ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η επιθυμία της ήταν να κάνουμε τη συνέντευξη γραπτώς. Ετσι κι έγινε. Ελαβε τις ερωτήσεις με mail και τις απάντησε μέσα σε λίγες ώρες. Αποτελεσματική και σαφής, έτσι πρέπει να ήταν ανέκαθεν. Στο βιογραφικό της, λίγες γραμμές μόνον αφορούν τη ζωή της και ας είναι πλούσια σε γεγονότα.

Το μεγαλύτερο μέρος του καταλαμβάνεται από τη φιλμογραφία της. Η Ανθια Σίλμπερτ είναι μια προσωπικότητα του κινηματογράφου, που όμως δεν περιαυτολογεί. Προτιμά να μιλούν τα έργα της για εκείνη.

Γεννήθηκε στο Μπρούκλιν το 1937, το πατρικό της όνομα είναι Ανθια Γιαννακούρου (Anthea Giannakouros). Μεγάλωσε σε μια τυπική, πολύ δεμένη ελληνοαμερικανική οικογένεια, ένα παιδί που του άρεσε να σχεδιάζει και να ζωγραφίζει. Εμαθε να ράβει από τη γιαγιά της.

Ο πατέρας της ήλπιζε ότι θα γινόταν δικηγόρος ή αρχιτέκτονας, αλλά εκείνη σπούδασε Ιστορία Τέχνης. Ξεκίνησε να εργάζεται στον κινηματογράφο ως ενδυματολόγος το 1967 και συνέχισε επί περίπου μία δεκαετία, την περίοδο που ονομάστηκε «New Hollywοod», όταν η πτώση των μεγάλων στούντιο παραγωγής έδωσε ευκαιρίες σε νέους δημιουργούς.

Ηταν μέλος μιας παρέας διανοουμένων του κινηματογράφου οι οποίοι συνέδεσαν το όνομά τους με την εποχή: σκηνοθέτες σαν τον Μάικ Νίκολς και τον Ρόμαν Πολάνσκι, ηθοποιούς σαν τον Ουόρεν Μπίτι και τον Τζακ Νίκολσον· όλοι τους outsiders των ’60s.


Το πρωτότυπο σχέδιο από κοστούμι για την πρωταγωνίστρια στο «Μωρό της Ρόζμαρι».

Εκείνα τα χρόνια σχεδίασε κοστούμια για είκοσι μία ταινίες, μεταξύ αυτών το «Μωρό της Ρόζμαρι» και το «Chinatown», το «Shampoo» και το «Julia». Υπήρξε δύο φορές υποψήφια για Οσκαρ. Εχαιρε μεγάλης εκτίμησης ανάμεσα στους κινηματογραφιστές, η φιλοσοφία της ήταν να σχεδιάζει κοστούμια που δεν αυτοπροβάλλονταν αλλά εξυπηρετούσαν το σενάριο και τους ρόλους. Λένε ότι πολλές φορές έγινε η επιτυχημένη διαμεσολαβήτρια μεταξύ των σκηνοθετών και της παραγωγής.


Στιγμιότυπο από την ταινία «Chinatown».

Οταν τα πράγματα άλλαξαν στο Χόλιγουντ, εγκατέλειψε την ενδυματολογία και συνέχισε την καριέρα της ως studio executive, παραγωγός και σεναριογράφος. Το 2005 έλαβε ένα μεγάλο βραβείο για τη συνολική προσφορά της (Costume Designers Guild’s Lifetime Achievement Award), αλλά ήδη είχε κάνει άλλη μια στροφή στη ζωή της.

Εδώ και περίπου μία εικοσαετία ζει με τον σύζυγό της στη Σκιάθο. Εχει επιμεληθεί και εικονογραφήσει το βιβλίο του «Act III»: μιλάει για την «τρίτη πράξη» στη ζωή ενός καλλιτεχνικού ζευγαριού που πουλάει όλα του τα υπάρχοντα στην Αμερική και μετακομίζει στην Ελλάδα για να ζήσει την ωριμότητά του.

Το ξεκίνημα

«Πώς αποφασίσατε να γίνετε ενδυματολόγος;», αρχίζουμε τη συνέντευξη. «Είχα μόλις αποφοιτήσει από το Κολέγιο Μπάρναρντ και ετοιμαζόμουν να συνεχίσω στο Κολούμπια», απαντά. «Εκείνο το καλοκαίρι ένας σχεδιαστής του Μπρόντγουεϊ με προσέλαβε να κάνω έρευνα για ένα έργο. Οταν τελείωσα και του παρέδωσα τα σχέδια, με ρώτησε αν μπορούσα να παραμείνω στη διάθεσή του και να παρακολουθήσω την πορεία της κατασκευής των κοστουμιών, έτσι ώστε να γίνουν σωστά οι λεπτομέρειες.

»Μια μέρα που καθόμουν και παρακολουθούσα τη δουλειά, σκέφτηκα: “Aυτό είναι πιο ενδιαφέρον από τα χειρόγραφα του 12ου αιώνα”. Τηλεφώνησα λοιπόν στον πατέρα μου και του είπα ότι δεν θα συνεχίσω τις σπουδές μου στην Ιστορία Τέχνης, αλλά ότι ίσως μπορούσε ακόμη να πάρει πίσω τα χρήματα που έδωσε στο Κολούμπια. Είχα αποφασίσει να γίνω σχεδιάστρια κοστουμιών. Αλλωστε από παιδί, όποτε μου χάριζαν μια κούκλα, της έφτιαχνα ξανά τα μαλλιά και τα ρούχα».

«Η συνεργασία με τον Ρόμαν ήταν ανέκαθεν πρόκληση για έμπνευση»

Η ταινία «Το μωρό της Ρόζμαρι» (Rosemary’s Βaby, 1968) ήταν η δεύτερη στην οποία εργάστηκε και απογείωσε την καριέρα της. Ο Πολάνσκι ήθελε η πρωταγωνίστριά του να φορά κοριτσίστικα φορέματα σε αντίθεση με τη σκοτεινή πλοκή και την ένταση που κορυφώνεται σταδιακά.


Στιγμιότυπο από το «Μωρό της Ρόζμαρι».

Η Σίλμπερτ σχεδίασε πολλά φλοράλ βαμβακερά μπέιμπι-ντολ σε παστέλ αποχρώσεις. Ηταν η εποχή που το μίνι μεσουρανούσε· οι φούστες μέρα με τη μέρα κόνταιναν. Αυτό συνέβη επίσης στα φορέματα της Μία Φάροου (Ρόζμαρι): στην αρχή της ταινίας έφταναν λίγο κάτω από το γόνατο και στην πορεία «ανέβαιναν», κάνοντας τη νεαρή έγκυο να δείχνει όλο και πιο ευάλωτη.

Λίγα χρόνια αργότερα συνεργάστηκε πάλι με τον Πολάνσκι στο κλασικό «Chinatown» (1974), ένα νεο-νουάρ με πρωταγωνιστές τους Τζακ Νίκολσον και Φέι Νταναγουέι. Η ιδέα για τα κοστούμια ήταν να ανατρέξει σε εφημερίδες της εποχής και οικογενειακές φωτογραφίες αντί να συμβουλευθεί περιοδικά μόδας. Η ταινία κέρδισε 11 υποψηφιότητες για Οσκαρ, μία από τις οποίες ήταν για την Ανθια Σίλμπερτ.

«Η συνεργασία με τον Ρόμαν ήταν ανέκαθεν πρόκληση για έμπνευση και διασκέδαση», λέει. «Στην πραγματικότητα διαφωνήσαμε μία μόνον φορά: ήταν για το κόκκινο βερνίκι νυχιών της πρωταγωνίστριας. Η δική μου έρευνα έδειξε ότι τη δεκαετία του ’30 που διαδραματίζεται η ταινία, οι γυναίκες της ανώτερης τάξης στην οποία ανήκε ο χαρακτήρας που υποδύεται η Φέι Νταναγουέι, δεν έβαφαν κόκκινα τα νύχια τους. Εκείνος μου εξήγησε ότι οι θεατές δεν θα καταλάβαιναν τον αναχρονισμό επειδή η άποψή τους για τη συγκεκριμένη εποχή διαμορφώθηκε μέσω του κινηματογράφου, και όλες οι ηθοποιοί έβαφαν κόκκινα τα νύχια τους. Τη στιγμή που άρχισα να απαντώ, με ρώτησε εάν είχα αρχίσει να γίνομαι κι εγώ χαζή σαν όλους τους άλλους. Αργότερα μου δήλωσε ότι με θεωρούσε την εξυπνότερη γυναίκα που γνώρισε».


Πρωτότυπα σχέδια για τα κοστούμια του «Julia».

Και γιατί απέφευγε τα περιοδικά μόδας στη δουλειά της; «Επειδή ποτέ δεν γνώρισα κανέναν που μοιάζει σαν να βγήκε από τις σελίδες της Vogue. Για να ντύσω ένα χαρακτήρα, αναζητούσα κάποιο υπαρκτό πρόσωπο που του έμοιαζε, κι αυτό με καθοδηγούσε στον σχεδιασμό.

Η δουλειά του ενδυματολόγου σε μια ταινία είναι να αφήσει τον χαρακτήρα να τον καθοδηγήσει, όχι να κάνει ό,τι επιθυμεί ο ίδιος για να πάρει το χειροκρότημα».

Ο Σιλβέστερ Σταλόνε

Εντέλει ο μόνος που κατάφερε να την εκνευρίσει ήταν ο Σιλβέστερ Σταλόνε. «Είχα σχεδιάσει τα κοστούμια για το “FIST” (“Πυγμή”, 1978), και περιμέναμε να γυριστεί η πρώτη μεγάλη σκηνή της απεργίας των εργατών. Είδα τον Σιλβέστερ Σταλόνε να μπαίνει στο πλατό με το σακάκι ριγμένο στους ώμους του. Περίμενα να το φορέσει. Και περίμενα, και περίμενα. Εντέλει πήγα στον σκηνοθέτη (σ.σ. Νόρμαν Τζούισον) και του ζήτησα να πει στον Σιλβέστερ να φορέσει το σακάκι. Δεν επρόκειτο να κάνει μια βόλτα στη Bία Βένετο άλλωστε. Ο σκηνοθέτης μου είπε να μην παρεμβαίνω στη δουλειά του με τους ηθοποιούς. Του απάντησα ότι ήθελα ένα εισιτήριο για να φύγω και αποχώρησα. Χτύπησε την πόρτα μου στη μέση της νύχτας και μου ζήτησε συγγνώμη. Εντέλει έμεινα ώς το τέλος της ταινίας. Ομως αυτή η εμπειρία συνέβαλε στην απόφασή μου να αλλάξω καριέρα. Οταν μου έγινε η πρόταση από την Warner Brothers, δέχθηκα. Και ποτέ δεν κοίταξα πίσω».


Μακέτα από το «Chinatown».

•Η Ανθια Σίλμπερ βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη πριν από λίγες ημέρες για μια τιμητική εκδήλωση που συνδιοργάνωσαν το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και η εταιρεία παραγωγής Dark Candy.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ