Η Ριτσώνα απέχει σχεδόν μια ώρα από την Αθήνα. Γνωστή περισσότερο από την περίφημη «ανάβαση» στο Ράλι Ακρόπολης, αλλά και για τους αμπελώνες της, επιστρέφει στην επικαιρότητα χάρη σε ένα (κυριολεκτικά) ιστορικό γεγονός: εδώ τέθηκε σε λειτουργεία πριν από λίγες ημέρες το πρώτο κέντρο αποτέφρωσης νεκρών στην Ελλάδα. 

Η ιστορική διάσταση είναι αυταπόδεικτη, καθώς το θέμα τέθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1946 από μέλη του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών. Έπρεπε να υπερπηδηθεί πλήθος εμποδίων (και έντονων αντιδράσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος) για να φτάσουμε στο 2006, στην ψήφιση του πρώτου νόμου που επέτρεπε την αποτέφρωση νεκρών στη χώρα μας. Ωστόσο έπρεπε να υπάρξουν επιπλέον νομοθετικές ρυθμίσεις στη συνέχεια, για να απλοποιήσουν τη διαδικασία και να φτάσουμε στην έναρξη της κατασκευής του πρώτου κέντρου στη Ριτσώνα, τον Σεπτέμβριο του 2018. 

Έναν χρόνο μετά, όλα ήταν έτοιμα. Η εγκατάσταση δημιουργήθηκε με ιδιωτικά κεφάλαια σε ένα καταπράσινο φυσικό τοπίο, με ένα πευκόφυτο δάσος στα βορειοδυτικά του. Αποτεφρωτήρια έχουν δρομολογηθεί και σε άλλες περιοχές: εντός των ορίων του Δήμου Αθηναίων (Ελαιώνας) και στην Πάτρα. Αλλά στη Ριτσώνα γράφεται ιστορία και για έναν ακόμα λόγο: το πρώτο Κέντρο Αποτέφρωσης Νεκρών είναι ένα μικρό έργο (αρχιτεκτονικής) τέχνης. Το υπογράφει το αρχιτεκτονικό γραφείο Monogon, είναι αποτέλεσμα κλειστού διαγωνισμού που διενεργήθηκε το 2017 και οι χώροι του αποπνέουν ισχυρή πνευματικότητα. Αν και η αρχική πρόταση υπέστη πολλές τροποποιήσεις και αλλαγές μετά την ανάθεση, το τελικό αποτέλεσμα ξεπέρασε τις προσδοκίες. Πόσω μάλλον όταν αντίστοιχες δομές στο εξωτερικό θυμίζουν περισσότερο βιομηχανικούς χώρους παρά τόπους μνήμης και αποχαιρετισμού. 

«Σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, δεν επιτρέπεται καν η παρουσία συγγενών και φίλων, ενώ σε χώρες όπως η Γερμανία και η Βουλγαρία τα περισσότερα από τα κτίρια αυτά στερούνται οποιουδήποτε αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος», λέει στο «Κ» ο αρχιτέκτονας Βαγγέλης Ζούγλος, ο οποίος μαζί με την Ιόλη Ζαβιτσάνου και τη Ζέτα Παπαβασιλείου υπέγραψαν την τελική μελέτη (στην πρώτη φάση σχεδιασμού συμμετείχαν και οι Αντώνης Τζώρτζης και Χριστίνα Βούτου). Στην αντίπερα όχθη, ωστόσο, επισημαίνει ο Βαγγέλης Ζούγλος, υπάρχουν και παραδείγματα πολύ αξιόλογης αρχιτεκτονικής, τα οποία μελέτησαν κατά τη διάρκεια της έρευνάς τους. Μάλιστα επισκέφθηκαν ορισμένα από αυτά, όπως το νέο κρεματόριο, σχεδιασμένο από τον Johan Celsing, εντός του προστατευόμενου από την UNESCΟ κοιμητηρίου Woodland, νότια της Στοκχόλμης.  

 


Ο προθάλαμος αποτέφρωσης.

 

Προσδίδοντας οικειότητα στο ανοίκειο 

Σπεύδω να ρωτήσω τους αρχιτέκτονες πώς σχεδιάζει κανείς μια τόσο φορτισμένη συναισθηματικά και κοινωνικά δομή. «Αυτό που μας είχε ανατεθεί να σχεδιάσουμε δεν ήταν απλώς ένα αποτεφρωτήριο, αλλά το πρώτο Κέντρο Αποτέφρωσης Νεκρών που θα λειτουργούσε στον ελλαδικό χώρο», επισημαίνουν ο Βαγγέλης Ζούγλος και η Ιόλη Ζαβιτσάνου. Σχεδόν αμέσως, λοιπόν, γεννήθηκε μέσα τους το ερώτημα: πώς προσεγγίζεις κατ’ αρχάς και επιλύεις αρχιτεκτονικά στη συνέχεια έναν χώρο με μια λειτουργία τόσο ξένη και ανοίκεια για το ελληνικό κοινό; Με άλλα λόγια, πώς προσδίδεις οικειότητα στο ανοίκειο; «Οι απαιτήσεις του κτιρίου οδηγούσαν αναπόφευκτα στη διαχείριση της συνύπαρξης δύο διαφορετικών καταστάσεων», μου λένε. «Η μία αφορούσε τους μη επισκέψιμους χώρους αυτής καθαυτήν της λειτουργίας του κτιρίου, ενώ από την άλλη μεριά υπάρχουν οι χώροι εκείνοι που καλούνται να υποδεχτούν το κοινό, τους επισκέπτες, τους συγγενείς και τους φίλους του εκλιπόντος. Αυτούς τους ανθρώπους προσπαθήσαμε να θέσουμε στο επίκεντρο του σχεδιασμού. Έτσι, από την αίθουσα αναμονής μέχρι τα δύο αίθρια και από την κεντρική αίθουσα τελετών μέχρι τον γειτονικό χώρο του αναψυκτηρίου, προσπαθήσαμε να προσεγγίσουμε και να διαχειριστούμε σχεδιαστικά τη φορτισμένη συναισθηματικά κατάσταση που βιώνουν οι επισκέπτες των χώρων αυτών με όσο πιο διακριτικό τρόπο μπορούσαμε». Πώς; Προτάσσοντας ένα κτίριο χαμηλού ύψους, ισόγειο, χωρίς εξάρσεις, με εύκολες προσβάσεις, που να μη φωνάζει και να διευκολύνει –όσο βέβαια κάτι τέτοιο είναι εφικτό– την ήδη δύσκολη διαδικασία του αποχαιρετισμού ενός αγαπημένου προσώπου.  

Το αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο της πρότασης περιλαμβάνει ένα σύνολο από όγκους-πρίσματα που υπηρετούν συγκεκριμένες λειτουργίες. Οι χώροι αυτοί ενώνονται μέσω ενός επιμήκους διαδρόμου κίνησης, που διατρέχει όλο το κτίριο εσωτερικά, ενώ την ίδια στιγμή διαχωρίζονται ο ένας από τον άλλο μέσω μικρών επιμέρους υπαίθριων εσοχών εξωτερικά. Δύο μεγάλα αίθρια, συνολικής επιφάνειας περίπου 300 τ.μ., η στροφή κάποιων βασικών στοιχείων του κτιρίου κατά τον άξονα ανατολής-δύσης και ο φυσικός φωτισμός (πρίσματα-φεγγίτες διαπερνούν την ενιαία οροφή) αποτελούν βασικές σχεδιαστικές χειρονομίες που στόχο έχουν να αποφορτίσουν (όσο είναι δυνατόν) τη δεδομένη συναισθηματική ένταση. Εξωτερικά, σε  αυτό το υπόβαθρο ήρθε να προστεθεί και η μελέτη φύτευσης της Έλλης Παγκάλου και των συνεργατών της, με μια επιλογή από δέντρα και φυτά με έντονους συμβολισμούς για τον κύκλο ζωής και θανάτου. 

Ελλάδα και Ευρώπη

Στη Ριτσώνα έγινε η αρχή. Τα νούμερα είναι ενδεικτικά: 2,5 έως 3 εκατομμύρια ευρώ ήταν μέχρι σήμερα το κόστος ετησίως για τις ελληνικές οικογένειες που μετέφεραν στη Βουλγαρία (κυρίως) τους οικείους τους. Συνολικά, οι αποτεφρώσεις στη χώρα μας αντιστοιχούν σε έναν πολύ μικρό αριθμό θανόντων: περίπου 500 ετησίως στους 100 χιλιάδες θανάτους. Στην υπόλοιπη Ευρώπη  η εικόνα είναι πολύ διαφορετική. Στην Ολλανδία η πρώτη αποτέφρωση πραγματοποιήθηκε το 1914 και σήμερα το σχετικό ποσοστό έχει υποσκελίσει τους ενταφιασμούς, με 63%. Μεγάλη είναι η αποδοχή σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες: 77% στη Μεγάλη Βρετανία, 76% στη Δανία, 70% στη Σουηδία, 51% στη Φινλανδία, 36% στη μεσογειακή και καθολική Ισπανία, 32% στη Γαλλία (2012). Γενικά, οι αποτεφρώσεις είναι πολύ πιο δημοφιλείς στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου παρατηρείται έλλειψη χώρου στα νεκροταφεία. Εμείς «λύσαμε» το πρόβλημα με τις υποχρεωτικές εκταφές στα τρία χρόνια... ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ