Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ανάπτυξη, καζίνο και επενδύσεις

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σήμερα θέλω να μοιραστώ μαζί σας κάτι που με ταλανίζει (ναι, αυτή είναι η λέξη) εδώ και καιρό, το οποίο είμαι μεν έτοιμος να μοιραστώ, όμως χρειάζεται και μια εισαγωγή πρώτα για να τεθεί το πλαίσιο. Η εισαγωγή είναι η εξής.

Από τότε που εξελέγη η νέα κυβέρνηση (και, εδώ που τα λέμε, και αρκετό καιρό πριν) ένα από τα κυριότερα θέματα στην πολιτική ατζέντα ήταν η ανάπτυξη. Και δίκαια. Αυτό είναι το σημαντικότερο πράγμα που χρειάζεται η χώρα μας, νέες καλοπληρωμένες δουλειές για το ανθρώπινο δυναμικό της, νέες επιχειρηματικές προσπάθειες για να ανοίξουν περισσότερες δουλειές, να παραχθεί περισσότερος πλούτος, να εισπράττει το κράτος και να ευημερούν οι πολίτες. Ανάπτυξη.

Μέσα στον κακό χαμό, μετά από μια κρίση από τις μεγαλύτερες που έχει δει ο κόσμος σε καιρό ειρήνης, πολύ φυσιολογικά έγινε πολύ λιγότερη συζήτηση για ένα άλλο θέμα: Τι είδους ανάπτυξη; Τι σόι επενδύσεις; Εδώ ο κόσμος χάνεται, θα πει κάποιος, η ανεργία είναι στα ουράνια, ο κόσμος φεύγει σ’ άλλες χώρες, θα κάτσουμε να ασχολούμαστε με το από πού θα έρθουν οι δουλειές, ή τι είδους θα είναι οι νέες επιχειρήσεις; Ανάπτυξη να 'ναι, κι ό,τι να 'ναι. Δεν είναι παράλογο. Αυτή ήταν η εισαγωγή.

Τώρα όμως, και μπαίνουμε στο ψητό, η ανάπτυξη νάτη που έρχεται, που ξεπροβάλλει, σαν ποδοβολητό Σελήνης. Η νέα κυβέρνηση, ελεύθερη από ιδεολογικά ή άλλα βαρίδια, επιταχύνει ό,τι μπορεί να επιταχυνθεί, ξεκλειδώνει ό,τι μπορεί να ξεκλειδωθεί, απλοποιεί ό,τι μπορεί να απλοποιηθεί και τα δεδομένα αλλάζουν, το κλίμα γίνεται πιο φιλικό, το έδαφος πιο πρόσφορο κι οι κάνουλες ανοίγουν. Οι επενδύσεις, επιτέλους, έρχονται.

Και ποια είναι η πρώτη μεγάλη επένδυση που μπαίνει επιτέλους μπρος και σηματοδοτεί μια νέα εποχή ανάπτυξης, αρνητικών επιτοκίων δανεισμού και βιώσιμης ευημερίας;

Ένα καζίνο.

Ναι, ασφαλώς, δεν είμαστε σε θέση να κάνουμε και τους επιλεκτικούς, να λέμε ότι αυτά τα δισεκατομμύρια μας κάνουν, τα άλλα δεν μας ταιριάζουν, πάρτε τα πίσω. Το αντιλαμβάνομαι. Το δέχομαι. Σύμφωνοι. Και καταλαβαίνω πως ό,τι προχωράει τώρα είχε δρομολογηθεί από τους προηγούμενους και είχε ξεκινήσει από τους προ-προηγούμενους, κατανοητό κι αυτό. Μα δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ κιόλας, σε συμβολικό επίπεδο, έστω: Καζίνο; Αυτό είναι το πρώτο; Από εκεί αρχίζουμε;

Η επένδυση του Ελληνικού, σαφώς, είναι εξαιρετικά σημαντική κυρίως λόγω μεγέθους. Θα δώσει ώθηση στην οικοδομή, θα προσφέρει μεγάλους χώρους γραφείων που λείπουν πάρα πολύ από την Αθηναϊκή αγορά, δυο-τρία ξενοδοχεία δίπλα στη θάλασσα, μπορεί να αποφορτίσει λίγο και τη ζήτηση στην κατοικία που πάει να ξεφύγει πάλι σε διάφορες περιοχές, θα φτιάξει και ένα ωραίο μέρος στο οποίο κατά πάσα πιθανότητα θα θέλει πολύς κόσμος να πηγαίνει, ένα τοπόσημο από αυτά που κάνουν τη ζωή λίγο καλύτερη και την πόλη λίγο ελκυστικότερη για εργαζομένους και επιχειρήσεις. Είναι σημαντικό πράγμα. Αλλά από όλο αυτό το μεγάλο έργο, το λιγότερο ενδιαφέρον κομμάτι, το λιγότερο σημαντικό και ίσως και το πιο βλαβερό, είναι αυτό που μπαίνει μπροστά πρώτο: το καζίνο.

Όπως φάνηκε και από κάποιες από τις αντιδράσεις των τελευταίων ημερών, πολύς κόσμος ακούει καζίνο και σκέφτεται κάτι αριστοκρατικές αίθουσες γεμάτες άνδρες με παπιγιόν και γυναίκες με τουαλέτες, σαν στις ταινίες με τον Τζέιμς Μποντ. Ή φαντάζεται Σαουδάραβες και Ρώσους μεγιστάνες να έρχονται με τις λιμουζίνες τους και να τζογάρουν εκατομμύρια μέσα σε ένα περιβάλλον χλιδής και πολυτέλειας. Έχοντας επισκεφτεί όμως το γιγάντιο Mohegan Sun στο Κονέκτικατ, τη ναυαρχίδα μιας από τις δύο εταιρείες που υπέβαλαν πρόταση για το Ελληνικό, καθώς και άλλα καταστήματα αυτής της κατηγορίας στο Λας Βέγκας (δήλαδη όχι τα πρωτοκλασάτα, πανάκριβα, που κατασκευάζονται από άλλες, μεγαλύτερες εταιρείες που δεν κατάθεσαν πρόταση για το Ελληνικό), μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι τα καζίνα αυτά δεν είναι καθόλου έτσι. Είναι κατά κανόνα μέρη μαζικά, γιγάντια και κραυγαλέα, που χρησιμοποιούν την κιτς διακόσμηση, τους ήχους και τα φώτα για να καλύψουν το πραγματικό τους περιεχόμενο: τη θλίψη, την αγωνία και τη δυστυχία. Τα καζίνα (όλα τα καζίνα, συμπεριλαμβανομένων και των πρωτοκλασσάτων) δεν είναι τόποι διασκέδασης και χαράς. Είναι απίστευτα μελαγχολικά μέρη στα οποία η πλειοψηφία των θαμώνων δεν είναι ούτε μεγιστάνες, ούτε διάσημοι με παπιγιόν, αλλά κανονικοί, κακοντυμένοι, συνοφρυωμένοι άνθρωποι που, πρακτικά, νοσούν. Και, ναι, αυτές οι επιχειρήσεις πολύ συχνά βγάζουν πάρα πολλά λεφτά από όλο αυτό το επώδυνο πάθος, από όλη αυτή τη μιζέρια και, ναι, δίνουν εκατοντάδες (κυρίως δύσκολες ή/και κακοπληρωμένες) δουλειές σε πολλούς ανθρώπους και ενίοτε πληρώνουν πολλούς φόρους -εκτός κι αν ανήκουν στον Ντόναλντ Τραμπ, οπότε χρεωκοπούν και κλείνουν- αλλά το κόστος τους για τις κοινωνίες ευρύτερα μπορεί να είναι ακόμα μεγαλύτερο από τα οικονομικά οφέλη.

Κι ακόμα κι αν δεν είναι, ακόμα κι αν λέμε ως κοινωνία ότι, εντάξει, ας έχουμε και ένα τέτοιο στην πιο προνομιούχα τοποθεσία της πόλης μας, στη μεγαλύτερη επένδυση real estate της πρόσφατης ιστορίας, κι ας μην είναι από τις πολύ μεγάλες εταιρείες του χώρου, κι ας είναι ένα αρχιτεκτονικό ανοσιούργημα, ένα Marina Bay Sands των πολύ φτωχών, κι ας συμβιβαστούμε με τους αμφισβητίσιμης κατηγορίας τουρίστες που θα προσελκύσει, αν προσελκύσει, κι ας αρκεστούμε στο ότι θα προσθέσει ένα ξενοδοχείο και ένα συνεδριακό κέντρο στην πόλη και κάμποσες εκατοντάδες θέσεις εργασίας στον τομέα των υπηρεσιών, δεκτά όλα αυτά, εντάξει, έστω.

Πώς όμως να μην αναρωτηθεί κανείς: ήταν ανάγκη;

Ήταν ανάγκη, έστω και για λόγους συμβολισμού, να το κάνουμε πρώτο; Τόσο μεγάλη επένδυση, τόσες πολλές και μεγάλες ευκαιρίες, ξενοδοχεία, μαρίνες ενυδρεία, έπρεπε να ξεκινήσουμε από αυτό;

Το καζίνο;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ