ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Σοφία Κοκοσαλάκη: Σχεδίασε με οδηγό το συναίσθημα και τη μνήμη

ΕΛΙΣ ΚΙΣ

Η διεθνής Ελληνίδα σχεδιάστρια Σοφία Κοκοσαλάκη, που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις 47 ετών, δίνοντας άνιση μάχη με τον καρκίνο, άφησε έντονο αποτύπωμα στον χώρο της μόδας μέσα από δημιουργίες που εξέφραζαν τις ρίζες της και τον δυναμισμό της.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είχε την παιχνιδιάρικη ματιά ενός εσωστρεφούς ανθρώπου που παρατηρεί τον κόσμο με πλήρη εξωστρέφεια. Λεβέντισσα, με ουσιαστικό ταλέντο, αστείρευτο χιούμορ και δημιουργική οξυδέρκεια, η Ελληνίδα σχεδιάστρια μόδας και κοσμημάτων Σοφία Κοκοσαλάκη πέθανε την Κυριακή, 13 Οκτωβρίου, έπειτα από σύντομη μάχη που έδωσε με τον καρκίνο. Ηταν 47 ετών. 

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1972 και σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μεταξύ του Λονδίνου όπου ζούσε, τη γενέτειρα της και την αγαπημένη της Κρήτη –τόπο καταγωγής των γονιών της– η Κοκοσαλάκη έχτισε μια διεθνή καριέρα βασισμένη σε δημιουργικές αντιθέσεις που την έκαναν να ξεχωρίσει στην παγκοσμιοποιημένη αρένα της βιομηχανίας της μόδας. Βασισμένη στην πολιτιστική της κληρονομιά –τη μινωική, την αρχαιοελληνική και την βυζαντινή, μεταξύ άλλων– αλλά και τη βαθιά προσωπική της ανάγκη για μια ασυμβίβαστη πορεία, η Κοκοσαλάκη εργάστηκε πάνω στη τεχνική του ντραπέ, χρησιμοποίησε χειροποίητες λεπτομέρειες και εξερεύνησε τρόπους σύνδεσης της μόδας με την αρχιτεκτονική.

Πάνω απ’ όλα, την οδηγούσαν η «μνήμη και το συναίσθημα», όπως έλεγε η ίδια. Αισθήματα και έννοιες που εκείνη εντόπιζε σε φιγούρες όπως η μινωική Θέα των Φιδιών, που συχνά έβρισκε τον δρόμο της στις συλλογές της Κοκοσαλάκη, χωρίς όμως ποτέ να το «κραυγάζει».

Το αποτέλεσμα της δουλειάς της σχεδιάστριας ήταν ένα πρετ-α-πορτέ το οποίο αγκαλιάστηκε από γυναίκες που δεν ακολουθούσαν πιστά τις τάσεις, αλλά προτιμούσαν μια αίσθηση «ατομικότητας». Οπως η Κάρι Μπράντσοου (Σάρα-Τζέσικα Πάρκερ) –στυλιστικό βαρόμετρο της τηλεοπτικής εποχής της– η οποία φόρεσε ένα φόρεμα Sophia Kokosalaki σ’ ένα επεισόδιο του «Sex and the City».    


Η Σοφία Κοκοσαλάκη βασιζόταν στην πολιτιστική κληρονομιά της –τη μινωική, την αρχαιοελληνική και τη βυζαντινή, μεταξύ άλλων–, αλλά και στη βαθιά προσωπική της ανάγκη για μια ασυμβίβαστη πορεία.

Η σχεδιάστρια στράφηκε στις ρίζες της ύστερα από προτροπή μιας καθηγήτριάς της στη σχολή Central Saint Martins του Λονδίνου. Η τελευταία την ενθάρρυνε να βρει τις δικές τις εικόνες και η Κοκοσαλάκη τις αναζήτησε μακριά από το φολκλόρ, ερμηνεύοντας το παρελθόν με ένα μεταμοντέρνο βλέμμα. Κάτι που πρόσεξαν πολλοί ειδικοί του χώρου, όπως η Suzy Menkes και η Sarah Mower, όταν παρουσίασε την πτυχιακή της συλλογή το 1998. Ακολούθησε η ανάπτυξη του δικού της, ομώνυμου brand, αλλά και συνεργασίες με τους οίκους Joseph, Ruffo Research και Diesel Black Gold. Ιδιαίτερη στιγμή στην καριέρα της ήταν όταν της ανατέθηκε η αναβίωση του ιστορικού γαλλικού οίκου Vionnet που αρχικά είχε ιδρύσει η πρωτοπόρος Madeleine Vionnet.

Το όνομα της Κοκοσαλάκη εμφανίστηκε πιο έντονα στο ελληνικό «λεξιλόγιο» την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004, όταν σχεδίασε τα κοστούμια των πάνω από 6.000 ατόμων (συμπεριλαμβανομένης και της Μπιοργκ) που εμφανίστηκαν στις τελετές έναρξης και λήξης, ύστερα από πρόσκληση του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Ακολούθησε ο σχεδιασμός των στολών των πληρωμάτων της Aegean Airlines το 2015, ενώ πρόσφατα είχαν αποκαλυφθεί και εκείνες για το προσωπικό του καινούργιου Αστέρα στη χερσόνησο της Βουλιαγμένης.

Υστερα από δώδεκα χρόνια στο πρετ-α-πορτέ, η Κοκοσαλάκη αποφάσισε να αφήσει το σκληρά ανταγωνιστικό αυτό περιβάλλον για ένα χρονικό διάστημα. Απέκτησε μια κόρη, ενώ στράφηκε στο κόσμημα δημιουργώντας «demi-fine» συλλογές με βάση την κληρονομιά της. Στράφηκε επίσης προς τη σύγχρονη τέχνη, ως χόμπι και όχι ως συλλέκτρια, όπως ξεκαθάριζε η ίδια, ενώ κρατούσε πάντα ένα μήνα τον χρόνο για την Κρήτη. 

Ομως, πώς είχαν αρχίσει όλα; «Την πρώτη φορά που συνειδητοποίησα πως ήταν ντυμένοι οι άλλοι άνθρωποι ήμουν 10 ή 11», μου είχε πει σε συνέντευξή της στην αγγλόφωνη έκδοση της «Καθημερινής» το 2004. «Κατάλαβα ότι όλα τα κοριτσάκια ήταν καλύτερα ντυμένα από εμένα και, σαν αποτέλεσμα, τους φερόντουσαν καλύτερα οι κυρίες, οι κύριοι και τα μικρά αγοράκια. Κατάλαβα λοιπόν ότι η εμφάνιση ήταν κάτι σημαντικό. Αρχισε να με ενδιαφέρει και η δική μου εμφάνιση. Ηταν επιφανειακό, αλλά σημαντικό. Δεν ήταν πνευματική η ανάγκη, αλλά συναισθηματική». 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ