Όταν συναντάς τη Μιμή Ντενίση, βλέπεις την Ντενίση που θέλεις να δεις. Αν θέλεις να δεις τη γυναίκα, θα προσέξεις τα μάτια που ζάλισαν πολιτικούς, ποιητές και ζεν πρεμιέ. Αν θέλεις να δεις την κυρία, θα προσέξεις το ύφος και τον τρόπο με τον οποίο περιποιείται τους φίλους της στο αρχοντικό διαμέρισμά της στο Πεδίον του Άρεως. Κι αν θέλεις να μιλήσεις για θέατρο, πολιτική και ιστορία, η Μιμή είναι έτοιμη να πει πολλά και διάφορα. Όσες φορές έχω μιλήσει μαζί της, παρατηρώ όλες τις παραπάνω όψεις της, αλλά και μερικές ακόμα, για να βρω μια απάντηση στο αίνιγμα μιας ηθοποιού που το 2021 θα κλείσει σαράντα χρόνια πρωταγωνίστρια. 

Η Ντενίση αποτελεί «αίνιγμα»; Είναι απλή, ευγενική, χαμογελαστή. Δεν υπάρχει κανένα «αίνιγμα». Και όμως. Κατ’ αρχάς, η Ντενίση θέλει να δείχνει απλή, αλλά τίποτα επάνω της δεν είναι τόσο απλό όσο εκείνη επιμένει ότι είναι. Ό,τι αγγίζει, με ό,τι καταπιάνεται, μοιάζει σαν να πραγματοποιείται αβίαστα. Εύκολα παρασύρεσαι να νομίζεις ότι έχει το χάρισμα να μη χρειάζεται να προσπαθεί για τίποτα. Αν προσέξεις καλύτερα, όμως, θα διακρίνεις ότι η Μιμή κρύβει την προσπάθεια. Γνωρίζει ότι ο κόπος απωθεί, γι’ αυτό έχει αποφασίσει ότι δεν θα κουραστεί ποτέ να πείθει ότι είναι ακούραστη.

Εκατοντάδες χιλιάδες θεατές παρακολούθησαν το έργο «Σμύρνη μου αγαπημένη», που ανέβηκε για τρεις σεζόν στο «ΘΕΑΤΡΟΝ» – Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος» στην Αθήνα και στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, και αποτέλεσε τη μεγαλύτερη επιτυχία στην ιστορία του θεάτρου. Ελάχιστοι όμως είδαν τις εξαντλητικές πρόβες και τη σκηνοθεσία που έκανε η ίδια και ακόμα λιγότεροι είχαν την ευκαιρία να δουν μια βιβλιοθήκη γεμάτη ιστορικά βιβλία που μελέτησε για να το γράψει. Πέρασε δύο χρόνια σε αυτή τη βιβλιοθήκη, που βρίσκεται σε ένα μικρό δώμα με ένα παλιό ξύλινο γραφείο. Ιδού, λοιπόν, το «άλλο καμαρίνι», όπου η σταρ μεταμορφώνεται σε θεατρική συγγραφέα. Σε αυτό το «καμαρίνι» με το μεγάλο παράθυρο κρύβεται η απάντηση στο αίνιγμα της επιτυχίας της: ο συγγραφέας της σταρ είναι η ίδια η σταρ. 

Είναι η μοναδική πρωταγωνίστρια που σπάει τα ταμεία με έργα που έχει μεταφράσει, διασκευάσει ή γράψει η ίδια – από τις «Επικίνδυνες σχέσεις» και το «Αμαντέους» έως τη «Θεοδώρα» και το «Σμύρνη μου αγαπημένη». Το όνομα Ντενίση δεν χτίστηκε με μόδα, πέρλες και διαμάντια, όσο κι αν ξέρει να ντύνεται όσο ελάχιστες γυναίκες. Χτίστηκε με διάβασμα και γράψιμο. Αλλά είναι αρκετά έξυπνη για να γνωρίζει ότι, αν πρέπει να λες ποιος είσαι, τότε δεν είσαι. Δεν πρόκειται να χαλάσει την ωραία εντύπωση όσων βλέπουν μόνο τα εξώφυλλα, τους άντρες και τη λάμψη. Άλλωστε, τους θέλει όλους κοντά της, για να γεμίζει κάθε βράδυ ένα θέατρο χιλίων θέσεων. 

Η νέα μας συνάντηση έγινε γιατί επιστρέφει στη σκηνή του «Ελληνικού Κόσμου» με τη συνέχεια της «Σμύρνης», με την παράσταση «Κι από Σμύρνη... Σαλονίκη», ένα ακόμα έργο που έγραψε και σκηνοθέτησε η ίδια. Αφορά την προσφυγική περιπέτεια της Φιλιώς Μπαλτατζή, που υποδύεται η ίδια, και όσων μελών της οικογένειάς της επέζησαν από την Καταστροφή της Σμύρνης το 1922, στη Θεσσαλονίκη του ’20, του ’30 και του ’40.   

Η ιστορία

Η Ντενίση έχει αφιερώσει ολόκληρη τη δεκαετία, από τότε που άρχισε την έρευνα για να γράψει τη «Σμύρνη», στη μελέτη της ελληνικής ιστορίας των πρώτων σαράντα χρόνων του 20ού αιώνα. Σε ποιο συμπέρασμα έχει καταλήξει για το σήμερα; «Πιστεύω ότι είμαστε στην ίδια κατάσταση που ήμασταν και τότε», λέει. «Δεν βλέπω καμία διαφορά και καμία πρόοδο στον τρόπο σκέψης. Επικρατεί το ίδιο παθιασμένο συναίσθημα στον τρόπο που σκεφτόμαστε και χειριζόμαστε τα πράγματα. Και όλα εξαρτώνται από τον τρόπο που έχουμε παρουσιάσει την ιστορία. Η ιστορία που μαθαίνουμε περιέχει πολλά ψέματα, πολλές διαστρεβλώσεις και πολλά στερεότυπα. Αυτά οδηγούν στο μίσος και στην εμπάθεια. Όμως, η νηφάλια μελέτη της ιστορίας δείχνει ότι δεν υπάρχει καλός και κακός. Για παράδειγμα, κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, ο Μεταξάς και ο Βενιζέλος ήταν συνεργάτες κοντά στον βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄. Ο Μεταξάς έγινε δικτάτορας το 1936, αλλά είκοσι χρόνια πριν, όταν επέμενε ότι η Μικρασιατική Εκστρατεία δεν έπρεπε να πραγματοποιηθεί γιατί το μέτωπο δεν θα μπορούσε να κρατηθεί, είχε δίκιο. Αρνήθηκε τρεις φορές να γίνει αρχιστράτηγος γι’ αυτόν τον λόγο. Ο Βενιζέλος, από την άλλη πλευρά, υπήρξε η μεγαλύτερη προσωπικότητα της διπλωματίας και της πολιτικής, αλλά η κριτική που του έχει ασκηθεί, ότι έστειλε τον στρατό στη Μικρά Ασία χωρίς εγγυήσεις από τις μεγάλες δυνάμεις, έχει βάση. Πρέπει να βλέπουμε με ψυχραιμία και τις δύο πλευρές, γιατί τα γεγονότα του Μεσοπολέμου ήταν καταιγιστικά και παρέσυραν τους πάντες». 

Η κατάληξη της Μεγάλης Ιδέας, η Μικρασιατική Εκστρατεία και η Καταστροφή της Σμύρνης, παραμένει, σχεδόν εκατό χρόνια μετά, το μεγαλύτερο εθνικό τραύμα. Η ιστορία της εποχής συγκινεί και προβληματίζει τον καθένα που αποφασίζει να διαβάσει για εκείνη την περίοδο. Η Μεγάλη Ιδέα ήταν το ενοποιητικό όραμα της ελληνικής κοινωνίας για πολλές δεκαετίες μέχρι το 1922. Όποιος πολιτικός δεν υποστήριζε τη Μεγάλη Ιδέα δεν είχε πιθανότητες να εκλεγεί στη Βουλή. Οι Έλληνες πανηγύριζαν για τη γεωγραφική επέκταση της Ελλάδας. Όμως, η Μεγάλη Ιδέα σταδιακά ξέφυγε από κάθε έλεγχο, έγινε ύβρις και εγκλώβισε τον ελληνικό στρατό να πολεμά επί δέκα χρόνια, από τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, το 1912, έως το 1922. Όλοι έχουμε προγόνους που είτε πολέμησαν στη Μικρά Ασία είτε έγιναν οι ίδιοι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και τον Εύξεινο Πόντο στην ηπειρωτική Ελλάδα. Η Μεγάλη Ιδέα κατέληξε σε μια τραγωδία που άλλαξε για πάντα την ελληνική κοινωνία και προσδιορίζει μέχρι σήμερα την πολιτική ιστορία. 

Η Ντενίση αναδεικνύει στο έργο μια θεμελιώδη τραγική ειρωνεία που θυμίζει ένα κεντρικό μοτίβο στις τραγωδίες. Είναι η ίδια «θεατρική σύμβαση» που ο Τσέχωφ έχει «κλέψει» από τον Σαίξπηρ και ο Σαίξπηρ από τον Όμηρο και τους τραγικούς. Η σύμβαση αυτή λέει ότι πάνω στη σκηνή, όπως και μέσα στη ζωή, υπάρχουν εκείνοι που διαισθάνονται ότι το πεπρωμένο μπορεί να παρασύρει και να καταστρέψει τα πάντα και εκείνοι που υπνοβατούν και επιμένουν ότι δεν θα αλλάξει τίποτα. Οι  Έλληνες της Σμύρνης το 1920 και οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης το 1940 πίστευαν το ίδιο πράγμα: ότι δεν θα αλλάξει τίποτα. Αλλά και πόσα δράματα ατομικά και οικογενειακά δεν γίνονται επειδή παρασυρόμαστε να υπνοβατούμε; Πώς γίνεται να προστατευτείς από την υπνοβασία; Πώς γίνεται να βρίσκεσαι διαρκώς σε επαγρύπνηση; 

 

 

Η μνήμη

Η απάντηση της Ντενίση είναι μια φράση που σφραγίζει και τα δύο έργα της: «Αν δεν θέλεις να πεθάνεις, να θυμάσαι, μην ξεχνάς». Οι θεατές του «Κι από Σμύρνη... Σαλονίκη» θα δουν όλους τους ηθοποιούς, στο τέλος της πρώτης πράξης, με ενωμένα τα χέρια τους, να πλησιάζουν προς την πλατεία, να κοιτάζουν το κοινό και να επαναλαμβάνουν σαν χορός τραγωδίας: «Να θυμάσαι, μην ξεχνάς». Το ζήτημα της μνήμης για τη Σμύρνη δεν είναι μια αυτάρεσκη ή μια ηττοπαθής παρελθοντολογία. Το να θυμάσαι είναι ζήτημα επιβίωσης. Πρέπει να θυμάσαι τη σκληρή αλήθεια, όσο κι αν σε θίγει και σε θλίβει, γιατί μόνο έτσι η τραγωδία δεν θα επαναληφθεί. Η Ντενίση μού λέει ότι το γεγονός πως απωθήσαμε τις επώδυνες αλήθειες και δεν μάθαμε την πραγματική ιστορία που οδήγησε στην τραγωδία της Σμύρνης είναι μια βασική αιτία που συνέβη, πενήντα χρόνια μετά, η τραγωδία της Κύπρου. Η λήθη επιτρέπει την επιστροφή στην υπνοβασία. Η λήθη σε παρασύρει να παγιδευτείς ξανά στην ύβρη. 

Πόσο νομοτελειακή είναι η ιστορία; Θα μπορούσε να είχε αποτραπεί η Μικρασιατική Καταστροφή; Η απάντηση της Ντενίση δεν είναι τυπική: «Όπως έχει αποδειχθεί, οι Τούρκοι εφάρμοζαν μια πολιτική εθνοκάθαρσης, που είχε ξεκινήσει μερικά χρόνια νωρίτερα με τη Γενοκτονία των Ποντίων και των Αρμενίων. Ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας δύσκολα δεν θα πλήττονταν. Ωστόσο, μια προσεκτική και προνοητική στρατιωτική και διπλωματική πολιτική στηριγμένη στην ενότητα των Ελλήνων και στις στέρεες συμφωνίες με τις Μεγάλες Δυνάμεις ίσως να είχε περιορίσει τα τουρκικά σχέδια, να είχε επιβάλει νέες ισορροπίες στη Μικρά Ασία και να είχε αποτρέψει την ολοσχερή καταστροφή». Η ιστορία μοιάζει νομοτελειακή, αλλά ίσως δεν είναι. Αν δεν είναι, τότε οι ευθύνες μας είναι ακόμα μεγαλύτερες. Ίσως γι’ αυτό θέλουμε να πιστεύουμε ότι είναι. Διαφορετικά, το βάρος της ευθύνης, αλλά και των τύψεων, κάποιες φορές μπορεί να είναι ασήκωτο. 

Αν ζούσε πριν από εκατό χρόνια, η Ντενίση θα υποστήριζε τη Μεγάλη Ιδέα. «Έχω έναν μεγαλοϊδεατισμό στη ζωή μου. Πάντα ξεκινάω για μεγάλα πράγματα, και ας πετύχω τα μισά. Αυτό επεκτείνεται στη στάση μου ως Ελληνίδας. Έχω έναν υγιή μεγαλοϊδεατισμό για την Ελλάδα. Θεωρώ ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι μια κατώτερη επαρχία της Ευρώπης. Πιστεύω ότι αυτό που κάνουμε εδώ, και στις τέχνες και στις επιστήμες και στις επιχειρήσεις, είναι άξιο λόγου. Πιστεύω στην ιδέα της Ελλάδας, όχι απαραίτητα σε αυτό που είμαστε, αλλά σε αυτό που πρέπει να είμαστε. Οφείλουμε να εξάγουμε αυτό που παράγουμε. Παλιά, το Εθνικό Θέατρο περιόδευε στην Ευρώπη. Το ίδιο πρέπει να γίνεται και τώρα. Σε ό,τι με αφορά, θα ήθελα να έχω δίπλα μου το Υπουργείο Πολιτισμού για να ανεβάσω τη Σμύρνη το 2022, εκατό χρόνια μετά την Καταστροφή, σε πέντε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Δεν είναι ένα έργο εθνικιστικό. Είναι ένα έργο αυτογνωσίας για Έλληνες και ξένους». 

Γιατί οι ήρωες του πρώτου έργου που σώθηκαν από τη Σμύρνη, αφού έφτασαν στον Πειραιά, μετά έφυγαν και εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη; «Στην Αττική οι πρόσφυγες έζησαν σε συγκεκριμένες περιοχές και δήμους, ενώ στη Θεσσαλονίκη εντάχθηκαν σε ένα δυναμικό μωσαϊκό, που περιλάμβανε τους Εβραίους, τους Πόντιους, τους Μικρασιάτες, τους Θρακιώτες και τους ντόπιους. Οι μεγάλες πολιτικές συγκρούσεις ξεκίνησαν από τη βόρεια Ελλάδα. Ο κομμουνισμός ξεκίνησε από τον Αβραάμ Μπεναρόγια, στη Θεσσαλονίκη, όπου η Φεντερασιόν έγινε Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος (ΣΕΚΕ) και μετά ΚΚΕ. Αλλά και ο φασισμός, με την οργάνωση “3Ε” (Εθνική Ένωσις Ελλάς), ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη. Όλα αυτά ενισχύουν τη δραματική ένταση της πλοκής σε ένα ιστορικό έργο». 

Η έμφαση στη μνήμη, η μαχητικότητα και η επιμονή είναι άλλο ένα κομμάτι της απάντησης στο «αίνιγμα Ντενίση». Η ηθοποιός ταυτίζεται με το σπίτι της οδού Μαυροματαίων, που αγόρασε όταν γνώρισε τον Αντώνη Τρίτση, πριν από 32 χρόνια, όταν το Πεδίον του Άρεως ήταν ακόμη μια προνομιακή αστική γειτονιά του κέντρου της Αθήνας. Τα τελευταία χρόνια, το Άλσος και ολόκληρη η γειτονιά υποβαθμίστηκαν σημαντικά και η Ντενίση, που θα μπορούσε να φύγει, όχι μόνο δεν έφυγε, αλλά κατέβηκε στη Μαυροματαίων και έδωσε αγώνα για να αντιστρέψει την παρακμή. Κάποιοι «αλληλέγγυοι», που προφανώς συνδέονταν με την προστασία του εμπορίου ναρκωτικών που ανθούσε στο Άλσος, την απείλησαν ακόμα και με προκήρυξη. Τελικά δικαιώθηκε σε πείσμα των απαισιόδοξων φίλων της, που την προέτρεπαν να φύγει. Η πολιτεία ενεργοποιήθηκε και η νομιμότητα αποκαταστάθηκε. 

Πίσω από την επιμονή της να παραμείνει και να αγωνιστεί είναι η απόφασή της να υπερασπίζεται πάντοτε τη μνήμη. Για την Ντενίση η μνήμη είναι ταυτότητα, χαρακτήρας και ηθικός κώδικας. Σε μια άλλη συνέντευξή μας στο «Κ», πριν από δύο χρόνια, περπάτησε ένα απόγευμα στο άναρχο Πεδίον του Άρεως, γεμάτο ναρκομανείς και ρακένδυτους μετανάστες. Ένας αποστεωμένος ναρκομανής, μόλις την είδε, γούρλωσε τα μάτια, την πλησίασε και με ένα πλατύ χαμόγελο της είπε: «Μιμή, πάρε με μαζί σου να με κάνεις σταρ». Η Ντενίση δεν φοβήθηκε και δεν τον απέφυγε. Τον ακούμπησε στον ώμο και του είπε: «Να προσέχεις». Πιο πέρα πλησίασε μόνη της νεαρούς μετανάστες από το Αφγανιστάν και φωτογραφήθηκε μαζί τους. «Είμαι υπέρ των μεταναστών και υπέρ της νομιμότητας. Δεν υπάρχουν γκέτο για μένα. Μπορώ να φορέσω το ωραίο ρούχο μου και να πάω στο Μπάκιγχαμ, μπορώ να πάω και στη Μόρια». 

Η σταρ

Δεν έχει πει ποτέ ότι έχει κουραστεί από το ενδιαφέρον του κόσμου, όπως λένε πολλοί σταρ. «Αυτοί που λένε ότι τους κουράζει το ενδιαφέρον του κόσμου δεν είναι γεννημένοι σταρ. Τους έχει φτιάξει κάποιος. Ο άντρας τους, ο καναλάρχης τους, ο παραγωγός τους. Αυτοί που είναι γεννημένοι σταρ δεν κουράζονται ποτέ από το ενδιαφέρον του κόσμου». Δεν την ενοχλεί το ότι εκείνοι που θα τη χειροκροτήσουν είναι οι ίδιοι που θα την κουτσομπολέψουν; «Αυτό γίνεται σε κάθε ελληνική οικογένεια. Αγαπάμε τον άνθρωπό μας και ταυτόχρονα τον κουτσομπολεύουμε. Εμένα ο Έλληνας και η Ελληνίδα με αγαπούν. Μπορεί να με κουτσομπολέψουν, αλλά με αγαπούν. Είμαι ευγνώμων στον κόσμο. Ο κόσμος είναι πλάι μου σαράντα χρόνια. Έχουμε πολύ λίγους ηθοποιούς που ο κόσμος παραμένει πλάι τους για σαράντα χρόνια. Η μεγαλύτερη επιτυχία στο θέατρο ήταν η “Θεοδώρα”, πριν από είκοσι χρόνια, και, χάρη στον κόσμο που με κρατάει ψηλά, ξεπέρασα το δικό μου ρεκόρ με τη “Σμύρνη”». 

Η «Θεοδώρα» ήταν μια ιδέα του Φράνκο Τζεφιρέλι. Ο μεγάλος Ιταλός σκηνοθέτης, που πρόσφατα έφυγε από τη ζωή, είχε επιλέξει την Ντενίση για τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια ταινία με θέμα την αυτοκράτειρα του Βυζαντίου. Τον είχαν συνεπάρει, όπως έλεγε, «τα βυζαντινά μάτια» της. Το σενάριο θα το έγραφε ο φίλος της Ντενίση, ο θεατρικός συγγραφέας Μάρτιν Σέρμαν. Όμως, το 1993 ο Τζεφιρέλι εξελέγη βουλευτής με το κόμμα Forza Italia του Σίλβιο Μπερλουσκόνι και είπε στην Ντενίση: «Ανέβασε εσύ τη Θεοδώρα στο θέατρο». Η Ντενίση έγραψε το έργο και κάλεσε τον Γιάννη Κακλέα να το σκηνοθετήσει. Ο Κακλέας ήταν τότε ο πιο αιρετικός νέος σκηνοθέτης. Στο έργο υπήρχε ένας ρόλος ζητιάνου. Η Μιμή ανέθεσε τον ρόλο στον Στάθη Ψάλτη, που τον θαύμαζε για το κωμικό ταλέντο του. «Η Θεοδώρα είναι το πρώτο έργο που έγραψα μόνη μου και το έπαιξα τρεις σεζόν στην Αθήνα και το καλοκαίρι σε όλα τα αρχαία θέατρα. Αυτό το έργο συνδυάζει τον Τζεφιρέλι, τον Κακλέα και τον Ψάλτη. Αυτός είναι ο συνδυασμός που έχει και ο χαρακτήρας μου...»    

Πώς έμαθε να σκηνοθετεί; Και πώς δημιούργησε φιλίες με όλες αυτές τις προσωπικότητες, από τον Τζεφιρέλι και τον Μάρτιν Σέρμαν μέχρι τον Ίαν Μακ Κέλεν και τη Βανέσα Ρεντγκρέιβ; «Όταν ξεκινούσα στο θέατρο τη δεκαετία του ’80 ως θιασάρχης, αρχικά με τον τότε σύζυγό μου Γιάννη Φέρτη και μετά μόνη μου, καλούσα Βρετανούς σκηνοθέτες για να με σκηνοθετήσουν. Μάθαινα από αυτούς. Παράλληλα, όταν αποφάσιζα να αγοράσω τα δικαιώματα, να μεταφράσω και να διασκευάσω ένα αγγλικό έργο, ταξίδευα στο Λονδίνο για να συναντήσω τον συγγραφέα και τους παραγωγούς και να παρακολουθήσω την αγγλική παράσταση. Περνούσα εβδομάδες στο Λονδίνο βλέποντας έργα και συναναστρεφόμουν τους ανθρώπους του αγγλικού θεάτρου. Έτσι, χτίστηκαν φιλίες που διατηρούνται μέχρι σήμερα».    

Η γυναίκα

Μια συζήτηση με τη Μιμή Ντενίση δεν μπορεί να αφήσει απέξω τους άντρες. Την προκαλώ, γιατί πιστεύω ότι κάτι μου κρύβει. Έχω την εντύπωση ότι οι άντρες δεν παίζουν πλέον ιδιαίτερο ρόλο στη ζωή της. Και γιατί να παίζουν; Όταν έχεις δει ένα έργο πολλές φορές, γιατί να το δεις άλλη μία; Νομίζω ότι η Μιμή μοιάζει σαν μια «βετεράνος του έρωτα», που δεν έχει πλέον ανάγκη από μία ακόμα περιπέτεια. Γελάει πολύ με τη φράση «βετεράνος του έρωτα». «Όχι, δεν είμαι καθόλου “βετεράνος του έρωτα”», απαντά. «Οι άντρες εξακολουθούν να παίζουν ρόλο στη ζωή μου». 

Πώς γίνεται, όμως, να εκπέμπει ένα αίσθημα πληρότητας χωρίς να βρίσκεται σε σχέση; Αποδίδει την πληρότητα που όντως εκπέμπει στο γεγονός ότι δημιουργεί, γράφει, παίζει, σκηνοθετεί. Δεν έχει ξεπεράσει τον έρωτα, αλλά τον υποκαθιστά με τη δημιουργία. Απορρίπτει τη δική μου θεωρία ότι η έννοια της σχέσης είναι υπερεκτιμημένη και ότι οι άνθρωποι είναι περισσότερο ευτυχισμένοι όταν ζουν μόνοι τους. Σκέφτομαι ότι ίσως μια σταρ να μην πρέπει να παραδεχτεί ότι δεν την αφορά ο έρωτας.  

Από την άλλη πλευρά, έχει δίκιο όταν λέει ότι δεν είναι εύκολο να βρεθεί ένας άντρας στα μέτρα της. Οι περισσότεροι άντρες με ισχυρή προσωπικότητα, που θεωρητικά θα την ενδιέφεραν, θέλουν «γυναίκες-έπαθλα». «Όπως καταλαβαίνεις», μου λέει κατηγορηματικά, «εγώ δεν μπορώ να γίνω κτήμα κανενός. Θέλω έναν άνθρωπο που να μη θέλει γυναίκες-έπαθλα και να έχει δύο χαρακτηριστικά: να είναι έξυπνος και να έχει παιδεία. Η εξυπνάδα και η παιδεία φέρνουντην ευγένεια και τον σεβασμό». 

Παιδεία; Ευγένεια; Εξυπνάδα; Σεβασμός; Όχι στις «γυναίκες-έπαθλα»; Μάλλον η Μιμή έχει ανεβάσει τον πήχη πολύ ψηλά. Αυτός ο άντρας δύσκολα βρίσκεται στην πραγματική ζωή. Γι’ αυτό η Μιμή τον δημιούργησε στο έργο της. Είναι ένας εργοστασιάρχης με αγωγή, ισχύ και γούστο, που τον υποδύεται ο Αλέξανδρος Αντωνόπουλος. Αυτός ο εργοστασιάρχης από την πρώτη στιγμή έχει μάτια μόνο για τη Φιλιώ Μπαλτατζή. Όμως, η Φιλιώ, ενώ δεν μένει ασυγκίνητη, δεν τον διώχνει και δεν τον απογοητεύει, δείχνει ότι μέσα της έχει αποφασίσει ότι ο άντρας της ζωής της είναι η ίδια. Αυτά ισχύουν στο έργο. Ισχύουν και στη ζωή; Ίσως ισχύουν. Ίσως όμως και όχι. Ένα αίνιγμα σαν αυτό της Μιμής Ντενίση μάλλον δεν μπορεί να έχει μία και μόνο απάντηση. ■

«Κι από Σμύρνη... Σαλονίκη», «ΘΕΑΤΡΟΝ» – Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος», από 24/10. Πρωταγωνιστούν: Μιμή Ντενίση, Αλέξανδρος Αντωνόπουλος, Γιώργος Αρμένης, Δημήτρης Μακαλιάς, Κωνσταντίνα Μιχαήλ, Όλγα Πολίτου, Μιχάλης Μητρούσης, Κατερίνα Γερονικολού, Γιάννης Τσιμιτσέλης και πλειάδα άλλων καλών ηθοποιών. 

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ