ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ*

Μετά τα επόμενα προβλήματα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το προσφυγικό (στη φωτ. ο καταυλισμός στη Μόρια) θα είναι από τα κύρια προβλήματα της επόμενης δεκαετίας.

Σε πρόσφατο άρθρο του («Η Καθημερινή», 9.9.2019), ο καθηγητής και πρώην υπουργός Τάσος Γιαννίτσης ανέλυσε πέντε προβλήματα τα οποία θα αντιμετωπίσει η χώρα μας έως το 2030 και για την επίλυση των οποίων απαιτούνται πιεστικές αλλαγές: «Η μείωση του πληθυσμού σε συνδυασμό με τη γήρανση, ένα τεράστιο ενεργειακό πρόβλημα, η κυριαρχία ριζοσπαστικών νέων τεχνολογιών, η διασφάλιση ενός ικανοποιητικού, έστω και δύσκολου, μέλλοντος των νέων μας στον εθνικό χώρο και το κολοσσιαίο θέμα των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής». Οπως σωστά επιμένει ο Τ. Γιαννίτσης στις δημόσιες παρεμβάσεις του, το πολιτικό και οικονομικό κόστος επίλυσης των προβλημάτων είναι ήδη υψηλό, αλλά το να μην επιλεγεί τώρα καμία λύση για αυτά θα καταστήσει το μελλοντικό κόστος επίλυσής τους δυσθεώρητο. Οπως ακριβώς είχε συμβεί το 2001 με την αναβολή επίλυσης του συνταξιοδοτικού προβλήματος, με αποτέλεσμα αυτό να επιδεινωθεί τόσο πολύ ώστε, μαζί με άλλους παράγοντες, να οδηγήσει στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό της χώρας το 2010.

Ο Τ. Γιαννίτσης μας καλεί να σκεφθούμε πέρα από τα τρέχοντα προβλήματα. Καθώς πλησιάζει το τέλος του έτους, ο δημόσιος διάλογος και η κριτική αφορούν βασικά νομοσχέδια που καταρτίζει η νέα κυβέρνηση και τον κρατικό προϋπολογισμό του 2020, στον βαθμό βέβαια που νομικές ρυθμίσεις μπορούν να λύσουν χρόνια κοινωνικοοικονομικά προβλήματα. Σχετικά παραδείγματα είναι η υπέρβαση της καχεκτικής έως σήμερα οικονομικής μεγέθυνσης και ο μετασχηματισμός της δημόσιας διοίκησης από κομματικοποιημένο όργανο εφαρμογής αποσπασματικών και συνήθως πελατειακών μέτρων δημόσιας πολιτικής σε επιτελικό όργανο παραγωγής, εφαρμογής και αξιολόγησης δημόσιων πολιτικών. Σε σχέση με αυτά, τα προβλήματα που αναδεικνύει ο Τ. Γιαννίτσης έπονται χρονικά, αν και είναι ορατά ήδη σήμερα.

Για παράδειγμα, το πανέμορφο φυσικό περιβάλλον της Ελλάδας συνεχίζει να υποβαθμίζεται και, ελλείψει κατάλληλης δημόσιας πολιτικής, η υποβάθμισή του είναι δύσκολο να ανασταλεί. Οι νέοι συνεχίζουν να εγκαταλείπουν τον εθνικό χώρο. Ελλείψει μέτρων για να περιοριστεί η απόκλιση των τάσεων της εκπαίδευσης από τις τάσεις της απασχόλησης, το παράδειγμά τους θα ακολουθήσουν και οι επόμενοι και μεθεπόμενοι απόφοιτοι σχολών που ιδρύθηκαν ή «πανεπιστημιοποιήθηκαν» για να αντληθούν κοντόφθαλμα μικροκομματικά οφέλη. Ολα αυτά είναι ταυτόχρονα σημερινά και επόμενα προβλήματα.

Ανάμεσα στα επόμενα προβλήματα θα πρέπει να συμπεριληφθούν ακόμα τρία, τα οποία αποσπούν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης μόνο όταν παρουσιάζουν περιοδικές εξάρσεις. Σύμφωνα με την Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, τον Αύγουστο του 2019 οι αφίξεις προσφύγων-μεταναστών στα ελληνικά νησιά έφθασαν τις 5.860, σχεδόν διπλάσιες από τον Αύγουστο του 2018. Τους πρώτους οκτώ μήνες του 2019, 31.000 πρόσφυγες-μετανάστες έχουν εισέλθει από ξηρά και θάλασσα. Ο αριθμός αυτός απέχει πολύ από τον αντίστοιχο των 856.000 συνολικά για το έτος 2015. Ωστόσο, μας προϊδεάζει για ένα αναπόφευκτο ζήτημα της επόμενης δεκαετίας.

Είναι απίθανο να μειωθούν οι ροές προσφύγων-μεταναστών, δεδομένου ότι τα αίτια που προκαλούν τα ρεύματα προσφύγων-μεταναστών δεν προβλέπεται να περιοριστούν: κλιματική αλλαγή και περιβαλλοντικές καταστροφές, περιφερειακοί πόλεμοι, οικονομική ανέχεια στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Νότια Ασία και στην Αφρική. Στην επόμενη δεκαετία η Ελλάδα δεν μπορεί να ακολουθήσει τη γνωστή πολιτική του 2015, η οποία θα μπορούσε να συνοψιστεί στην πρόταση «ανοίξαμε και σας περιμένουμε, ελπίζοντας ότι δεν θα μείνετε για πολύ».

Αλλωστε, ενώ μετά το 2020 η Ελλάδα θα πρέπει με έξοδά της και τη συνδρομή της Ευρωπαϊκής Ενωσης να διαχειριστεί τις προσφυγικές ροές, θα έχει ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει το παγόβουνο εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Αυτό θα βρεθεί στην πορεία της στα τέλη της δεκαετίας του 2020, όταν, σύμφωνα με το Peterson Institute of International Economics (στην Ουάσιγκτον) και το Center for Economic Policy Research (Λονδίνο), οι δαπάνες για την εξυπηρέτηση των χρηματοδοτικών αναγκών του ελληνικού χρέους, ενώ σήμερα είναι γύρω στο 15% του ΑΕΠ, μετά το 2030 θα ξεπεράσουν το 20% και μετά το 2040 το 30% (εκτιμήσεις Απριλίου 2018).

Πρόκειται για δυσβάστακτες εθνικές δαπάνες, ακόμα και αν υποθέσει κανείς, μάλλον υπεραισιόδοξα, ότι η διεθνής οικονομική συγκυρία δεν θα επιδεινωθεί έως τότε, βραχυκυκλώνοντας τις εγχώριες προσπάθειες οικονομικής ανόρθωσης. Πάντως, αν δεν βελτιωθούν εντυπωσιακά οι σημερινοί αναιμικοί ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας (1,5%-1,9%) και αν δεν γίνει κάποια ελάφρυνση του δημόσιου χρέους με συναίνεση των ξένων, τότε στις αρχές της δεκαετίας του 2030 η χώρα θα βρεθεί πάλι στο χείλος της χρεοκοπίας.

Τότε κάποιο μείγμα πολιτικής οικονομικής λιτότητας θα καταστεί πιθανότατα αναγκαίο, αλλά θα πρέπει να έχει προβλεφθεί το πώς δεν θα επακολουθήσει η κοινωνική καταστροφή της τρέχουσας δεκαετίας (υψηλότατη ανεργία, διεύρυνση ανισοτήτων, φτώχεια). Είναι ενδεικτικό ότι, παρά τη σταθεροποίηση και ελαφρά ανάκαμψη της οικονομίας, το ποσοστό ατόμων σε συνθήκες φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού βρίσκεται στο 32% το 2018 (μειωμένο σε σύγκριση με το 2014, όταν είχε φθάσει στο 36% – στοιχεία Eurostat). Δηλαδή, η Ελλάδα παραμένει μαζί με τη Βουλγαρία (33%) και τη Ρουμανία (33%) ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης με τα βαρύτερα προβλήματα φτώχειας.

Τόσο τα επόμενα προβλήματα που ανέδειξε ο Τ. Γιαννίτσης όσο και αυτά, τα μάλλον μεθεπόμενα, που θίχτηκαν εδώ, είναι αλληλένδετα. Υπάρχει ένας φαύλος κύκλος εσωτερικών οικονομικών και διοικητικών αδυναμιών και προκλήσεων εισαγόμενων από το εξωτερικό. Υπάρχουν ζητήματα τα οποία χρονίζουν και που έπρεπε να είχαν λυθεί από καιρό (π.χ. μη εξυπηρετούμενα τραπεζικά δάνεια, ουσιαστικά χρεοκοπημένες δημόσιες επιχειρήσεις, απαξιωμένο εκπαιδευτικό σύστημα, απολιθωμένες υπηρεσίες πολλών υπουργείων και δήμων). Η αντιμετώπισή τους, μαζί με το χειρισμό των προβλημάτων που θα ακολουθήσουν, και που είναι ήδη ορατά, δεν θα είναι εύκολο εγχείρημα για τις κυβερνήσεις της επόμενης δεκαετίας.

* Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ