ΒΙΒΛΙΟ

Σκληρές μνήμες από το κολαστήριο

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

O συγγραφέας αφηγείται τις ιστορίες ανθρώπων που γνώρισε στη Μακρόνησο αλλά και σε άλλες φυλακές και εξορίες που πέρασε μέχρι τη δεκαετία του 1950. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΛΕΥΚΩΜΑ «ΤΟΠΟΙ ΕΞΟΡΙΑΣ, ΕΝΑ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΒΛΕΜΜΑ» ΤΩΝ ΟΡΕΣΤΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ - ΛΕΩΝΙΔΑ ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΠΟΓΙΑΤΖΗΣ
Μακρονήσι, Το βιβλίο που ήθελα ν' αφήσω
επιμέλεια: Βασίλης Α. Μπογιατζής εκδ. Πληθώρα, σελ. 254

Υπάρχουν ιστορικές καταγραφές ψύχραιμες και στον βαθμό που είναι εφικτό αντικειμενικές. Ερευνες συνοδευμένες από εμπεριστατωμένες αναλύσεις, με πληθώρα στοιχείων, αποτέλεσμα χρόνων μελέτης πηγών και αρχείων. Η καταγραφή του Απόστολου Μπογιατζή δεν είναι τέτοια· αντιθέτως, αποτελεί την αυθεντική, υποκειμενική κατάθεση ενός ανθρώπου που δεν μελέτησε απλώς την Ιστορία, αλλά την έζησε –κυριολεκτικά– στο πετσί του. Και κατέγραψε τότε, με τον δικό του λαϊκό και μαζί αναπάντεχα ζωντανό τρόπο, όσα εκείνος και οι σύντροφοί του πέρασαν στη Μακρόνησο.

Δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατο του Μπογιατζή (1910-2004), ο γιος του, Βασίλης, ολοκλήρωσε τη μεταγραφή, τον υπομνηματισμό και την επιμέλεια των σκόρπιων χειρογράφων του πατέρα του, δημιουργώντας ένα βιβλίο που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην καρδιά και στο μυαλό, στο θυμικό και στην ιστορική έρευνα. Κυρίως όμως να μείνει πιστό στα όσα «ήθελε ν’ αφήσει» ο Μπογιατζής σαν μαρτυρία όχι απλώς των δικών του περιπετειών αλλά μιας ολόκληρης εποχής.

«Ερχεται η σειρά μας. Κατεβαίνουμε στο καΐκι, πετώ τη βαλίτσα, μπαίνω μέσα, τρώγω την πρώτη, τη δεύτερη, και ζουφώνω κοντά στους άλλους. Αρπάζουν τον άλλο και του δίνουν, του δίνουν, αλλά αυτός ο βλάκας για να γλιτώσει, δεν έρχεται να πέσει απάνω μου, αλλά πήγε πίσω που τράβαγε και μένα για να γλιτώσει, τραβάω μια γερά να τον γλιτώσω, με το τράβηγμα μπερδεύτηκαν Αλφαμίτες και χωροφύλακες, και τον κάναν του αλατιού τον φουκαρά. [...] Το τι έγινε, άλλο πράμα! Η ώρα τώρα πρέπει να ’ναι γύρω στις 4 ξημέρωμα. Μας έχουν βάλει στον κλοιό καμιά εξακοσαριά φαντάροι και Αλφαμίτες και χτυπάνε. Χτυπάνε αλύπητα, με λύσσα, με φωνές και ακατονόμαστες βρισιές. Ολος αυτός ο κρατούμενος κόσμος να δέρνεται, όπως είπα, αλύπητα, να είναι και δεμένος, από το πρωινομεσήμερο στο πόδι, ταξίδι με το βαπόρι, όλα αυτά τα τρομαχτικά μέτρα και να συνεχίζει ο ξυλοδαρμός, νηστικός και απότιστος έτσι που γίνονται ένα μπουλούκι για να γλιτώσει, μα από πού;».


Το βιβλίο κυκλοφορεί 15 χρόνια μετά τον θάνατο του Απόστολου Μπογιατζή (1910 - 2004).

Το παραπάνω είναι ένα απόσπασμα (το πιο... λάιτ) του κεφαλαίου «Υποδοχή» που αντιστοιχεί σε όσα πέρασαν ο Μπογιατζής και οι υπόλοιποι με την άφιξή τους στη Μακρόνησο. Ο όρος «ανατριχιαστικά» είναι λίγος για να χωρέσει όσα περιγράφονται εκεί, παρόλο που η γενική εικόνα είναι γνωστή από χιλιάδες άλλες παρόμοιες μαρτυρίες. Η γλώσσα του Μπογιατζή είναι άμεση και σκληρή, δίχως επιτηδεύσεις και ωραιοποιήσεις. Ο λόγος του, που συχνά προσιδιάζει στον προφορικό, είναι χειμαρρώδης και πολλές φορές περνά αμέσως από την καταγραφή της καθημερινότητας στους προσωπικούς στοχασμούς τού γράφοντος.

«Πάλι μονάχος. Εφαγα την κονσέρβα, χόρτασα, ανάβω και το τσιγάρο μου και ντουμανιάζει το τσαντίρι. Είχε φεγγάρι κι έβγαινε η κάπνα έξω. Σκεπτόμουνα που έκανα Πάσχα με την οικογένεια, και ζύγωνε και η ώρα της Ανάστασης. Σηκώνουμαι, κοιτάω από την τρύπα του τσαντιριού, κίνηση στα γραφεία της Διοίκησης, στην ΑΜ και γενικά εκεί τριγύρω, και καμιά φορά ακούγεται το “Χριστός Ανέστη!” του 1949. [...] Ο κάθε σύντροφος είχε τα δικά του, είχε υποχρέωση να προφυλάξει το άτομό του και γενικά την ολότητα, την αλληλεγγύη, την ενότητα των συντρόφων και τη συνειδητή πειθαρχία, αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα την ανύψωση του αγωνιστικού επιπέδου».

Εχοντας αφήσει πίσω του σύζυγο και μικρά παιδιά, όπως και τόσοι άλλοι, ζει ακόμα πιο έντονη την ανησυχία και τον τρόμο. Από την άλλη, παρότι πολλοί γύρω του λυγίζουν, εκείνος διατηρεί ακέραιο το αγωνιστικό του πνεύμα – η πίστη στα ιδανικά του είναι ακλόνητη και συχνά εκφράζεται με τρόπο απόλυτο και ενθουσιώδη. Το ίδιο συμβαίνει και με την εχθρότητα απέναντι στην άλλη πλευρά, αν και θα ήταν δύσκολο κανείς να φανταστεί οτιδήποτε διαφορετικό δεδομένων των συνθηκών.

Γενικά ένα από τα στοιχεία που διακρίνονται ξεκάθαρα πίσω από τις ειλικρινείς γραμμές του Μπογιατζή, είναι ο τρομακτικός διχασμός του Εμφυλίου. Ανθρωποι με συμμετοχή στο αλβανικό μέτωπο, την Αντίσταση –είτε στην Ελλάδα είτε στη Μέση Ανατολή– βασανίζονται αγρίως και σε πολλές περιπτώσεις εκτελούνται με συνοπτικές διαδικασίες. Ο συγγραφέας αφηγείται τις ιστορίες αρκετών από αυτούς, τους οποίους γνώρισε στη Μακρόνησο αλλά και σε άλλες φυλακές και εξορίες που πέρασε μέχρι τη δεκαετία του 1950.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ