Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Μάγδα Φύσσα: Σθένος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Εξι χρόνια είναι πολλά για να αργεί ακόμη η Δικαιοσύνη. Υπήρχαν περίοδοι σε αυτά τα έξι χρόνια που ούτε η Δικαιοσύνη δεν έστεργε να βρει –κυριολεκτικά– χώρο για την υπόθεση της Χρυσής Αυγής. Σε όλο αυτό το διάστημα η Μάγδα Φύσσα, κυρίως με το σιωπηλό της σθένος, ήταν το ζωντανό σύμβολο της ανάγκης για ένα τέλος.

Η Δικαιοσύνη δεν έχει μιλήσει. Το τέλος, όμως, του φαινομένου μοιάζει να ήρθε πιο νωρίς και πιο αθόρυβα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς. Το πολιτικό σύστημα ήταν απροετοίμαστο και ενοχοποιημένο. Δυσκολεύτηκε να βρει το όριο μεταξύ θεμιτής καταπολέμησης και μιας υπεραντίδρασης που θα κινδύνευε να τροφοδοτήσει αυτό που φιλοδοξούσε να εξαφανίσει. Εκ των υστέρων αποδεικνύεται ότι οι επιφυλάξεις περί της συνταγματικότητας των διώξεων και των απαγορεύσεων ήταν πολύ εξεζητημένες. Η Χρυσή Αυγή ευδοκιμούσε όσο η πολιτεία δίσταζε. Μόλις βρέθηκε αντιμέτωπη με τον νόμο, άρχισε αμέσως να εκφυλίζεται.

Προτού επιβεβαιωθεί στην κάλπη, ο εκφυλισμός είχε αρχίσει να συντελείται θεαματικά στη σκηνή του δικαστηρίου. Η εικόνα των φουσκωτών να ξεφουσκώνουν στο εδώλιο – να κάνουν τους ανήξερους και να καρφώνουν ο ένας τον άλλον· η εικόνα τους να υποκύπτουν στον θεσμικό οπλισμό της δημοκρατικής πολιτείας συντέλεσε στην οριστική απομυθοποίησή τους.

Μήπως είναι πρόωροι οι πανηγυρισμοί; Μήπως έχουν δίκιο όσοι δεν αρκούνται στον εξοστρακισμό των νεοναζί από το Κοινοβούλιο και τον ενδεχόμενο ποινικό κολασμό τους;

Η αλήθεια είναι ότι το ιδεολογικό υπόστρωμα στο οποίο βλάστησε η Χρυσή Αυγή δεν θα ξεριζωθεί μαζί της. Τα ιδεολογήματα της φυλετικής ανωτερότητας, οι ρατσιστικές φοβίες, ακόμη και ο αντισημιτισμός, δεν είναι ρεύματα που έφτιαξε η Χ.Α., ούτε πρόκειται να τελειώσουν μαζί της.

Ομως, η εξαφάνιση των αρβυλοφόρων από τον δημόσιο χώρο και η εξάρθρωση του μηχανισμού τους δικαιολογούν την πίστη στα αντισώματα που επέδειξε, εν μέσω του μεγαλύτερου κλονισμού της, η μεταπολιτευτική Δημοκρατία.

Εδειξε ότι διαθέτει άμυνες όχι μόνο ποινικές, αλλά και αντανακλαστικά αυτομεταρρύθμισης. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς πώς στην αρχή αιφνιδιάστηκαν τα ΜΜΕ από τους νεοναζί και πώς στη συνέχεια έμαθαν αυτοδίδακτα να τους αντιμετωπίζουν.

Το πρόβλημα ίσως είναι ότι αυτή η πολύπλευρη άμυνα –πολιτική, δικαστική, μιντιακή– δεν γίνεται αντιληπτή σαν συλλογικό κεκτημένο. Αντί να θεωρείται –και να καλλιεργείται ως– κοινό, υπερκομματικό κτήμα, γίνεται ακόμη αντικείμενο κομματικού ανταγωνισμού – για το ποια από τις δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου ήταν περισσότερο φιλοναζί ή αντιναζί από τις άλλες.

Η μαύρη παρένθεση κλείνει. Η απειλή έχει εκπνεύσει. Αλλά δεν πρέπει να ξεχαστεί. Η εμφάνιση και η εξάλειψή της πρέπει να μείνει και να αποταμιευτεί σαν παιδαγωγικό κεφάλαιο στη συλλογική μνήμη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ