Όταν ζεις σχεδόν σαράντα χρόνια στα Εξάρχεια, ξέρεις την ιστορία τους· μπορεί και να είσαι η ιστορία τους. Ιστορίες μπορώ να αραδιάσω πολλές από την εποχή του βασιλιά Όθωνα, του παντοπώλη  Έξαρχου, των πολέμων, της Αντίστασης, του Εμφυλίου, της χούντας, του Πολυτεχνείου· ιστορίες με ποιητές, συγγραφείς, διανοουμένους, μουσικούς, φοιτητές, αναρχικούς, αντιφρονούντες, αντιρρησίες, ρουφιάνους, χαμάληδες, λούστρους, καλλιτέχνες, νεκρούς, ήρωες, αγγέλους, διαβόλους. Ιστορίες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια ξετυλίγονταν σαν ένα αψύ διήγημα, σαν άγριο ποίημα.

«Τα Εξάρχεια είναι νησίδα ελευθερίας, ζύμωσης και διακίνησης ιδεών, αδέσμευτης έκφρασης, αναρχικής δράσης, αυτοδιάθεσης, αυτοοργάνωσης, καλλιτεχνικής δημιουργίας, πολυπολιτισμικότητας, πολυσυλλεκτικότητας, ανεκτικότητας, διαφορετικότητας», λέγαμε και γράφαμε κάποτε, και έτσι ήταν...

Τριφτήκαμε από τον χρόνο, μερικοί αρνηθήκαμε να κοιτάξουμε το είδωλό μας στον καθρέφτη, τον καινούργιο αιώνα κατά πρόσωπο· νομίζαμε ότι κάθε φορά που θα λέμε Νομική, Πολυτεχνείο και Χημείο θα έχουμε ορίσει την ψυχή των Εξαρχείων. Καταναλώσαμε την ποίηση και την επανάσταση μέχρι που την ξεράσαμε – έγινε πικρή, πεζή, σκληρή, δυσοίωνη, Λερναία  Ύδρα... 

Ημερολόγιο εξαχρείωσης

Η δική μου ιστορία άρχισε να γράφεται και να διαβάζεται σαν ένα «ημερολόγιο καταστρώματος» τα τελευταία χρόνια που τα Εξάρχεια πλέον δεν θύμιζαν σε τίποτα τον παλιό εαυτό τους· τα κλισέ περί άβατου, κρατιδίου Εξαρχιστάν και επεισοδίων κατέκτησαν τις πρώτες θέσεις στα δελτία ειδήσεων των οκτώ, ήταν η ζωή μου σε πραγματικό και σε τηλεοπτικό χρόνο. 

Ένα πράγμα είχα και έχω στον νου μου: να μαθευτεί η αλήθεια· όχι η άποψή μου, η πολιτική μου θέση, η γνώμη μου, μόνο η σκληρή εικόνα της φωτιάς, ο ξερός ήχος του δακρυγόνου, της χειροβομβίδας κρότου λάμψης, ο μαύρος καπνός από τις μολότοφ, τα φλεγόμενα σκουπίδια, τα πυρπολημένα αυτοκίνητα· οι σιδεριές στις εισόδους, οι φυλακές της ρημαγμένης καθημερινότητας, οι εκκλήσεις για ασθενοφόρο ή πυροσβεστική· οι ύβρεις «γαμώ την Ελλάδα σας, φύγε, μωρή, από δω, εδώ είναι Εξάρχεια», οι απειλές «ξέρω πού μένεις, θα σου βάλω φωτιά»· η απαξίωση, ο φόβος, η ξινή μυρωδιά από τον κρύο ιδρώτα στη μασχάλη και στη ραχοκοκαλιά κάθε φορά που ένας σουγιάς αστράφτει στην πανσέληνο για πέντε ευρώ, το κινητό, έναν βαφτιστικό σταυρό, το σπασμένο τζάμι του αυτοκινήτου και το ξεκοιλιασμένο ταμπλό, οι κακοποιημένες, βιασμένες γυναίκες, η μαστροπεία, η πορνεία, η εκμετάλλευση ανηλίκων, ο συμμοριτοπόλεμος με πιστόλια και οπλοπολυβόλα, μαχαίρια, ξύλα, ρόπαλα· ο αγώνας εκατοντάδων προσφύγων να βρουν απάγκιο, ψωμί, νερό, ένα παιχνίδι, ένα αντιβιοτικό, αντισυλληπτικά, πάνες, γάλα, λίγα γράμματα για τους ίδιους και τα παιδιά τους· η αλληλεγγύη της γειτονιάς, η παρηγοριά, η στήριξη, τα συσσίτια, οι εθελοντές, οι δεκάδες δράσεις για την ανακούφιση του πόνου της προσφυγιάς, του ξεριζωμού, των λαβωμένων ψυχών, τα συλλαλητήρια κατά της εγκληματικότητας, της πρέζας, της αδιαφορίας του κράτους απέναντι στη δυστυχία όλων, των ξένων, των δικών, των κατοίκων – όλων.

Ναι μεν, αλλά

Πριν από τις εκλογές, αυτοδιοικητικές και εθνικές, όλα τα κόμματα ανεξαιρέτως από μακριά, όχι στη διακεκαυμένη ζώνη, μας υποσχέθηκαν τα πάντα: ασφάλεια, νομιμότητα, ευταξία, κοινωνική ειρήνη, πάρκα, μαντζουράνες, φλησκούνι και άγρια μέντα, φώτα, καθαριότητα. Εδώ στη γειτονιά συζητήσαμε, λίγο ψιθυριστά, με περίσκεψη και επιφυλακτικότητα ο ένας απέναντι στον άλλον, κι ας γνωριζόμαστε δεκαετίες υπήρξε μια δυσκολία να ξεκαθαρίσουμε τα λόγια μας, να πούμε αν θέλουμε να εφαρμοστεί ο νόμος, ναι, αλλά ποιος νόμος· να έχουμε αστυνομία, ναι, αλλά ποια αστυνομία· να κλείσουν οι καταλήψεις, ναι, αλλά ποιες απ’ όλες· να ελεγχθούν οι μετανάστες, ναι, αλλά ποιοι μετανάστες· να αρθεί το άσυλο του Πολυτεχνείου, ναι, αλλά πόσο να αρθεί...

Έτσι, άλλοι ψιθυρίζοντας και μασώντας τα λόγια μας, άλλοι κραδαίνοντας όπλα, ρόπαλα ή ρομφαία, όλοι μα όλοι –κάτοικοι, μπάχαλοι, πρεζέμποροι, σωματέμποροι, κράτος, παρακράτος, νόμιμοι και παράνομοι– βρεθήκαμε σε νέα φάση: πολλές επιχειρήσεις των δυνάμεων ασφαλείας, εκκενώνονται καταλήψεις, χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα, καλλωπίζεται η πλατεία, κάποιοι φασκελώνουν τον δήμαρχο, κάποιοι άλλοι καταριούνται τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη, μερικοί στέκονται μπροστά στον ακίνητο σαν άγαλμα άνδρα των ΜΑΤ και τον φτύνουν, του λένε διάφορα «γαλλικά» περί χούντας, βασανιστηρίων ΕΑΤ-ΕΣΑ, αυτός δεν καταλαβαίνει γιατί έχει γεννηθεί μετά το 1995 και περιμένει να λήξει η βάρδια, να ποστάρει καμιά σέλφι στο Facebook, κάποιοι καταθέτουν μαρτυρίες περί αστυνομικής αυθαιρεσίας και κατάχρησης εξουσίας, σεξιστικών σχολίων και παρενόχλησης, πολλοί ξεθαρρεύουν και παρκάρουν τα αυτοκίνητά τους έξω, σε δρόμους-θέατρα επεισοδίων μέχρι πρότινος, γιατί έχει παντού αστυνομία και δεν άντεχαν άλλο να πληρώνουν πάρκινγκ, βλέπω ανοιχτά παντζούρια και φώτα σε μερικά μπαλκόνια, μαζί με τον ήχο των ασυρμάτων ακούγεται και κάνα μαχαιροπίρουνο από το δείπνο στο τραπέζι της βεράντας όσο κρατάει το αποκαλόκαιρο, ξεμένει και καμιά μπουγάδα στο σύρμα μέχρι να στεγνώσει στον ήλιο...

 

 

Ένας Κινέζος στη «Μονμάρτη»

Ποιος είσαι εσύ, πού μένεις, πού κοιμάσαι, τι ξέρεις, τι δεν ξέρεις για την περιοχή; Σου είπαν θα γίνει Μονμάρτρη κι εσύ το πίστεψες; Σχέδιο είναι για να αγοράζουν οι Κινέζοι φτηνά ολόκληρες πολυκατοικίες, δείξε μου ποιες πολυκατοικίες πήραν οι Κινέζοι, δεν ξέρεις ότι πολλοί υπουργοί της Δεξιάς έχουν αγοράσει νεοκλασικά για ένα κομμάτι ψωμί; Να εκκενωθούν οι καταλήψεις, γιατί εκκενώνονται οι καταλήψεις; Δεν βλέπουν τους ναρκέμπορους να πάνε να τους πιάσουν; Κάνουν επιχειρήσεις, συλλαμβάνουν κάμποσους, γιατί τους συλλαμβάνουν αυτούς, κάτι γραμμάρια βρήκαν στην κατοχή τους. Απομακρύνουν το κοντέινερ, γιατί το απομακρύνουν, βιβλία είχε μέσα, δεν μπορούν να απομακρύνουν το μεσαίο περίπτερο που είναι κρυψώνα ναρκωτικών; Απομακρύνουν το μεσαίο περίπτερο που ήταν κρυψώνα ναρκωτικών, το περίπτερο τους έφταιγε, δεν κοιτάνε να πλύνουν την πλατεία που σκυλοβρομάει; Πλένουν την πλατεία που σκυλοβρομάει, φυτεύουν λουλούδια, βάφουν τα παγκάκια, βάζουν φώτα, ναι, καλά, αυτό μας μάρανε, θα έχουν τώρα οι μαφίες πεντάστερο αντί για μοτέλ. Κλοπές, διαρρήξεις, μαχαιρώματα, βιασμοί, μολότοφ, φωτιές, βανδαλισμοί, πού είναι η αστυνομία; Έρχεται η αστυνομία, μπάτσοι-γουρούνια-δολοφόνοι, έξω η αστυνομία από τα Εξάρχεια. Βλέπεις ότι μετά τις εκλογές δεν έρχονται μπάχαλοι, βλέπω, ξέρεις γιατί, δεν ξέρω, πες μου εσύ, μα είναι φως φανάρι, οι μπάχαλοι ήταν της αστυνομίας και τώρα άλλαξαν στολή. Πόσο αγαπάς τους πρόσφυγες, δεν κλαίει η ψυχή σου με τις μωρομάνες; Σε ενοχλούν οι πρόσφυγες, πού τους πάνε όταν τους βγάζουν από τις καταλήψεις, πόσες καταλήψεις σηκώνει μια γειτονιά; Εδώ ήταν στέγης, στην άλλη ακούγονταν ξυλοδαρμοί, τις νύχτες ένα βαν φόρτωνε ανήλικα και τα κατέβαζε στην Πατησίων για να ικανοποιούν ανώμαλους λεφτάδες. Γιατί δεν τους παίρνεις στο σπίτι σου; Τα σχολεία ερήμωσαν, τα παιδικά γέλια κόπηκαν, οι πρεζέμποροι είναι στα πόστα τους, τα βαποράκια πιάνουν, οι νταβατζήδες κυκλοφορούν ελεύθεροι. Εσύ τι γράφεις κάθε μέρα, γουστάρεις τα ΜΑΤ σε κάθε γωνία, θα έπρεπε να ντρέπεσαι, δεν ντρέπεσαι; Ή με τον αγά ή με τον φουκαρά, διάλεξε...

Ήρωες, φόβοι, δανεικοί καημοί

Αυτά είναι μερικά από όσα λέγονται και γράφονται στους δρόμους των Εξαρχείων και στις λεωφόρους των social media τώρα τελευταία. Εμένα μου λένε και μου γράφουν και λίγο πιο εξειδικευμένα πραγματάκια, πικρούτσικα ενίοτε, άλλος γιατί παρουσιάζω τα προβλήματα και θεωρεί ότι κινδυνεύει να χάσει την πελατεία από το ιατρείο του ή από το τεχνικό γραφείο του, άλλος γιατί νομίζει ότι κάνω παιχνίδι βρόμικο, είμαι δεξιά, κάποιοι είπαν ότι εξαιτίας μου έχασε ο ΣΥΡΙΖΑ την κυβέρνηση, όλα ένας χυλός – μερικά είναι και εγκωμιαστικά, μην έχω παράπονο...

Για τα Εξάρχεια γράφουν και μιλούν όσοι πιστεύουν ότι έχουν λόγο και ρόλο – όλοι έχουν: περαστικοί, τουρίστες, εργαζόμενοι, αλλοδαποί, κάτοικοι· το κέντρο των πόλεων ανήκει σε όλους, ο καθένας κλείνει μέσα του μια εικόνα, μια σκηνή, γράφει ένα κεφάλαιο στην ιστορία ή στους τοίχους του, διασκεδάζει, καταναλώνει μύθους, απολιθωμένους ήρωες, φόβο, κληροδοτημένους καημούς, άσπρο-μαύρο, αριστερό-δεξιό, κόλαση ή παράδεισο, επετείους παλιές και νέες, είναι επαναστάτης, είναι άνεργος, είναι «νοικοκυραίος», θυμάται τον Νικόλα Άσιμο και την Κατερίνα Γώγου, δεν έχει ακουστά ούτε έναν στίχο τους.

Δεν ξέρω τι θα γίνει με τα Εξάρχεια και πόσες πιθανότητες έχουμε να ζήσουμε εδώ όχι σαν να είμαστε σε κάποιο νησάκι του Ειρηνικού ωκεανού, αλλά στο κέντρο μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής μητρόπολης – εκείνο που ξέρω είναι ότι ναρκωτικά, πορνεία, λαθραία προϊόντα, διαρρήξεις και πάσης φύσεως εγκληματικότητα υπάρχουν σε όλη την υφήλιο και ως τέτοια λογίζονται και διώκονται. Μόνο στα Εξάρχεια σημαίνουν κάτι άλλο και συνδέονται με κάτι μισότριβες ιστορίες από ένα παρελθόν που έχει αφήσει εδώ τα αποφόρια του κι εμείς τα κρεμάμε στον ήλιο, τα αερίζουμε και τους ρίχνουμε καινούργια ναφθαλίνη...

Περιμένουμε σε λίγες εβδομάδες τα σταθερά ραντεβού 17ης Νοεμβρίου και 6ης Δεκεμβρίου, στα μεγάφωνα θα παίζει ο Παπακωνσταντίνου και η Φαραντούρη, ο Μπακαλάκος και τα Carmina Burana, θα ακουστεί ξανά και ξανά το σύνθημα «Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία / Η Χούντα δεν τελείωσε το ’73», το βράδυ θα γίνουν επεισόδια, ετοιμάζονται οι πολέμαρχοι...

Αντί επιλόγου, εκείνο που λέω εγώ είναι ότι τα Εξάρχεια είχαν ιστορία, τώρα έχουν μόνο τραύματα· το Πολυτεχνείο Ζει για να πεθαίνει κάθε χρόνο. Οι νεκροί του ’73 δεν ανήκουν στο 2019, οι ζωντανοί του 2019 δεν μπορούν να σκέφτονται με όρους του ’73. ■

*Η Γιούλα Κουγιά είναι μόνιμη κάτοικος Εξαρχείων, δημοσιογράφος και επιμελήτρια εκδόσεων.

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ