ΣΠΥΡΟΣ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ*

Σύνταγμα, Εκκλησία και δικαιώματα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το τελευταίο χρονικό διάστημα εντάθηκε ο δημόσιος διάλογος για τον ρόλο του Συντάγματος και του κράτους απέναντι στην Ορθόδοξη Εκκλησία και το θρησκευτικό φαινόμενο γενικότερα.

Κατ’ αρχάς όσον αφορά τη συνταγματική αναθεώρηση, το άρθρο 3 περί επικρατούσας θρησκείας αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό όλων των ελληνικών Συνταγμάτων, από το πρώτο Σύνταγμα της Επιδαύρου του 1822 μέχρι σήμερα. Ακόμη και στα Συντάγματα των Ιονίων Νήσων του 1803 και του 1817, η Ορθοδοξία αναφέρεται ως επικρατούσα θρησκεία.

Συνεπώς, το άρθρο 3 εκφράζει απλά την ιστορικότητα και τη διαχρονικότητα του συνταγματικού κειμένου, χωρίς να έρχεται σε αντίθεση με τη θρησκευτική ελευθερία, αφού η μη αναθεωρήσιμη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει με απόλυτη σαφήνεια: «Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός». Από το άρθρο 3 θα μπορούσε πάντως να απαλειφθεί η διάταξη που απαγορεύει την επίσημη μετάφραση της Αγίας Γραφής σε άλλο γλωσσικό τύπο χωρίς άδεια της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Πρόκειται για μια παρωχημένη διάταξη, η οποία συμπεριλήφθηκε στο Σύνταγμα του 1911 λόγω των γεγονότων των «Ευαγγελικών» το 1901 (εξαιτίας της μετάφρασης του Ευαγγελίου στη δημοτική).

Η αντίληψη αυτή της Ορθοδοξίας ως πολιτιστικού στοιχείου της συλλογικής μας μνήμης αποτυπώνεται και σε πολλά άλλα στοιχεία της καθημερινότητάς μας, χωρίς να έχει θέσει ποτέ κανείς ζήτημα κατάργησής τους. Ενδεικτικά αναφέρονται οι επίσημες αργίες που συνδέονται με τις σημαντικότερες γιορτές της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο σταυρός στην ελληνική σημαία και η εικόνα του Χριστού στις δικαστικές αίθουσες. Οπως άλλωστε δέχθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας σε δύο πρόσφατες αποφάσεις του, η εικόνα του Χριστού στα ακροατήριά του συνδέεται με την παράδοση του δικαστηρίου και δεν προσβάλλει τη θρησκευτική ελευθερία. Οταν ο δικαστής δικάζει με την εικόνα του Χριστού στη δικαστική αίθουσα, δεν σημαίνει βέβαια ότι είναι χριστιανός. Μπορεί να πρεσβεύει οποιαδήποτε άλλη θρησκεία ή δόγμα. Η εικόνα του Χριστού στην περίπτωση αυτή δεν συνδέεται με τη θρησκευτική λατρεία και συμβολίζει μόνο τη δίκαιη κρίση και την επιείκεια που πρέπει να χαρακτηρίζουν την άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος. Χαρακτηριστικές είναι οι «Οδηγίαι των Δικαστηρίων» που εκδόθηκαν το 1824 από την Προσωρινή Διοίκηση στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, οι οποίες όριζαν: «Εις κάθε Δικαστήριον πρέπει να είναι μία εικόνα του Σωτήρος, και κανδήλα καίουσα εν καιρώ της συνελεύσεως των Κριτών [δικαστών]».

Τα ανωτέρω βεβαίως θα πρέπει να συμβαδίζουν με τον σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας και των υπολοίπων ατομικών δικαιωμάτων. Στο πλαίσιο αυτό, έχει πλέον παγιωθεί, με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) και της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ότι δεν επιτρέπεται η αναγραφή του θρησκεύματος σε δημόσια έγγραφα που εξυπηρετούν τελείως διαφορετικούς σκοπούς (π.χ. πιστοποίηση ταυτότητας ενός προσώπου, πιστοποίηση απόκτησης γνώσεων στο εκπαιδευτικό σύστημα).

Ενα τελευταίο ζήτημα αφορά τη διδασκαλία των Θρησκευτικών. Για το θέμα αυτό αποφάνθηκε πρόσφατα το ΣτΕ και ασφαλώς οι αποφάσεις του είναι σεβαστές. Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς εάν το μάθημα των Θρησκευτικών απευθύνεται μόνο στους ορθόδοξους μαθητές (όπως έκρινε το ΣτΕ), τη στιγμή που το άρθρο 16 του Συντάγματος κάνει λόγο για ανάπτυξη της θρησκευτικής (και όχι της ορθόδοξης) συνείδησης. Κυρίως όμως θα πρέπει να αναλογισθούμε εάν είναι πράγματι υπέρ της Παιδείας ένα προαιρετικό ομολογιακό μάθημα, με αποτέλεσμα την άγνοια των μαθητών σε ζητήματα θρησκείας. Γιατί είναι σημαντικό για όλους, και ιδίως για τους νέους, να γνωρίζουν τα βασικά για το θρησκευτικό φαινόμενο σε όλες του τις εκφάνσεις, από την αθεΐα και την αθρησκία μέχρι τις κυριότερες θρησκείες και την επιρροή τους στην κοινωνική, πολιτική και οικονομική πραγματικότητα.

* Ο κ. Σπύρος Βλαχόπουλος είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ