Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Η ποίηση του Κ. Π. Καβάφη και η πολιτική

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Θάλασσα», 1980, μολύβι σε χαρτί. Από την έκθεση «NATURMATIC. Δείγματα από έναν πλανήτη» με έργα του Βαλέριου Καλούτση. Εως 25 Οκτωβρίου. Σπίτι της Κύπρου, Ξενοφώντος 2α, Αθήνα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Από γράμμα της νονάς του Κωνσταντίνου Καβάφη γνωρίζουμε ότι η επιθυμία του ήταν «να εισέλθη εις το πολιτικόν ή το δημοσιογραφικόν στάδιον». Και πράγματι, εργάστηκε ως δημοσιογράφος, ή καλύτερα υποαπασχολήθηκε, πριν η μοίρα του τον συνδέσει με την Υπηρεσία  Αρδεύσεων από το 1899 έως το 1922. Με τη δημοσιογραφία ωστόσο, στην ευρεία έννοιά της, διατήρησε τις σχέσεις του. Το πιστοποιούν άρθρα του φιλολογικού ή γενικότερα πνευματικού περιεχομένου σε εφημερίδες και περιοδικά της Αλεξάνδρειας (πρωτίστως στον «Τηλέγραφο»), της Κωνσταντινούπολης, των Αθηνών, του Καΐρου, της Λειψίας και του Παρισιού.

Στο «πολιτικόν στάδιον» πάντως δεν εισήλθε ο Καβάφης, όπως κι αν εννοούσε μια ενδεχόμενη εμπλοκή του. Το «ευτυχώς που δεν εισήλθε» είναι αυθόρμητο και φυσικό. Ακόμα κι αν είχε κατά νουν να υιοθετήσει το μοντέλο του ποιητή-πολιτικού Σόλωνα, ο οποίος πολιτεύτηκε υπέρ της δημοκρατίας διά των ποιημάτων του, θα απογοητευόταν – όπως και ο Σόλων.

Πολιτικός ο Καβάφης υπήρξε πρωτίστως με τα γραπτά του, τα ποιητικά αλλά και τα λιγότερα και μικρότερου βεληνεκούς πεζά, ικανά να απαντήσουν μόνα τους σε κάθε είδους παραποίηση. Αδυνατώ όμως εδώ, για πολλούς λόγους, να προσπεράσω τη βαναυσότερη συκοφαντία κατά του ποιητή. Θα εξηγήσω μόνο δύο λόγους. Ο πρώτος: Την επίθεση κατά του Καβάφη, με όπλο ανυπόστατες αποκαλύψεις ότι τάχα ήταν οπαδός του φασισμού και είχε συνυπογράψει υμνητική επιστολή προς τον αρχηγό της Ενώσεως Ελλήνων Φασιστών, την έκανε κάποιος που από αρκετούς προβάλλεται σαν ο «αυθεντικός εθνικός μας ιστορικός»: ο Σαράντος Καργάκος. Και την έκανε με το βιβλίο του «Κ. Π. Καβάφης: Η νεώτερη αιγυπτιακή σφίγγα» (2009), το πνεύμα του οποίου συμπυκνώνεται στο οπισθόφυλλο: «Στην ιδιορρυθμία της προσωπικής του συμπεριφοράς και στην ιδιόρρυθμη ερωτογραφία του, τι νόημα μπορεί να είχε η πολιτική ερωτοτροπία του –στο μέτρο που είναι αληθινή– με τον φασισμό; Ηταν πίστη ή “βίτσιο” παροδικό;». Ομιλητικότατη η επιλογή της λέξης «βίτσιο» (συν δύο «ιδιορρυθμίες»), αποκαλύπτει τη σκοπιά του βιβλίου, που αποσαφηνίστηκε και με την εμφάνιση τότε του συγγραφέα στο «Τηλεάστυ», σε εκπομπή του λογίου Λεωνίδα Γεωργιάδη, αδελφού του λογιοτάτου Αδώνιδος.

Δεύτερος λόγος: Παρότι αποδείχθηκε από τον Νίκο Σαραντάκο, με συντριπτικά ντοκουμέντα, ότι η επιστολή, που είχε δημοσιευθεί στο «Σκριπ», το 1928, ήταν πλαστή, όπως άλλωστε είχε καταγγελθεί δημόσια ήδη τότε, εξακολουθεί να «παίζει» σαν τεκμηριωμένη αλήθεια, διαιωνίζοντας ένα απαράδεκτο ψεύδος. Και δεν παίζει μόνο στο πολιτικά σκοτεινό κομμάτι του Διαδικτύου, αλλά και στο επίσημο: Αν πληκτρολογήσει κανείς τον τίτλο του βιβλίου του Καργάκου, θα βρεθεί στις ιστοσελίδες των μεγάλων βιβλιοπωλείων που αναπαράγουν τη σύνοψη του οπισθοφύλλου και την προ πολλού καταρριφθείσα εικασία περί «ερωτοτροπίας με τον φασισμό». Εικασία αυτοπροστατευόμενη υποτίθεται με το δικολαβικό «στο μέτρο που είναι αληθινή», που δεν έχει την παραμικρή απαλλακτική ισχύ, διότι ο συγγραφέας δεν επιχείρησε καμία έρευνα, ώστε να διαπιστώσει αν είναι αληθινή ή όχι. Αρκέστηκε στο «Σκριπ».

Για να μετακινηθούμε χρονικά και πνευματικά, προφανώς και έχει ενδιαφέρον η εξής ανάμνηση του Γιώργου Λεχωνίτη, όπως την κατέγραψε στα «Καβαφικά αυτοσχόλια» (1942): «Δεν πρέπει να λησμονώμεν ότι ο Καβάφης ήτο φανατικός εθνικόφρων. Ουδένα αγώνα εθεώρει περιττόν διά την εξυπηρέτησιν του Ελληνισμού». Προφανώς επίσης έχει σημασία η ανάμνηση ενός άλλου γνωρίμου του ποιητή, του Γ. Α. Παπουτσάκη, όπως κατατέθηκε το 1963, στην έκδοση των «Πεζών»: «Το Κυπριακό ζήτημα ήταν από κείνα που συχνά απασχολούσαν τον Καβάφη. Ετυχε αρκετές φορές να μου μιλήσει για τους “αλύτρωτους πληθυσμούς μας” και για τα “απαράγραπτα δικαιώματα του ελληνισμού” – κι ανάμεσα σ’ αυτά, πρώτο, την απόδοση της Κύπρου στην Ελλάδα».    

Εξίσου προφανείς είναι όμως δύο αναγνωστικές-ερμηνευτικές υποχρεώσεις μας. Η πρώτη, να διακριβώσουμε ποια ακριβώς ήταν η έννοια του «εθνικόφρονος» το 1942, όταν την ανακαλεί ο Λεχωνίτης, και, πολύ κρισιμότερο, ποια στα χρόνια του Καβάφη. Οσο ζούσε ο Αλεξανδρινός, η έννοια του όρου «εθνικοφροσύνη» απείχε πολύ από την έννοια που απέκτησε στα μετεμφυλιακά χρόνια, όταν έγινε η επίσημη ιδεολογία του κράτους, ένα σκληρότατο δόγμα διαχωρισμού των Ελλήνων σε «εθνικώς φρονούντες» και σε εξοριστέα «μιάσματα». Αλλά και του αλυτρωτισμού η σημασία δεν έμεινε στάσιμη. Δεν ήταν αλυτρωτισμός τότε να απαιτεί κάποιος την απελευθέρωση της Κύπρου από τον βρετανικό ζυγό, όπως δεν είναι τώρα να απαιτεί την απελευθέρωση του βόρειου τμήματος του νησιού από τον τουρκικό ζυγό.

Η δεύτερη υποχρέωση είναι να διερευνήσουμε στον πρωτοπρόσωπο καβαφικό λόγο, όχι στον διαμεσολαβημένο, ποια επίδραση άσκησε στο έργο του η ιδιότητα του «εθνικόφρονος» που του αποδίδεται. Να δούμε λ.χ. πόσο ανεκτή ήταν και είναι από έναν πούρο εθνικόφρονα η περί ελληνικότητας αντίληψη που διέπει το «κρυμμένο» ποίημα «Επάνοδος από την Ελλάδα»: «Σ’ Ελληνας σαν κ’ εμάς δεν κάνουν τέτοιες μικροπρέπειες. / Το αίμα της Συρίας και της Αιγύπτου / που ρέει μες στις φλέβες μας να μη ντραπούμε, / να το τιμήσουμε και να το καυχηθούμε». Ή τον περίφημο στίχο του ποιήματος «Εν πόλει της Οσροηνής»: «Είμεθα ένα κράμα εδώ· Σύροι, Γραικοί, Αρμένιοι, Μήδοι». Μάλλον θ’ ανατριχιάζουν οι «εθνικώς φρονούντες».

Από τα καβαφικά ποιήματα, αυτόδηλα πολιτικό είναι το «27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ.», που γράφτηκε τον Ιανουάριο του 1908, σύμφωνα με τη σημείωση του ποιητή δίπλα στον τίτλο. Το ποίημα πρωτοδημοσιεύθηκε από τον Στρατή Τσίρκα το 1963, στην «Επιθεώρηση Τέχνης», και κατόπιν από τον Γ. Π. Σαββίδη, στα «Ανέκδοτα ποιήματα 1882-1923» (1968), και στη μετεξέλιξή τους, τα «Κρυμμένα ποιήματα 1877;-1923» (1993). Σημειώνει ο επιμελητής: «Ο τίτλος του ποιήματος παρέχει τα στοιχεία της ιστορικής του αφετηρίας. Πρόκειται για τον δημόσιο απαγχονισμό, από τους Αγγλους, πέντε Αιγυπτίων χωρικών, ηλικίας 80-22 ή (κατά τον Κ.) 17 ετών, που είχαν τολμήσει να αντιδράσουν, λίγο - πολύ βίαια, στην αυθαίρετη και προκλητική συμπεριφορά Αγγλων αξιωματικών στο χωριό Ντενσουάι. Ο Κ. εντοπίζεται στην εκτέλεση του νεότερου και σχετικώς αθώου κατάδικου, Ιούσεφ Χουσέιν Σελίμ, του οποίου το όνομα σημείωσε στο χφο του ποιήματος».

Οπως σχολίαζε ο Τσίρκας, η ημερομηνία 27 Ιουνίου 1906 που τιτλοδοτεί το ποίημα είναι για τους Αιγύπτιους ό,τι η Πρωτομαγιά του 1944 για τους Ελληνες. Το περιεχόμενό του φωτίζει την ιστορική συνείδηση του ποιητή και την πολιτική διάσταση του έργου του· διάσταση που το απροκατάληπτο μάτι (διότι υπάρχουν ακόμα περιοχές όπου ακμάζει η προκατάληψη πως ο Αλεξανδρινός ήταν ένας απολιτικός εστέτ ηδονοθήρας) μπορεί να την εντοπίσει και σε ποιήματα όπου είναι καλά «κρυμμένη». Αλλά θα συνεχίσουμε την επόμενη Κυριακή.

* Ομιλία στα «Καβάφεια 2019» (Βιβλιοθήκη Αλεξάνδρειας, 2.10.2019).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ