ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Σαρώνοντας τον «καμβά» της Ιστορίας

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

O Τομ Σίλινγκ υποδύεται τον Γερμανό ζωγράφο Γκέρχαρντ Ρίχτερ στην ταινία του Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ «Μη χαμηλώνεις το βλέμμα». Μια ζωή τραγική και την ίδια στιγμή συναρπαστική.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Αν μου πρότεινε κανείς να περάσω εβδομάδες μαζί με τον Μιχαήλ Αγγελο θα έλεγα “ευχαριστώ πολύ, αλλά προτιμώ τον Γκέρχαρντ Ρίχτερ”». Η σχέση ανάμεσα στον 47χρονο Γερμανό σκηνοθέτη Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ (βραβευμένο με Οσκαρ, το 2007, για το αλησμόνητο «Οι ζωές των άλλων») και τον 87χρονο ζωγράφο Γκέρχαρντ Ρίχτερ δεν εξελίχθηκε έτσι όπως ο πρώτος θα ήθελε ή όπως φαίνεται από το σχόλιό του. Πέρασε, πράγματι, πολλές εβδομάδες στο σπίτι του, ταξίδεψε μαζί του στη Δρέσδη, ο Ρίχτερ του επέτρεψε να μαγνητοφωνήσει συνομιλίες τους, αλλά όταν είδε το «Μη χαμηλώνεις το βλέμμα» («Never look away») ενοχλήθηκε. Παρότι στην ταινία το όνομά του δεν αναφέρεται πουθενά και ο κεντρικός ήρωάς του λέγεται Kουρτ Μπαρνέρτ (τον ερμηνεύει ο Τομ Σίλινγκ), η ιστορία που αφηγείται ο Φον Ντόνερσμαρκ, στα 188 λεπτά, είναι η ζωή του ζωγράφου.

Φτωχή έκφραση όμως η «ζωή», για μια πορεία στον χρόνο που περιλαμβάνει κοσμοϊστορικές αλλαγές που διαμόρφωσαν τον 20ό αιώνα: Η άνοδος του ναζισμού, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, το κομμουνιστικό καθεστώς, η ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου. Γεννήθηκε στη Δρέσδη, η οποία μετά τον πόλεμο βρέθηκε στην Ανατολική Γερμανία. Μαθητής του σοσιαλιστικού ρεαλισμού ήρθε σε επαφή το 1959, κατά τη διάρκεια της έκθεσης Documenta στο Κάσελ, με το έργο του Τζάκσον Πόλοκ και του Λούτσιο Φοντάνα. Το 1961, λίγο πριν χτιστεί το Τείχος, διέφυγε από την Ανατολική Γερμανία και εγκαταστάθηκε στο Ντίσελντορφ, όπου σπούδασε και αργότερα δίδαξε, από το 1971 έως το 1994, στην περίφημη Ακαδημία Καλών Τεχνών της πόλης. Σήμερα ζει στην Κολωνία.

Το παρελθόν του, μια διαδοχή από τραγωδίες· ο πατέρας του είχε αυτοκτονήσει, η μητέρα του είχε βιαστεί από Ρώσους, δύο θείοι του είχαν σκοτωθεί στο Ανατολικό Μέτωπο, οι συμμαθητές του είχαν βρει τον θάνατο στους βομβαρδισμούς της Δρέσδης από τους Συμμάχους και η θεία του, Μαριάν Σονφέλντερ, μικρότερη αδελφή της μητέρας του, με διαγνωσμένη σχιζοφρένεια, είχε μεταφερθεί από τους ναζί σε ψυχιατρείο, είχε στειρωθεί παρά τη θέλησή της, είχε αφεθεί να πεθάνει από πείνα και ριχτεί το 1945 σε ομαδικό τάφο.


«Πρόκειται για ένα τέρας...», λέει ο Σεμπάστιαν Κοχ για τον ρόλο που ερμηνεύει, ενός διαπρεπούς γυναικολόγου –πραγματικό πρόσωπο– που υπηρέτησε στα SS και ευθύνεται για την αναγκαστική στείρωση χιλιάδων γυναικών.

Ο πατέρας της φοιτήτριας που ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε στη Δρέσδη, διαπρεπής γυναικολόγος με μεγάλη καριέρα στην Ανατολική Γερμανία, όχι μόνον είχε υπηρετήσει στα SS σε μεγάλες θέσεις, αλλά ήταν και προσωπικά υπεύθυνος για την αναγκαστική στείρωση χιλιάδων γυναικών. Τον ρόλο του Χάινριχ Οϊφινγκερ (Καρλ Σίμπαρντ, στην ταινία) υποδύεται επιβλητικά ο Σεμπάστιαν Κοχ. «Πρόκειται για τέρας... Το πιο κτηνώδες είναι ότι έχει πείσει τον εαυτό του πως κάνει το σωστό. Για να τον σκιαγραφήσω καθοδηγήθηκα από κείμενα που θα μπορούσαν να τον είχαν επηρεάσει, όπως γραπτά του Νίτσε και του Βάγκνερ», λέει ο Κοχ.   

Η ταραχώδης και την ίδια στιγμή συναρπαστική, στις εποχές που διέσχισε, ζωή του Ρίχτερ αποτυπώνεται, κατά κάποιον τρόπο, και στο έργο του. Περνάει από τον φωτορεαλισμό στην αφηρημένη τέχνη, το αφαιρετικό συνυπάρχει με το παραστατικό, μέσα σε έναν καταιγισμό χρωμάτων και όψεων. Πορτρέτα, οικογενειακά, προσωπικά, φωτογραφημένα και αποτυπωμένα στον καμβά (με την τεχνική που ο ζωγράφος εισήγαγε αρχές της δεκαετίας του ’60), δίπλα σε έργα από την περίοδο της απόλυτης, «αυθάδους» αφαίρεσης. «Μου αρέσει ό,τι δεν έχει στυλ: τα λεξικά, οι φωτογραφίες, η φύση, εγώ και οι πίνακές μου», είχε πει κάποτε.

Ογκος από «πραγματικότητα»

Παρακολουθώντας την ταινία του Φον Ντόνερσμαρκ, αυτήν τη σάγκα μιας οικογένειας και μιας χώρας, ενός κόσμου που αλλάζει, που διαλύεται και ανασυγκροτείται, που βυθίζεται και ξαναβγαίνει στην επιφάνεια, ο Ρίχτερ πρέπει να ένιωσε άβολα. Μεγάλος όγκος από «πραγματικότητα» που όσο και να προσπάθησε να «διαλύσει» ο σκηνοθέτης μέσα σε ατμοσφαιρικές σκηνές ή να συντμήσει, παραμένει ασφυκτική. Ισως και να διαφώνησε με τον αφηγηματικό τρόπο του Γερμανού σκηνοθέτη, που, εμπλέκοντας την προσωπική με τη μεγάλη Ιστορία, αποκάλυψε και, ενδεχομένως, απομυθοποίησε –αν και είναι πολύ προσεκτικός σε αυτό– τον ζωγράφο που έχει χαρακτηριστεί ο «Πικάσο του 21ου αιώνα». Η εποχή είναι εκρηκτική και καλλιτεχνικά (μόνο τον Γιόζεφ Μπόις να σκεφτεί κανείς που υπάρχει ως ρόλος αλλά με άλλο όνομα) και ο Φον Ντόνερσμαρκ καταφεύγει, είναι η αλήθεια, σε ευκολίες για να συνθέσει αυτήν την απαιτητική τοιχογραφία.

Ο Γκέρχαρντ Ρίχτερ ρωτήθηκε «για τη δύναμη της τέχνης». Απάντησε, στην ουσία, ότι πιστεύει πως πρόκειται «για λάθος λέξη». Για εκείνον η τέχνη δεν έχει καμία δύναμη. Υπάρχει για να δίνει παρηγοριά. «Με απασχόλησε πολύ το νόημα των λόγων του», σχολιάζει ο σκηνοθέτης. «Και με τον κίνδυνο να φανώ δραματικός, πιστεύω ότι εννοούσε πως κάθε σπουδαίο έργο τέχνης είναι η συγκεκριμένη απόδειξη ότι το τραύμα μπορεί να μετασχηματιστεί σε κάτι θετικό».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ