ΘΕΑΤΡΟ

Μια παράσταση που αξίζει να προτείνεις

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Ειδική αναφορά αξίζει η Μαίρη Μηνά (κέντρο) που υποδύεται την Εμμα. Αν και τελείωσε τη δραματική σχολή το 2016, είναι ήδη έτοιμη για τους πιο απαιτητικούς ρόλους.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Nα μια παράσταση που μπορείς να προτείνεις σε όσους ψάχνουν να δουν κάτι που να έχει ενδιάφερον: «Με λένε Εμμα» (2015) του Ντάνκαν Μακμίλαν στο Σύγχρονο Θέατρο. Πρώτα απ’ όλα για το έργο, θαυμάσιο δείγμα της σύγχρονης βρετανικής θεατρικής γραφής. Επειτα για την εύρυθμη και ουσιαστική σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη και τις ερμηνείες του συνόλου των ηθοποιών. Και, βέβαια, για τη συγκλονιστική, στον ρόλο της Εμμας, Μαίρη Μηνά.

Το μεγαλύτερο μέρος του έργου εξελίσσεται σε ένα κέντρο απεξάρτησης από τα ναρκωτικά και το αλκοόλ. Ο πρωτότυπος τίτλος του, «People, Places and Things», αφορά μια βασική αρχή στην οποία εργάζονται οι ασθενείς με τη βοήθεια θεραπευτών, αφού πρώτα «καθαρίσουν» από τον χημικό εθισμό. Με ομαδικές ψυχοθεραπείες καλούνται να αντιμετωπίσουν τα ψυχολογικά αίτια της εξάρτησης, ό,τι συνδέεται με το τραύμα που τους οδήγησε στις ουσίες, και να προετοιμαστούν για την επανένταξή τους στον πραγματικό κόσμο. Λέει η γιατρός στην Εμμα: «Αντί να δηλώσεις την αδυναμία σου απέναντι στο αλκοόλ ή στα ναρκωτικά, ομολογείς ότι είσαι αδύναμη μπροστά σε ανθρώπους, τόπους και πράγματα – ανθρώπους που σε ωθούν στην υποτροπή, τόπους που συνδέονται κατευθείαν με τη χρήση και πράγματα που ξυπνούν παλιές συμπεριφορές».

Αν και σε πρώτο επίπεδο το «Με λένε Εμμα», όπως είναι ο ελληνικός τίτλος, αφορά τον σκληρό τον αγώνα των ανθρώπων που προσπαθούν να απεξαρτηθούν, το γεγονός ότι η κεντρική ηρωίδα είναι ηθοποιός επιτρέπει στον συγγραφέα να ξεφύγει από τα στενά όρια του θέματος και να ασχοληθεί με το θέατρο ως συνθήκη του Είναι πια. Ο ηθοποιός είναι ένα «άτυπο πρόσωπο» (Ζαν Ντυβινιό, «Ο ηθοποιός», εκδ. Νεφέλη 2000), που μπορεί να γίνει δεκάδες άλλα επί σκηνής. Η Εμμα εξομολογείται ότι, όταν δεν παίζει κάποιον χαρακτήρα, δεν είναι σίγουρη αν υπάρχει πραγματικά. Γιατί στις πιο ευαίσθητες περιπτώσεις η «ατυπία» συνδέεται με «έλλειψη συνοχής» και απ’ αυτήν υποφέρει η ηρωίδα  – «διάσχιση», «έλλειψη συνοχής» γνωματεύει και η γιατρός. Ετσι, το θέατρο ως τέχνη του υποκρίνεσθαι είναι διαρκώς παρόν κατά την εξέλιξη της ιστορίας είτε όταν οι ασθενείς μιλούν για τη ζωή τους στους άλλους, σκηνοθετώντας την, είτε όταν προετοιμάζονται για την πραγματική ζωή παίζοντας ρόλους και αναπαριστώντας σκηνές με τοξικά πρόσωπα της ζωής τους.

Το πολύ ενδιαφέρον, ωστόσο, είναι πως, παρότι ο Μακμίλαν αναγνωρίζει την ψυχοθεραπευτική δύναμη του ελέους και του φόβου στις πράξεις αναπαράστασης, παραδέχεται τελικά  ότι αυτές αδυνατούν να μας προετοιμάσουν και να μας προστατεύσουν από τα δράματα που συμβαίνουν κάθε στιγμή γύρω μας. Ο,τι πρόβαρε με επιτυχία η Εμμα στην ομαδική ψυχοθεραπεία, πώς να αντιμετωπίσει τους γονείς της, στην πραγματική συνθήκη αποδείχθηκε απολύτως αναποτελεσματικό. Ψυχροί και εκ των προτέρων δύσπιστοι, αρνούνται στην κόρη τους την πρώτη μετά την επιστροφή της από το κέντρο, και γι’ αυτό κρίσιμη, χειρονομία επανόρθωσης. Στο σημείο αυτό, με υψηλή δραματουργική ευφυΐα, ο 39χρονος Βρετανός συγγραφέας ολοκληρώνει τη σκέψη του για ένα μείζον, υπαρξιακής και μεταφυσικής τάξης, ζήτημα της ύπαρξης, την πίστη. Για να μπορέσει ο εξαρτημένος να ξεφύγει από τα ναρκωτικά ή/και το αλκοόλ, ο καλλιτέχνης να δοθεί στην τέχνη του και να δημιουργήσει, ο απλός άνθρωπος να συνεχίσει να ζει κάτω από τον άδειο ουρανό, σε μια συνθήκη κατ’ ουσίαν παράλογη, η πίστη είναι αναγκαία. Με την πίστη σε κάτι, στον Θεό, στο θαύμα της ζωής ή στο θαύμα που μπορεί να είναι οι άλλοι άνθρωποι, μπορεί κάποιος να αντιμετωπίσει την άρνηση – την άρνηση που οδήγησε την Εμμα στα ναρκωτικά και στο αλκοόλ.

Εδώ ο Μακμίλαν συναντάει τον Κίρκεργκορ, που γράφει ότι κακώς η πίστη θεωρείται ότι αρμόζει στις ακαλλιέργητες ψυχές, αφού με την πίστη μπορεί κανείς να εκτελέσει το άλμα στο άπειρο. Να πραγματώσει το θαυμαστό εκεί όπου υπόλοιποι, εμβρόντητοι, παραμένουν αδρανείς και ηττημένοι. «Η κίνηση της πίστης πρέπει συνεχώς να συντελείται δυνάμει του παραλόγου αλλά, πράγμα ουσιαστικό, με τέτοιο τρόπο που να μη χάνεται ο πεπερασμένος κόσμος αλλά να κερδίζεται ολοκληρωτικά», γράφει στο «Φόβος και τρόμος» (εκδ. Νεφέλη, 1980).

Η Ελένη Σκότη στη μακριά πορεία της στο «Επί Κολωνώ», και τα τελευταία χρόνια και σε άλλες σκηνές, έχει καταφέρει να δείξει ότι παρά τις μετα-θεατρικές εξελίξεις στη σκηνική τέχνη, έργα δοσμένα ρεαλιστικά, με ερμηνείες που βασίζονται στην ψυχολογική εμβάθυνση, έχουν πάντα μεγάλο ενδιαφέρον γιατί αποκαλύπτουν βαθύτερα επίπεδα τόσο της ασυνείδητης ψυχικής ζωής όσο της συλλογικής εμπειρίας.

Στο «Με λένε Eμμα» η προσπάθειά της δικαιώνεται πλήρως. Δείτε με τι ευελιξία, πόσο ανεπαίσθητα αλλά καθαρά μεταβαίνει η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου από τον ρόλο της γιατρού στον ρόλο της θεραπεύτριας και πώς και οι δύο χάνονται στο πρόσωπο της σκληρής, ψυχρής μητέρας της Εμμας. Οι εκτενείς διάλογοί της με τη Μαίρη Μηνά αποτελούν μάθημα υποκριτικής. Ο Χάρης Τζωρτζάκης, ο Γιώργος Κατσής, ο Ανδρέας Κοντόπουλος, ο Γιάννης Λεάκος, η Ιωάννα Τζίκα, η Μαρίτα Τζατζαδάκη, η Ελενα Βακάλη, η Λένα Μποζάκη αποτελούν ένα καλοδουλεμένο σύνολο – στη διαθεσιμότητα και στο δέσιμο των ηθοποιών στηρίζεται η γρήγορη εναλλαγή από τη μία σκηνή στην άλλη (έξυπνη και λειτουργική στην απλότητά της η σκηνογραφία του Γιώργου Χατζηνικολάου).

Ειδική αναφορά αξίζει η Μαίρη Μηνά. Αν και τελείωσε τη δραματική σχολή το 2016, είναι ήδη έτοιμη για τους πιο απαιτητικούς ρόλους. Καιρό είχα να δω ηθοποιό τέτοιων δυνατοτήτων, τέτοιου εκφραστικού πλούτου, που να ερμηνεύει τον ρόλο της σαν να αφορά τη δική της σκέψη, το δικό της σώμα, τη δική της προσωπική κατάσταση. Εύχομαι να προστατεύσει το χάρισμα που της δόθηκε και να έχουμε τη χαρά να τη θαυμάσουμε και σε άλλες σημαντικές ερμηνείες. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ