ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Με κεφάλαια από τις ομολογιακές εκδόσεις η αποπληρωμή του ΔΝΤ

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΟΥΡΤΑΛΗ

Η S&P, η Moody’s και η Fitch έχουν επισημάνει πως «με τη στήριξη του μεγάλου cash buffer και τη συμφωνία για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, η Ελλάδα θα συνεχίσει να έχει πρόσβαση στις αγορές».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η διατήρηση και η θωράκιση του «μαξιλαριού» ρευστότητας (cash buffer) συγκαταλέγονται στις βασικές προτεραιότητες του ΟΔΔΗΧ. Το «μαξιλάρι» αυτό διαμορφώνεται σήμερα στα 31 δισ. ευρώ (16% του ΑΕΠ), εκ των οποίων τα 15,6 δισ. ευρώ είναι κεφάλαια του ESM (τελευταίο δάνειο του τρίτου μνημονίου) και τα υπόλοιπα αφορούν εγχώρια εξοικονόμηση, καθώς και ταμειακά διαθέσιμα φορέων του Δημοσίου. Παρά τις συστάσεις πολλών ξένων αναλυτών για τη χρήση/μείωση του –καθώς, όπως επισημαίνουν, η διατήρησή του έχει γίνει αρκετά ακριβή– ο ΟΔΔΗΧ, σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, εκτιμά πως πρέπει να προστατευθεί μέχρι η Ελλάδα να μπει στο κλαμπ των χωρών που έχουν επενδυτική βαθμίδα.

Αν και μέχρι πριν από λίγο διάστημα η αποπληρωμή του ΔΝΤ είχε δρομολογηθεί να γίνει με τη χρήση κεφαλαίων από το cash buffer, ο ΟΔΔΗΧ, σύμφωνα με πληροφορίες, άλλαξε «σκεπτικό», με σκοπό την επίσπευση της διαδικασίας. Ετσι, αποφασίστηκε πως τα 2,85 δισ. ευρώ από τα ακριβά δάνεια του ΔΝΤ δεν θα αποπληρωθούν από το «μαξιλάρι» ρευστότητας. Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο ΟΔΔΗΧ έχει ξεπεράσει ήδη τον στόχο του προγράμματος δανεισμού του 2019 κατά 2 δισ. ευρώ. Μετά τις τρεις εκδόσεις (5ετές, 10ετές, 7ετές) και το «άνοιγμα» του 10ετούς, έχουν συγκεντρωθεί 9 δισ. ευρώ έναντι 7 δισ. που ήταν ο στόχος, ενώ δεν αποκλείονται και άλλες κινήσεις έως το τέλος του έτους. 

Καθώς για τη χρήση του cash buffer χρειάζονται ειδικές εγκρίσεις και τεχνικές διαδικασίες, και είναι χρονοβόρες, ο ΟΔΔΗΧ προτιμάει να προχωρήσει η αποπληρωμή του ΔΝΤ όσο πιο σύντομα γίνεται. Συνεπώς, όπως προκύπτει, στους βασικούς λόγους της επανέκδοσης του 10ετούς ήταν (και) η αποπληρωμή του Ταμείου. Σημειώνεται πως η αποπληρωμή του ΔΝΤ αποτελεί για τις αγορές ισχυρό σήμα βελτίωσης του δανειακού προφίλ της Ελλάδας, ενώ οι οίκοι αξιολόγησης την έχουν χαρακτηρίσει «πιστωτικά θετική», κάτι που σημαίνει ότι θα βοηθήσει (σε συνδυασμό με άλλες εξελίξεις, όπως η έγκριση του «Ηρακλή») στην επιτάχυνση των αναβαθμίσεων της χώρας. Αξίζει να σημειώσουμε πως οι επόμενες προγραμματισμένες αξιολογήσεις από τους οίκους είναι στις 25 Οκτωβρίου από S&P και την 1η Νοεμβρίου από DBRS. Ετσι, ο ΟΔΔΗΧ δεν θέλει να χαθεί πολύτιμος χρόνος.

Αυτή η απόφαση δεν σχετίζεται άμεσα με τη στρατηγική διατήρησης ενός μεγάλου cash buffer μέχρι το… ορόσημο της επενδυτικής βαθμίδας, ωστόσο λειτουργεί επικουρικά. Σύμφωνα με κάποια σενάρια, η ένταξη της Ελλάδας στην κατηγορία του investment grade μπορεί να συμβεί εντός των επόμενων 18 μηνών, ωστόσο μια πιο ασφαλής πρόβλεψη, σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, είναι η τριετία. Αυτό το χρονικό όριο, δηλαδή το 2022, συμπίπτει και με την ολοκλήρωση των στόχων που έχουν τεθεί για τη μείωση των NPEs των ελληνικών τραπεζών κάτω του 10%. Οπως σημειώνει χαρακτηριστικά στην «Κ» στέλεχος οίκου αξιολόγησης, «είναι δύσκολο να δούμε την Ελλάδα σε επενδυτική βαθμίδα εάν δεν υπάρχει υγιής τραπεζικός κλάδος με πλήρη εξυγίανση των NPEs».

Στον ΟΔΔΗΧ γνωρίζουν, πάντως, πως η ύπαρξη αυτού του cash buffer είναι καθοριστική για τις αγορές και προσφέρει σημαντικό δίχτυ «ασφαλείας» για τη χώρα, έστω και εάν κοστίζει 500 εκατ. ευρώ ετησίως. Χωρίς αυτό η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να προχωρήσει σε εκδόσεις ομολόγων, καθώς τα επιτόκια θα ήταν «απαγορευτικά». Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως οι διεθνείς οίκοι το έχουν υπογραμμίσει αυτό στις εκθέσεις τους. Η S&P, η Moody’s και η Fitch στις αξιολογήσεις τους για τη χώρα έχουν επισημάνει πως, «με τη στήριξη του μεγάλου cash buffer και τη συμφωνία για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, η Ελλάδα θα συνεχίσει να έχει πρόσβαση στις αγορές για χρηματοδότηση».

Σύμφωνα με την HSBC, «η ρευστότητα αυτή είναι κρίσιμη για να καθησυχάσει τους επενδυτές και έχει βοηθήσει στην επιστροφή της χώρας στις αγορές».

Σε ό,τι αφορά τις κινήσεις του ΟΔΔΗΧ το επόμενο διάστημα, μετά και το reopening του 10ετούς ομολόγου, στόχος είναι η βελτίωση της δευτερογενούς αγοράς, η διασφάλιση της συνεχούς εκδοτικής παρουσίας του ελληνικού Δημοσίου στις αγορές, η παροχή εκδόσεων υψηλής ρευστότητας για τη διατήρηση αξιόπιστης καμπύλης αποδόσεων και η περαιτέρω μείωση των περιθωρίων δανεισμού. Σε αυτά εντάσσεται και η μείωση της έκθεσης στα έντοκα γραμμάτια του ελληνικού Δημοσίου, μέσω του περιορισμού των εκδόσεων, καθώς και μέσω της αντικατάστασης εντόκων με ομόλογα, με τον ΟΔΔΗΧ να προχωρεί σε εκδόσεις ομολόγων μέσης διάρκειας (3ετίας). Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Οργανισμού, τα έντοκα από τα 15,28 δισ. ευρώ αναμένεται να μειωθούν στα 12,72 δισ. ευρώ έως τα τέλη του 2019 και στα 9,72 δισ. ευρώ το 2020.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ