ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι εκτοπισμένοι της τουρκικής εισβολής

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Αιτούντες άσυλο φθάνουν στο λιμάνι του Πειραιά. Η τουρκική στρατιωτική επιχείρηση στη Συρία μπορεί να επηρεάσει τη ροή των προσφύγων προς την Ελλάδα. EPA/YANNIS KOLESIDIS

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τον Μάρτιο του 2018 μια πενταμελής οικογένεια Κούρδων της Συρίας έφτασε στα παράλια της Σάμου με μια υπερφορτωμένη βάρκα. Παρόμοιο ταξίδι είχαν πραγματοποιήσει νωρίτερα και άλλοι συγγενείς τους ζητώντας άσυλο στην Ελλάδα. Ηλπιζαν ότι θα είχαν την ίδια μοίρα με εκείνους. Τρεις μήνες όμως μετά την άφιξή τους, η αίτησή τους απορρίφθηκε σε πρώτο βαθμό. Θεωρήθηκε ότι είχαν αναπτύξει επαρκείς δεσμούς με την Τουρκία, μετρώντας ήδη πέντε χρόνια παραμονής και εργασίας στα εδάφη της. Κατά τον χειριστή της υπόθεσής τους θα μπορούσαν να επιστραφούν εκεί, σε μια «ασφαλή τρίτη χώρα».

Η οικογένεια δεν πτοήθηκε από την αρνητική εξέλιξη. Κατέθεσαν την προσφυγή τους αυθημερόν και η τύχη τους πλέον θα κρινόταν σε δεύτερο βαθμό. Μια τουρκική στρατιωτική επιχείρηση στον τόπο καταγωγής τους, στην πόλη Αφρίν της βόρειας Συρίας, έπαιξε τελικά καθοριστικό ρόλο στην απόφαση της τριμελούς επιτροπής που ανέλαβε να εξετάσει τον φάκελό τους. Το σκεπτικό αυτής της απόφασης, που παρουσιάζει για πρώτη φορά η «Κ», δείχνει τον πιθανό αντίκτυπο στην επιστροφή αιτούντων άσυλο από την Ελλάδα στην Τουρκία λόγω των πρόσφατων στρατιωτικών εξελίξεων στα βορειοσυριακά εδάφη. Ηδη, εκφράζονται εκτιμήσεις για δεκάδες χιλιάδες εκτοπισμένους αμάχους από τις συγκρούσεις των προηγούμενων ημερών.

Τον Αύγουστο του 2018, ο πατέρας και η μητέρα της πενταμελούς κουρδικής οικογένειας κλήθηκαν σε συμπληρωματική προφορική ακρόαση μέσω τηλεδιάσκεψης κατά την εξέταση της προσφυγής τους. Διηγήθηκαν την ιστορία τους στη διάλεκτο κιρμαντζί, η οποία ομιλείται κυρίως από Κούρδους της βόρειας Συρίας και της νοτιοανατολικής Τουρκίας. Ο S. γεννήθηκε στο χωριό Μασκανλί, η μετέπειτα σύζυγός του H. στο γειτονικό Ράζο, ενώ μεγάλωσαν τα παιδιά τους στην πόλη Αφρίν. Η «Κ» δεν δημοσιεύει τα πλήρη στοιχεία τους, ούτε τον αριθμό της απόφασης της Αρχής Προσφυγών, για την προστασία τους.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία τους, εγκατέλειψαν τη Συρία το 2013 και έμειναν στην Τουρκία έως τον Μάρτιο του 2018. Αφού κατάφεραν να εκδώσουν εκεί τα kimlik τους (τις προσωρινές άδειες προστασίας, ένα είδος ταυτότητας που χορηγεί η Τουρκία σε πρόσφυγες), ο S. δήλωσε ότι έκανε ορισμένα ανασφάλιστα μεροκάματα σε μαγαζιά ομοεθνών του, χωρίς να διευκρινίζει όμως το είδος της εργασίας του. Οπως υποστήριξε η σύζυγός του, η τουρκική εισβολή στο Αφρίν και ο φόβος δίωξής τους ήταν οι βασικοί λόγοι που τους έστειλαν στην Ελλάδα. Δεν ήταν όμως και οι μοναδικοί. Ο S. ισχυρίστηκε ότι έφυγαν γιατί στην Τουρκία οι δουλειές ήταν δυσεύρετες και κακοπληρωμένες. Τα ενοίκια των σπιτιών ήταν ακριβά και αδυνατούσαν να τα καλύψουν. Θεωρούσαν ότι στην Ελλάδα θα είχαν περισσότερες ευκαιρίες.

Σε υποθέσεις σαν κι αυτή, η τριμελής επιτροπή (αποτελούμενη από δύο διοικητικούς δικαστές και έναν νομικό που υποδεικνύει η Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες) προσπαθεί να σταθμίσει την «εσωτερική» και «εξωτερική» αξιοπιστία των προσφευγόντων. Κρίνει δηλαδή τους ισχυρισμούς τους σε συνάρτηση με το προφίλ τους (ηλικία, χώρα καταγωγής, εκπαιδευτικό υπόβαθρο) και βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από αξιόπιστες πηγές. Για να αποφασίσουν σχετικά με το μέλλον της πενταμελούς οικογένειας, τα μέλη της επιτροπής συμβουλεύτηκαν μεταξύ άλλων κείμενα του περιοδικού Economist, τουρκικών και κουρδικών ειδησεογραφικών πρακτορείων, καθώς και εκθέσεις επιτροπής του ΟΗΕ αλλά και της Διεθνούς Αμνηστίας. 

Οπως προκύπτει από το σκεπτικό της συγκεκριμένης απόφασης, που είναι σε γνώση της «Κ», «υπό κανονικές συνθήκες» θα υπήρχε σαφής σύνδεσμος της οικογένειας με την Τουρκία. Είχαν μείνει επί μακρόν στα εδάφη της και είχαν αναπτύξει ικανές βιοτικές σχέσεις εκεί, ακόμη κι αν οι ίδιοι υποστήριζαν ότι δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν αρκετά χρήματα από την εργασία τους. Η δευτεροβάθμια επιτροπή, όμως, εστίασε στις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί μετά την τουρκική εισβολή στο Αφρίν. Η τουρκική στρατιωτική επιχείρηση με την ονομασία «Κλάδος ελιάς» είχε ξεκινήσει στις 20 Ιανουαρίου 2018 και κύριος στόχος της ήταν η εκκαθάριση των τουρκοσυριακών συνόρων από τις κουρδικές δυνάμεις.

Στα στοιχεία που έλαβαν υπόψη τους τα μέλη της δευτεροβάθμιας επιτροπής υπήρχε και έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας, σύμφωνα με την οποία οι άμαχοι κάτοικοι στο Αφρίν υπέφεραν στα χέρια συριακών ένοπλων ομάδων που είχαν εξοπλιστεί από την Τουρκία. Στην έκθεση γινόταν λόγος για διακοπή της σχολικής εκπαίδευσης χιλιάδων παιδιών, αυθαίρετες κρατήσεις, καταναγκαστικές εξαφανίσεις, κατασχέσεις περιουσιών και λεηλασίες.

Μη «ασφαλής χώρα»

Σταθμίζοντας όλα αυτά τα δεδομένα για τις συνθήκες ζωής στο Αφρίν μετά την τουρκική εισβολή, η δευτεροβάθμια επιτροπή έκρινε ότι η πενταμελής οικογένεια δεν θα μπορούσε να επιστραφεί από την Ελλάδα στην Τουρκία. Επρεπε να αναγνωριστούν ως πρόσφυγες. Οπως αναφέρεται στο σκεπτικό της επιτροπής, σε αυτή την περίπτωση συνέτρεχε η «εξαιρετική συνθήκη, σύμφωνα με την οποία η “ασφαλής” προς εξέταση τρίτη χώρα είναι η ίδια η οποία από τον Ιανουάριο του 2018 έχει θέσει de facto υπό τη στρατιωτική κατοχή της τον τόπο καταγωγής τής υπό κρίση οικογένειας».

Κατά την επιτροπή, η Τουρκία είχε πάψει να είναι «τρίτη» χώρα και αποτελούσε έναν από τους παράγοντες που διαμόρφωναν κυρίαρχα το μέλλον του Αφρίν και της ευρύτερης περιοχής. «Ο καταλυτικός ρόλος της πρόσφατης τουρκικής στρατιωτικής δραστηριότητας επί συριακών εδαφών, όπου ευρίσκεται η κατοικία των προσφευγόντων, καθιστά πλέον ήσσονος, συγκριτικά, σημασίας την προηγούμενη βιοτική σχέση των προσφευγόντων στην Τουρκία», κατέληγε στο σκεπτικό της η δευτεροβάθμια επιτροπή.
Οπως αναφέρουν στην «Κ» νομικοί που χειρίζονται παρόμοιες υποθέσεις ασύλου, δεν αποκλείεται μετά τις πρόσφατες εξελίξεις στα βόρεια σύνορα της Συρίας, να ληφθούν αντίστοιχες αποφάσεις κατά την εξέταση αιτημάτων διεθνούς προστασίας από Κούρδους φυγάδες.

Ο «επαρκής δεσμός»

Το σκεπτικό της δευτεροβάθμιας επιτροπής που εξέτασε την προσφυγή της πενταμελούς οικογένειας των Κούρδων από το Αφρίν κρίνεται από νομικούς που χειρίζονται σχετικές υποθέσεις ως «πρωτοποριακό». Κι αυτό γιατί η συγκεκριμένη οικογένεια είχε συμπληρώσει πέντε έτη διαμονής στην Τουρκία προτού βρεθεί στη Σάμο.

Αντίστοιχες προσφυγές Σύρων αιτούντων άσυλο που δεν ήθελαν να επιστραφούν στην Τουρκία έχουν κληθεί να διαχειριστούν στο παρελθόν και άλλες δευτεροβάθμιες επιτροπές. Σε τουλάχιστον δύο σχετικές αποφάσεις που είναι γνωστές, δύο επιτροπές με διαφορετική σύνθεση μελών είχαν κρίνει το 2017 ότι η Τουρκία δεν είναι ασφαλής τρίτη χώρα για τους προσφεύγοντες. Και στις δύο περιπτώσεις οι αιτούντες είχαν μείνει λίγες μόνο ημέρες σε τουρκικό έδαφος προτού περάσουν στην Ελλάδα και κρίθηκε ότι το χρονικό διάστημα δεν ήταν επαρκές για να αναπτύξουν δεσμούς (οικογενειακούς ή κοινωνικούς) με τη γειτονική χώρα. Ενδεικτικά στην πρώτη υπόθεση, μια οικογένεια Σύρων με τέσσερα παιδιά είχε συμπληρώσει 15 ημέρες στην Τουρκία, τις περισσότερες εξ αυτών σε κάποιον καταυλισμό. Στη δεύτερη υπόθεση ένας Σύρος αιτών άσυλο είχε περάσει μόνο οκτώ ημέρες σε τουρκικό έδαφος προτού φτάσει με βάρκα κι αυτός στη Σάμο. Τον Φεβρουάριο του 2017 και το δικό του αίτημα για διεθνή προστασία απορρίφθηκε σε πρώτο βαθμό από το Περιφερειακό Γραφείο Ασύλου του νησιού και κρίθηκε ότι μπορεί να επιστραφεί. Σε δεύτερο βαθμό όμως τον Σεπτέμβριο του 2017 του χορηγήθηκε άσυλο στην Ελλάδα.

Αυξάνονται συνεχώς οι αφίξεις στα νησιά του Ανατ. Αιγαίου

Οι περισσότερες αφίξεις προσφύγων και μεταναστών μετά την εφαρμογή της κοινής δήλωσης Ε.Ε. - Τουρκίας (Μάρτιος 2019) διά θαλάσσης στα ελληνικά νησιά σημειώνονται τον τελευταίο μήνα. Τον Σεπτέμβριο έφτασαν 10.551 άνθρωποι στα νησιά, ενώ πέρυσι τον ίδιο μήνα είχαν έρθει 3.960. Υπολογίζεται ότι κατά μέσον όρο από τον Σεπτέμβριο φτάνουν καθημερινά στα νησιά από την Τουρκία 352 άνθρωποι. Η μεγάλη αύξηση των αφίξεων ξεκίνησε τον προηγούμενο Ιούλιο, όπου έφτασαν στα νησιά 5.008 άτομα σε σύγκριση με 2.249 το 2018, και συνεχίστηκε τον Αύγουστο, οπότε ήρθαν 7.712 άτομα συγκριτικά με 3.584 πέρυσι τον ίδιο μήνα. Συνολικά οι αφίξεις προσφύγων και μεταναστών στα ελληνικά νησιά το 2019 παρουσιάζουν αύξηση κατά 54% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, γεγονός που οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στις αφίξεις του τελευταίου τριμήνου.

Η κατανομή

Το 45% όσων έφτασαν στα ελληνικά νησιά τους εννέα μήνες του 2019 κατέληξε στη Λέσβο και το 25% σε νησιά του συμπλέγματος των Δωδεκανήσων –κυρίως Κω, Λέρο– καθώς και σε άλλα νησιά όπως η Σύμη. Η Σάμος δέχθηκε το 18% των αφίξεων και η Χίος το 12%. Ωστόσο και τα πέντε νησιά όπου υπάρχει hotspot φιλοξενούν πολύ περισσότερο κόσμο από ό,τι οι υποδομές τους. Στη Λέσβο παραμένουν 13.287 άτομα (χωρητικότητα ΚΥΤ 2.840), στη Χίο 3.947 (χωρητικότητα ΚΥΤ 1.014), στη Σάμο 5.852 (χωρητικότητα ΚΥΤ 648), στη Λέρο 2.055 (χωρητικότητα ΚΥΤ 860) και στην Κω 3.216 (χωρητικότητα ΚΥΤ 816). Η πλειονότητα όσων έφτασαν στα νησιά το 2019 είναι Αφγανοί (το 38% - 13.820 άτομα), το 25% από τη Συρία (9.133 άτομα), το 8% από τη Δημοκρατία του Κονγκό (2.819 άτομα) ενώ το 1/3 των αφιχθέντων είναι παιδιά.

Από το Ιράκ ήρθαν 2.465 άτομα και από την Παλαιστίνη 2.040. Η κατάσταση στα νησιά είναι εξαιρετικά δύσκολη καθώς παραμένουν πάνω από 30.000 αιτούντες άσυλο, παρά το γεγονός ότι μόνο τον τελευταίο μήνα 5.072 άνθρωποι έχουν μεταφερθεί στην ενδοχώρα. Συνολικά από την αρχή του χρόνου έχουν μεταφερθεί 21.187 αιτούντες άσυλο στην ενδοχώρα, όπου υπολογίζεται ότι παραμένουν περισσότεροι από 60.000 άνθρωποι σε καταυλισμούς, διαμερίσματα και ξενοδοχεία.

Εκτός από την προσπάθεια δημιουργίας περισσότερων θέσεων σε υφιστάμενους καταυλισμούς, η ηγεσία του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη πρόκειται άμεσα να δημοσιοποιήσει πρόσκληση για τη μίσθωση ξενοδοχείων και κτιρίων σε όλη τη χώρα για χρονικό διάστημα από έξι μήνες έως και ένα χρόνο. Ο στόχος είναι με αυτόν τον τρόπο να δημιουργηθούν 10.000-20.000 νέες θέσεις για τη φιλοξενία αιτούντων άσυλο στην ενδοχώρα. Πηγές του υπουργείου αναφέρουν ότι ήδη υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον από επιχειρηματίες, ωστόσο είναι βασικό να εξεταστεί εάν οι μονάδες που διατίθενται πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ