θεμελιώσει, να θεωρήσει αυτόματα περαιωμένες όλες τις χρήσεις και υποθέσεις που δεν έχει προτεραιοποιήσει προς έλεγχο. Παράλληλα, θα πρέπει να θεσπιστεί το κατάλληλο πλαίσιο, ώστε να σταματήσει επιτέλους το εκβιαστικό όνειδος των πολυετών ανέλεγκτων χρήσεων, διασφαλίζοντας έτσι ότι δεν θα βρεθεί ποτέ ξανά κυβέρνηση στον πειρασμό να εφαρμόσει το επαίσχυντο μέτρο της περαίωσης.

* Ο κ. Διομήδης Δ. Σπινέλλης είναι πρόεδρος και καθηγητής του Τμήματος Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Εχει υπηρετήσει ως γ.γ. Πληροφοριακών Συστημάτων την περίοδο 2009-2011.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ