ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΧΑΤΖΗΣ*

Οι ιδρυτές της νεότερης Ελλάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Εις τον καιρό μου, το εμπόριο ήτον πολλά μικρό, τα χρήματα ήταν σπάνια. […] Η κοινωνία των ανθρώπων ήτον μικρή, δεν είναι παρά η επανάστασίς μας οπού εσχέτισε όλους τους Ελληνας. Ευρίσκοντο άνθρωποι οπού δεν εγνώριζαν άλλο χωριό μακρυά μίαν ώρα από το εδικό τους.

Την Ζάκυνθο την ενόμιζαν ως νομίζομεν τώρα το μακρύτερο μέρος του Κόσμου. Η Αμερική μας φαίνεται ως πως τους εφαίνετο αυτών η Ζάκυνθος· έλεγαν εις την Φραγκιά».

Ετσι περιγράφει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης τη δική του προεπαναστατική εμπειρία, την εμπειρία ενός Πελοποννήσιου κλέφτη που το 1806, μεσήλικας πια στα 36 του, θα υποχρεωθεί να εγκαταλείψει κακήν κακώς αυτήν την κλειστή, προνεωτερική κοινωνία. Θα περάσει στη Ζάκυνθο, στη «Φραγκιά», θα δει και θα μάθει πολλά. Θα επιστρέψει το 1821, πενηντάρης πλέον, ένας πολύ διαφορετικός άνθρωπος. Τι ήταν αυτό που ο ίδιος θεωρεί καθοριστικό, η σπίθα για ό,τι ακολούθησε;

«Η Γαλλική επανάστασις και ο Ναπολέων έκαμε, κατά την γνώμην μου, να ανοίξη τα μάτια του Κόσμου. Προτήτερα τα έθνη δεν εγνωρήζοντο, τους βασιλείς τους ενόμιζαν ως θεούς της γης, και ό,τι και αν έκαμναν, το έλεγαν: καλά καμωμένο. Διά αυτό και είναι δυσκολώτερο να διοικήσης τώρα λαόν».

Η Γαλλική Επανάσταση θα επηρεάσει πολύ περισσότερο απ’ όσο νόμιζε ο Κολοκοτρώνης την πατρίδα του. Οι σπίθες είναι πολλές: η επιστημονική επανάσταση, ο Διαφωτισμός, η ανάδυση του εμπορίου και του πρώιμου καπιταλισμού, η Βιομηχανική Επανάσταση. Είναι η εποχή των επαναστάσεων, που θα αλλάξουν τον προσανατολισμό της ανθρωπότητας. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα θα ξεσπάσει και η Ελληνική Επανάσταση.

Στις αρχές του 1825, καθώς ο Κολοκοτρώνης βρίσκεται εξόριστος στην Υδρα, μετά την ήττα του και στη δεύτερη φάση του εμφυλίου πολέμου, θα αρχίσει να αντιλαμβάνεται πόσο τα πράγματα τον έχουν ξεπεράσει. Η εποχή των επαναστάσεων δεν αποσταθεροποίησε μόνο τα αυταρχικά καθεστώτα, αλλά κάθε τι παραδοσιακό. Οι αντίπαλοί του είναι οι εκφραστές της νεωτερικότητας, ακόμα κι όταν οι μέθοδοί τους είναι εξόχως παραδοσιακές. Ασκούν απόλυτη ιδεολογική ηγεμονία και έχουν καταφέρει να διαμορφώσουν το λεξιλόγιο της Ελληνικής Επανάστασης. Οι ισχυροί φορείς της παραδοσιακής κοινωνίας δεν υιοθετούν απλώς αυτό το νεωτερικό λεξιλόγιο – προσπαθούν απελπισμένα να προσαρμοστούν σε έναν κόσμο που δυσκολεύονται να κατανοήσουν. Γι’ αυτό βρίσκονται πάντα πολλά βήματα πίσω από τους αντιπάλους τους.

Πώς να ανταγωνιστούν τους Υδραίους που έχουν διασχίσει ολόκληρη τη Μεσόγειο (και όχι μόνο) με τα καράβια τους, που έχουν συνεργάτες στο Λονδίνο, που διαπραγματεύονται με τον διοικητή της μεσογειακής ναυτικής μοίρας των ΗΠΑ (τον σημερινό 6ο Στόλο) για την παραχώρηση ναυτικής βάσης στους Αμερικανούς με αντάλλαγμα την οικονομική στήριξη στον Αγώνα των Ελλήνων; Πώς να τα βάλουν με την ομάδα των δυτικότροπων διανοουμένων, που έχει σπουδάσει στα μεγάλα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, έχει γυρίσει ολόκληρη την Ευρώπη, μπορεί να συνεννοηθεί με τους «ξένους» στη γλώσσα τους, γνωρίζει τις τεχνικές διακυβέρνησης, ελέγχει απόλυτα τον Τύπο και, κυρίως, εκφράζει τόσο γοητευτικές πολιτικές ιδέες – τις μόνες συμβατές με την ελευθερία;

Αυτό που έγινε τη δεκαετία του 1820 στα Βαλκάνια δεν ήταν απλώς η γέννηση με καισαρική τομή ενός μικρού, φτωχού, θνησιγενούς κρατιδίου, αλλά ένα πετυχημένο πείραμα βίαιης μετατροπής μιας παραδοσιακής κοινωνίας σε νεωτερική. Το πείραμα πέτυχε όχι μόνο γιατί κατέληξε σε ένα ανεξάρτητο κράτος οργανωμένο στα ευρωπαϊκά πρότυπα, που συνέχισε να είναι πρωτοπόρο και βρέθηκε πάντα στη σωστή (δηλαδή τη νικηφόρα) πλευρά της Ιστορίας. Αλλά γιατί είχε από την αρχή μια δυναμική που, παρά τις αντιξοότητες, οδήγησε σε περισσότερους θριάμβους παρά σε ήττες. Οι φορείς εκσυγχρονισμού έχασαν (και συνεχίζουν να χάνουν) πολλές μάχες.

Αλλά στη μακρά διάρκεια κερδίζουν συστηματικά τον πόλεμο. Η μεγαλύτερη επιτυχία τους και τότε και τώρα είναι η πλήρης υιοθέτηση του λεξιλογίου και των στόχων τους από την παραδοσιακή κοινωνία. Η οποία αγωνίζεται να προσαρμοστεί και αισθάνεται προδομένη όταν οι φορείς του εκσυγχρονισμού δεν είναι συνεπείς, όταν συνδέονται με διαφθορά, νεποτισμό, αναποτελεσματικότητα.

Το 2021, η συμπλήρωση των 200 ετών από το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης, δεν θα μας δώσει, απλώς, μια αφορμή για εορτασμούς και εθνική ανάταση. Αλλωστε θα μας προσγειώσει πολύ σύντομα το 2022, η επέτειος της μεγάλης καταστροφής του ελληνισμού. Η χρονική γειτονία των δύο επετείων θα μας υποχρεώσει να αναστοχαστούμε με ωριμότητα για την πορεία του ελληνικού κράτους. Πώς κύλησαν αυτοί οι δύο αιώνες, τι πετύχαμε και πού αποτύχαμε. Θεωρώ ότι το ισοζύγιο είναι, σαφέστατα, θετικό.

* Ο κ. Αριστείδης Χατζής είναι καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ). Αυτό είναι το πρώτο μιας σειράς άρθρων για την Επανάσταση του 1821. Αποτελούν μέρος του εκπαιδευτικού προγράμματος του ΚΕΦίΜ με θέμα: «Ελλάδα 2021: Διακόσια χρόνια από τη Φιλελεύθερη Επανάσταση».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ