Νίκος Μαραντζίδης* ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ*

Η αυταρχική κληρονομιά της Αυστροουγγαρίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι εκλογές την περασμένη Κυριακή στην Πολωνία πέρασαν στα «ψιλά». Οχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά συνολικά στον ευρωπαϊκό Τύπο, οι αναφορές σε αυτές υπήρξαν περιορισμένες. Η έλλειψη ενδιαφέροντος για την πέμπτη πολυπληθέστερη χώρα της Ε.Ε. είναι αξιοπερίεργη, αλλά αναμενόμενη. Ο Γιάροσλαβ Κατσίνσκι φροντίζει να απομονώνει ολοένα και περισσότερο την Πολωνία του.

Το λαϊκιστικό υπερσυντηρητικό κόμμα «Νόμος και Δικαιοσύνη», του οποίου ηγείται ο Κατσίνσκι, έχει απασχολήσει πολλές φορές την Ε.Ε. για την παραβίαση του κράτους δικαίου, την καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την αυταρχική, ομοφοβική και ξενοφοβική συμπεριφορά.

Στις εκλογές, ωστόσο, θριάμβευσε εκ νέου, αυξάνοντας μάλιστα τη δύναμή του κατά έξι μονάδες (φτάνοντας το 43,5%).

Η αντιπολίτευση δεν τα κατάφερε. Η φιλελεύθερη «Συμμαχία Πολιτών» έλαβε μόλις 27%. Η «Αριστερή Συμμαχία» κέρδισε 12,5% και αυτή τη φορά εισήλθε στο Κοινοβούλιο.

Δεν ήταν πάντως όλα τα νέα ευχάριστα για το κυβερνών κόμμα. Χάρη στη συνεργασία της φιλελεύθερης και της αριστερής αντιπολίτευσης, που κατέβασαν κοινούς υποψηφίους σε πολλές περιφέρειες, ο Κατσίνσκι έχασε τον έλεγχο της Γερουσίας (κατέλαβε 61 στις 100 έδρες το 2015, ενώ τώρα ελέγχει 48). Το γεγονός αυτό θα σημάνει μελλοντικά μεγαλύτερο έλεγχο στη νομοθετική διαδικασία από την αντιπολίτευση.

Στην Ουγγαρία, την ίδια ημέρα διεξάγονταν δημοτικές εκλογές. Ο υποστηριζόμενος από τον αυταρχικό αντιευρωπαϊστή πρωθυπουργό Βίκτορ Ορμπαν υποψήφιος ηττήθηκε στη Βουδαπέστη, κάτι που αντιμετωπίστηκε από τον ευρωπαϊκό Τύπο ως προοίμιο ευχάριστων μελλοντικών εξελίξεων. Μακάρι! Ομως ο Ορμπάν κέρδισε στην περιφέρεια. Η Βουδαπέστη, εξάλλου, δεν ήταν ποτέ το προπύργιό του. Πουθενά στον κόσμο, οι μεγάλες πόλεις με τους πιο ενημερωμένους, ενεργούς και νεαρότερης ηλικίας πολίτες δεν ευνοούν αυταρχικούς λαϊκιστές. Σε γενικές γραμμές, παρά τα σημάδια αισιοδοξίας, στην Πολωνία και στην Ουγγαρία οι δυνάμεις του αυταρχικού συντηρητισμού συνεχίζουν να έχουν την πλειοψηφία και η εξουσία δείχνει να αντανακλά συναισθήματα και αξίες του μέσου ανθρώπου.

Δύο εβδομάδες νωρίτερα, οι εκλογές στην Αυστρία ανέδειξαν νικητή το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα του Σεμπάστιαν Κουρτς, που είχε κατηγορηθεί έντονα για τη συνεργασία του με την Ακροδεξιά. Ο Κουρτς ανέβασε και αυτός το ποσοστό του κατά έξι μονάδες (από 31,5% το 2017 σε 37,5%), εισπράττοντας ένα σημαντικό τμήμα των απωλειών του ακροδεξιού κυβερνητικού του εταίρου, του «Κόμματος της Ελευθερίας», που έπεσε στο 16% (πτώση 10%). Ως γνωστόν, τον περασμένο Μάιο, ο ακροδεξιός ηγέτης Στράσε καταγράφηκε σε βίντεο να ζητάει χρήματα από υποτιθέμενους Ρώσους ολιγάρχες και να υπόσχεται λογοκρισία των ΜΜΕ κατά το ουγγρικό πρότυπο. Οι Αυστριακοί σοκαρίστηκαν από τις εικόνες αυτές και τιμώρησαν εκλογικά τον Στράσε. Οι Βρυξέλλες (και το Βερολίνο) υποδέχθηκαν ανακουφισμένες την πτώση της αυστριακής Ακροδεξιάς ενώ στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα βρήκαν φόρμουλα συνεννόησης με τον Κουρτς. Εξάλλου, παρά τις «ιδιοτροπίες» της, η Αυστρία φροντίζει να κάνει τα πράγματα με περισσότερο τακτ από τους Πολωνούς και Ούγγρους φίλους της.

Η παρουσία αυτού του ιδεολογικού ρεύματος στα εδάφη της Αυστροουγγαρίας είναι εντυπωσιακή. Σχεδόν σε κάθε γωνιά της πρώην αυτοκρατορίας (και στην ιταλική δυστυχώς) φυσάει ευρωσκεπτικιστικός, αυταρχικός συντηρητικός άνεμος. Ο άνεμος αυτός έφτασε και στην παραδοσιακά πιο φιλελεύθερη Τσεχία, με τη μορφή του κόμματος ΑΝΟ (Ναι) του ολιγάρχη Αντρέι Μπάμπις, που κέρδισε τις εκλογές το 2017.

Ο φιλελεύθερος οικονομολόγος και φιλόσοφος Φρίντριχ Χάγιεκ περιέγραφε τον συντηρητισμό ως μια ιδεολογία που χαρακτηρίζεται από την αγάπη για ισχυρή ηγεσία, την αδυναμία κατανόησης των λειτουργιών της οικονομίας, το μίσος για τον διεθνισμό και την τάση προς τον οξύ εθνικισμό. Στην περίπτωση των κληρονόμων της Αυστροουγγαρίας, φαίνεται πως ισχύουν όλα τα παραπάνω.

Με τακτ ή χωρίς, οι κεντροευρωπαϊκές κοινωνίες δείχνουν να έλκονται από τον αυταρχισμό και την ισχυρή ηγεσία. Κλείνονται στον εαυτό τους υπερασπιζόμενες έναν ξεπερασμένο καθολικισμό. Αντιπαθούν τον ξένο και υποθάλπουν τον ρατσισμό. Θυμώνουν με την Ε.Ε., που θεωρούν πως τους επιβάλλει τρόπους ζωής αντίθετους από τους δικούς τους. Οπως έγραψε ένας συντάκτης του Guardian πρόσφατα, αυτός ο λαϊκιστικός συντηρητισμός είναι σαν τα φαγητά «φαστ φουντ»: αρέσει γευστικά σε πολλούς, αλλά έχει ελάχιστη θρεπτική αξία και κάνει κακό στην υγεία.

Μπορεί να αποτελέσει μελλοντικά απειλή για την Ευρώπη αυτή η αυστροουγγρική απόκλιση; Δεν το νομίζω. Η δυναμική αυτού του ρεύματος ξεθυμαίνει μέχρι να φτάσει στις Βρυξέλλες. Από μιαν άποψη, η Ε.Ε. δεν μπορεί παρά να ζήσει με την αυστροουγγρική της ιδιαιτερότητα, όπως η αμερικανική δημοκρατία έζησε, και ζει ακόμη δυστυχώς, με τον ακραίο συντηρητισμό του αμερικανικού Νότου. Οι Βρυξέλλες είναι αρκετά ισχυρές για να φοβούνται την αποσταθεροποίηση από τις «παραξενιές» κάποιων μελών της.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κεράλα (Ινδία).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ