Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Μάικ Πομπέο: Τσίρκο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Τι κάνεις όταν ο πρόεδρος που υπηρετείς σε τρομάζει με την αβάσταχτη ελαφρότητά του; Παραιτείσαι για να σώσεις την αξιοπρέπειά σου; Ή μένεις δίπλα του, για να προστατεύσεις, όσο μπορείς, τη χώρα από τις ορέξεις του;

Το δίλημμα, που άλλοτε θα ακουγόταν εξωφρενικό, έχει βασανίσει πολλούς συνεργάτες του Τραμπ. Αλλοι έφυγαν. Αλλοι έμειναν. Κανένας, όμως, από αυτούς που έμειναν, δεν έχει την επιρροή του Πομπέο. Αυτό που μένει αδιευκρίνιστο είναι πώς έχει απαντήσει ο υπουργός Εξωτερικών στο δίλημμα: Μένει γιατί πιστεύει ότι έχει χρέος να κηδεμονεύσει τον αστάθμητο προϊστάμενό του; Ή μένει γιατί συμφέρει την καριέρα του;

Ενα εξονυχιστικό πορτρέτο του Πομπέο, πριν από δύο μήνες στον New Yorker από τη Susan Glasser, φώτιζε τα κίνητρα του υπουργού, που, όταν ο Τραμπ ήταν ακόμη υποψήφιος, τον παρομοίαζε με «τσίρκο». Πολύ γρήγορα, ο Πομπέο επιστράτευσε όλες του τις δεξιότητες για να ξεχαστεί το «τσίρκο» και να δείξει τη νομιμοφροσύνη του στον πρόεδρο. Στο ίδιο ρεπορτάζ, ένας πρώην διπλωμάτης τον περιγράφει σαν –σε πολύ καθωσπρέπει μετάφραση– «θερμοκατευθυνόμενο πύραυλο που κυνηγάει την ουρά του Τραμπ». Αλλος αξιωματούχος μαρτυρεί ότι ο επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ προσπαθεί να αλλάξει τη γνώμη του προέδρου· «αλλά, αν δεν τα καταφέρει, οκέι». Προσπαθεί περισσότερο να τον (δια)χειριστεί, παρά να αναμετρηθεί μαζί του – γιατί όποιον αναμετριέται με τον Τραμπ τον τρώει αμέσως το ευάλωτο προεδρικό εγώ.

Αν αυτή η υπερβολικά ψυχογραφική προσέγγιση ακούγεται ρηχή, είναι γιατί η ίδια η πολιτική του Λευκού Οίκου είναι ρηχή. Είναι περισσότερο ένας διαρκής βρασμός ακατάσχετων παρορμήσεων, παρά πολιτική. Στρατηγικές που χτίζονται ψηφίδα την ψηφίδα –όπως η στρατηγική αντιμετώπισης του ISIS στον Βορρά της διαμελισμένης Συρίας– μπορεί να ανατραπούν με ένα τηλεφώνημα ή ένα τουίτ.

Η αλλαγή είναι πολύ δραματική για να μπορεί κανείς να εξοικειωθεί μαζί της: Η Αμερική δεν υπάρχει. Προσωρινά ή λιγότερο προσωρινά, έχει αποσυρθεί από τον ρόλο της στην Ιστορία. Διατηρεί τον όγκο της. Αλλά έχει χάσει το μυαλό της.

Η δυσκολία αφομοίωσης αυτής της πραγματικότητας εξηγεί και τη σπουδή να πανηγυριστεί στην Αθήνα η επίσκεψη Πομπέο. Η Αμερική μπορεί να μην υπάρχει. Ολοι όμως εξακολουθούν να την έχουν ανάγκη. Το παράδοξο για την Ελλάδα είναι ότι, ενώ οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις περνούν μάλλον τη χειρότερη στιγμή τους μετά τον Πόλεμο, περνούν ταυτόχρονα και στην ανεξιχνίαστη σφαίρα των προσωπικών κλίσεων του Αμερικανού προέδρου προς «ρωμαλέους» ηγέτες σαν τον Ερντογάν.

Χώρα καταδικασμένη στον ρόλο της δυτικής μεθορίου –«χώρα», όπως λέγεται, «εισόδου»– η Ελλάδα βρίσκεται στο χείλος του γεωπολιτικού κενού. Βρίσκεται με μια Ευρώπη που θέλει, αλλά δεν μπορεί. Και μια Αμερική που δεν ξέρει πια τι θέλει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ