ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με τον Μισέλ Φάις μάς συνδέει φιλία που τραβάει ώς το –μακρινό;– 1996. Αυτή θα μπορούσε να βραβευθεί ως η άχρηστη πληροφορία της ημέρας, αλλά καλό είναι ο αναγνώστης να γνωρίζει πως η συνομιλία που ακολουθεί είναι μεταξύ φίλων. Και παρά τα όσα λέγονται για το σινάφι και τις φιλίες (με και χωρίς εισαγωγικά), μια συνέντευξη δεν του είχα κάνει. Η ευκαιρία δόθηκε τώρα με το νέο του βιβλίο, το μονολογικό μυθιστόρημα «Οπως ποτέ» (εκδ. Πατάκη). Τα χρόνια από το 1997 έως και το 2002 ζήσαμε πολλά παρέα με τον Μισέλ: λύπες μα και χαρές, μεσημεριανά τραπέζια και νυχτοπερπατήματα, γελάσαμε πολύ και τρομάξαμε λίγο (Μισέλ, θυμάσαι τον σεισμό του ’99;), κλάψαμε κάποτε (στην κηδεία του πατέρα του, στο εβραϊκό τμήμα του Γ΄ Νεκροταφείου). Θα τολμούσα επίσης να πω ότι επάνω μου ο Μισέλ δοκίμασε τα πρώτα του, άτυπα, σεμινάρια δημιουργικής γραφής – εδώ και χρόνια, ο Φάις, φύσει δάσκαλος, διδάσκει επαγγελματικά την «αφηγηματική περιπέτεια», όπως τη χαρακτηρίζει. Την εποχή που γνωριστήκαμε, ο Μισέλ δούλευε ακόμη το δεύτερο βιβλίο του, τα βραβευμένα διηγήματα «Απ’ το ίδιο ποτήρι» – που θεωρώ ένα από τα καλύτερα βιβλία του. Κάποια στιγμή απομακρυνθήκαμε χωρίς όμως να ψυχρανθούμε: το ποτάμι της ζωής έχει πολλά και διαφορετικά ρεύματα. Συγγραφικά μιλώντας, ο Μισέλ ακολούθησε σχήματα που ερωτοτροπούν με τον θεατρικό λόγο, την ποίηση, το πειραματικό σινεμά και τη ροή της συνείδησης – κυρίως έγινε αυτό που ο αγαπημένος του Τόμας Μπέρνχαρντ λέει για τον εαυτό του: «Καταστροφέας ιστοριών». Ο γράφων πάλι στράφηκε όλο και πιο πολύ στη δημιουργία ιστοριών, η βαθιά εκτίμηση όμως παρέμεινε αμοιβαία. Ορισμένα πράγματα απλώς δεν αλλάζουν.

– Υπάρχει ένας κεντρικός, εμβληματικός μονόλογος στον πυρήνα του πρώτου σου μυθιστορήματος, της «Αυτοβιογραφίας ενός βιβλίου» (1994), ο οποίος, έχω την αίσθηση ότι προετοιμάζει με σαφή τρόπο τον κατοπινό λογοτεχνικό σου εαυτό και επικοινωνεί σχεδόν με όσα έγραψες από εκεί και μετά, κυρίως όμως με τα σύντομα μυθιστορήματα-εσωτερικούς, συνειρμικούς μονολόγους που εξέδωσες τα τελευταία χρόνια. Συμφωνείς με αυτή τη διαπίστωση; Εάν ναι, πώς θα περιέγραφες την πορεία σου στη γραφή από τότε έως σήμερα, πώς δένει εκείνος ο μακρινός πια μονόλογος του «Κοιμόσουν. Συχνά ξυπνούσες μέσα στη νύχτα για να διαπιστώνεις αν ζεις» με το πιο πρόσφατο βιβλίο σου, το «Οπως ποτέ»;
– Καίρια η επισήμανσή σου. Οταν τελείωσα την «Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου», το μακρινό 1994, ένα μυθιστόρημα μακράς μαθητείας, καθώς γράφοντάς το ουσιαστικά έμαθα να γράφω (το έγραφα σχεδόν μια δεκαετία), αναρωτιόμουν αν έγραψα αυτό το βιβλίο για να πλαισιώσω (μην πω θάψω) αυτόν τον σπειροειδή, αυτοτραυματικό μονόλογο με τεκμήρια επί τεκμηρίων αληθινών, επινοημένων, υβριδικών, ή το αντίστροφο. Δηλαδή, αν αυτός ο κατάσαρκος και φιλοκατήγορος μονόλογος αποτελεί το δεσπόζον και κρίσιμο “τεκμήριο” μιας οικογένειας, μιας πόλης, μιας μνήμης, μιας γλώσσας κλονισμένης, σπασμένης, αφανισμένης. Oσον αφορά τώρα το νήμα που συνδέει το τότε “Κοιμόσουν” με το τωρινό «Οπως ποτέ», είναι, πάνω απ’ όλα, ο ύπνος, αυτή η συγκλονιστική μηχανή ανυπαρξίας, ακριβέστερα η μεθόριος όλων αυτών που ζούμε καθ’ ύπνον κι όλων αυτών που ονειρευόμαστε εκτός ύπνου. Αυτή η απίστευτη θεατρική σκηνή, αυτή η αίσθηση οικείας μεταφυσικής, αυτή η μυθική συνεκτική αποσπασματικότητα.

– Στην «Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου» και πάλι, υπάρχει ένας ακόμη κομβικός μονόλογος, ο οποίος έχει περισσότερο την πατίνα του ντοκουμέντου παρά του εσωτερικού μονολόγου. Αναφέρομαι στον περίφημο μονόλογο του νεκροθάφτη. Καθ’ όσον γνωρίζω, βασίζεται σε αληθινή μαρτυρία ενός παλαιού νεκροθάφτη της Κομοτηνής. Στα πρώτα σου βιβλία αξιοποίησες σε βάθος την επεξεργασμένη ηχογραφημένη προφορική μαρτυρία, η οποία όμως στη συνέχεια πήρε περισσότερο τη μορφή της μαρτυρίας των απολύτως ανωνύμων, των άστεγων και αποσυνάγωγων και όσων συνέλαβες τυχαία να παραληρούν μέσα στην πόλη, αλιεύοντας έστω και μία φράση, μία στιχομυθία. Πώς θα όριζες το λογοτεχνικό ορυκτό που εξορύσσεις μέσα από αυτές τις τυχαίες, αδέσποτες κουβέντες, και πώς έγινε κομμάτι της δικής σου φωνής;
– Στη γραφή μαθαίνεις, όπως και στη ζωή εξάλλου, να δέχεσαι το ξένο ως οικείο. Οντως, το υπέδαφος του νεκροθάφτη, που τέμνει αποφασιστικά το μυθιστόρημα σε ενοίκους του άνω και του κάτω κόσμου, είναι εν πολλοίς πραγματικό. Ενδοκειμενικά όμως πραγματικό, δηλαδή αυθεντικό είναι μόνο αυτό που αδράχνει τον αναγνώστη.


«Στη γραφή μαθαίνεις, όπως και στη ζωή εξάλλου, να δέχεσαι το ξένο ως οικείο», λέει ο Μισέλ Φάις.

Η πραγματικότητα του πραγματικού στη βουή του κόσμου δεν αφορά την πραγματικότητα στη σιωπή της αφήγησης. Από παιδάκι με μαγνήτιζαν οι ιστορίες γνωστών ή αγνώστων, εξακολουθητικών ή περιστασιακών αφηγητών. Για δεκαετίες, στην τσάντα μου υπήρχε, εκτός από κάμερα, και μικρομαγνητόφωνο. Αυτό το ηχητικό υλικό υπήρξε το έναυσμα, ο σπινθήρας αρκετών ιστοριών μου. Ευτυχώς δεν θυμάμαι πλέον το μείγμα αληθινού, πλαστού, αληθοφανούς. Επιζώντες του Ολοκαυτώματος, Οπλατζήδες, τρόφιμοι ψυχιατρείων, άστεγοι, πόρνες, ζευγάρια σε κρίση, γυναίκες μόνες, άντρες σε πανικό, ταξιτζήδες εκτός εαυτού, τηλεστάρ σε παραλήρημα, διάφορα διανοητικά παγώνια –πόσοι και πόσοι δεν μαγνητοφωνήθηκαν–, άλλοι με συναίνεση και άλλοι ερήμην τους. Ναι, η ανθρώπινη λαλιά είναι ένα φλεγόμενο ορυκτό, μια λάβα στα αυτιά, στα χέρια και στην ψυχή αυτού που γράφει, αρκεί να ξέρει να το χειριστεί, ειδαλλιώς πάει χαμένο.

Διήνυσα, ως αφηγητής, διάφορες ακρότητες

– Εχω την αίσθηση ότι μέσα από τα βιβλία σου αναδύονται λογιών λογιών μνήμες: εβραϊκή μνήμη, βαλκανική μνήμη, ελληνική μνήμη, πολιτική, ερωτική, ανδρική, της μόνωσης και του περιθωρίου, μνήμη του άλαλου και του ανείπωτου εν τέλει. Θα έλεγες πως μέσα από την πεζογραφία σου προσπαθείς να αναδείξεις αυτό που δεν μπορεί ή δεν πρέπει να ειπωθεί, αυτό που κάποιος προσπαθεί να ξεχάσει;
– Στο πέρασμα του χρόνου ανακάλυψα τη δύναμη της ακρίβειας. Αυτή, πλέον, με συνέχει και με καθοδηγεί. Παραθέτω ένα ευτράπελο διαλογικό θραύσμα από το «Οπως ποτέ»: «Τώρα προσπαθώ να είμαι όσο πιο ακριβής γίνεται. Ακριβής ή αληθινός; Ακριβής. Μεγαλύτερη αλήθεια από την ακρίβεια δεν υπάρχει. Η ακρίβεια έχει κάτι το απόλυτο. Δηλαδή; Κάτι το άυλα απτό. Μάλιστα... Σκέψου, μια καρέκλα. Στέρεη και αναπαυτική. Τη σκέφτεσαι; Την καρέκλα; Αυτή η καρέκλα δεν υπάρχει. Δεν... Αυτή η καρέκλα βγαίνει από κάποιο όνειρο ή από το επέκεινα. Μάλιστα... Η ακρίβεια, λοιπόν, έχει την τεχνική, τη δύναμη, πες το όπως θες, να αποσπά αυτή την καρέκλα από την αχλή ή το άδηλο. Κι όχι μόνο. Να τη φέρνει στον χώρο σου. Να την εμφανίζει μπροστά σου. Πιο πραγματική από την πραγματική. Κατανοητό; Κι όχι μόνο να τη φέρνει σπίτι σου, στο δωμάτιό σου, αλλά να μπορείς, αν θες, αν δεν φοβάσαι, να καθίσεις».

– Στο έργο σου, εντοπίζω λογής λογής θηριωδίες: από το Ολοκαύτωμα, τον Εμφύλιο και το βαλκανικό μακελειό έως πιο «εσωτερικές», προσωπικές, ιδιωτικές ακρότητες: το οικογενειακό σφαγείο, το ερωτικό σφαγείο, πώς μπορεί να ξεσκίσει τις σάρκες του ένα ζευγάρι. Εσχάτως, με τα τελευταία σου τρία βιβλία ιδίως, μοιάζει σα να επιθυμείς να διεισδύσεις πια στο ασυνείδητο σφαγείο του καθενός, στον άβατο χώρο και χρόνο του κάθε ανθρώπου. Ισχύει αυτή η μετατόπιση;
– Διήνυσα, ως αφηγητής, διάφορες ακρότητες. Τις ανακεφαλαιώνεις με ακρίβεια. Μ’ έναν αστερίσκο, όμως, όλες αυτές οι θηριωδίες και οι ωμότητες, ατομικές ή συλλογικές, αποζητούν ένα καθρέφτισμα σε μια ανάλογη γλωσσική επιφάνεια. Αρα ας μου επιτραπεί να προσθέσω ότι το δεσπόζον «σφαγείο» που έχει να αντιμετωπίσει ένας γραφιάς είναι το γλωσσικό. Εκεί, εξάλλου, κρίνεται όλο το παιχνίδι. Οχι στο θέμα, αλλά στο βλέμμα. Προσωπικά, από το πρώτο μου βιβλίο μέχρι σήμερα είχα την ίδια αταλάντευτη μέριμνα. Τη συνοψίζω: να γράφεις ό,τι δεν μπορείς να γράψεις, είναι ένας τρόπος να γράφεις. Οντως στην τελευταία τριλογία (2015-2019), βιβλία που γράφτηκαν υπό το φως της ψυχαναλυτικής μου εμπλοκής (έντεκα χρονάκια είναι μια παρατεταμένη περίοδος, και οικονομικά μόνο να τη δεις...), όπου μετατοπίζομαι σε μια ζώνη πιο μισοφώτιστη, πιο ληθαργική, πιο παροξυσμική – πιο άβατη, όπως λες.

Ο αναγνώστης είναι για μένα άγνωστος και αχαρτογράφητος

– Βαφτίζεις μυθιστορήματα τα τελευταία σου έργα, ή νουβέλες, όμως κάλλιστα θα μπορούσαν να είναι έργα έτοιμα να ανεβούν στη σκηνή.
– Εργα μου έχουν γραφτεί αποκλειστικά για το θέατρο και άλλα δραματοποιήθηκαν για τη σκηνή. Εχω γράψει και σενάρια μαζί με τον αείμνηστο Νίκο Παναγιωτόπουλο. Ο χρόνος του θεάτρου και ο χρόνος του κινηματογράφου διαποτίζουν τον χρόνο της πρόζας μου. Ακόμη θυμάμαι την ταραχή μου όταν ακούγαμε οικογενειακώς στην Κομοτηνή, από ένα ξύλινο ραδιόφωνο Phillips, μεγάλο σαν κουκλοθέατρο, το θέατρο της Τετάρτης, όλες εκείνες τις παλλόμενες φωνές ηθοποιών του Εθνικού, αλλά και τα γκροτέσκα ηχητικά εφέ...

– Σε ελκύει η αποσπασματική γραφή στον βαθμό που ένα μυθιστόρημά σου να θυμίζει περισσότερο ποίηση παρά πεζογραφική σύνθεση. Σε αφορούν οι ειδολογικές αυτές επισημάνσεις;
– Οποιος μπαίνει στο μαγκανοπήγαδο της γραφής από ένα σημείο και μετά, πες το διαστροφή, πες το εθισμό, πες το πόζα, αρχίζει και βλέπει τα πάντα ως ένα κείμενο. Λογοτεχνοποιεί και τον αέρα που αναπνέει. Αυτό συνέβη και σε μένα. Σαν να ζούσα κάτι μόνο και μόνο για να το αποτυπώσω στην άδεια οθόνη του λάπτοπ. Ισως γι’ αυτό αισθάνεσαι σαν αίμα σου όλα αυτά τα εξώφυλλα που στέκονται στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, τα νιώθεις σαν παιδιά σου – νόμιμα, νόθα, από προξενιό, από έρωτα, με βιολογική ή παρένθετη μητέρα. Μόνο όταν αποκτάς παιδί, κατανοείς ότι τα βιβλία δεν είναι παιδιά, και ότι όλο αυτό δεν είναι παρά μια διανοητική σαχλαμάρα.

Από τη στιγμή λοιπόν που μπήκε στη ζωή μας, στην καθημερινότητά μας, ο Μάρκος, ίσως και νωρίτερα, όταν ωρίμαζε αυτή η συνθήκη, σταμάτησε αυτό το αυτοπαραμύθιασμα. Κόπηκε μαχαίρι. Τα κείμενα κείμενα και η καθημερινότητα καθημερινότητα. Τα σύμπαντα αυτά φυσικά και τέμνονται, αλλά δεν υπάρχει πλέον η αφόρητη ενδογαμική αίσθηση, η απομύζηση της οικείας στιγμής υπέρ της «διάρκειάς» της στο έργο.


Το εξώφυλλο του τελευταίου μυθιστορήματός του που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
 

– Σου αρέσει να βασανίζεις τον αναγνώστη, να του βάζεις τρικλοποδιές στην ανάγνωση ενός κειμένου σου; Ή δεν σε αφορά καθόλου ο αναγνώστης;
– Ο αναγνώστης για μένα είναι άγνωστος, αχαρτογράφητος και απροσδιόριστος – όπως, εξάλλου, και οι χαρακτήρες των βιβλίων μου. Δεν έχω ούτε συμπάθεια ούτε αντιπάθεια για κάτι που αγνοώ. Ο αναγνώστης είναι κάποιος που διαβάζει τα βιβλία μας. Που τα αγοράζει ή δεν τα αγοράζει. Που τα συστήνει ή τα δυσφημεί.

Αναμφίβολα. Πριν όμως από αυτόν τον αναγνώστη, αυτόν που ανεβάζει ή κατεβάζει έναν τίτλο, υπάρχει ένας αφανής αναγνώστης. Ανομολόγητος και αδήλωτος. Αυτός που διαβάζει τα βιβλία μας πριν γίνουν βιβλία. Πριν εκδοθούν. Κάποιος που μας δίνει κουράγιο, μας κρίνει, μας συμβουλεύει, μας σαρκάζει. Κατά μία έννοια, όλοι γι’ αυτόν τον αναγνώστη γράφουμε, σε αυτόν λογοδοτούμε. Με αυτόν τον αναγνώστη ξυπνάμε και κοιμόμαστε. Από κει και πέρα, στο μέτρο του καθενός εναπόκειται αν θα έχει δίπλα του έναν κόλακα, έναν καταστροφέα ή έναν ακριβοδίκαιο αναγνώστη.

– Το έργο σου χωρίζεται σε διάφορες θεματικές τριλογίες όπως φαίνεται. Πώς εξηγείς αυτή την επανάληψη θεματικών τριπτύχων;
– Οταν το συσσωρευμένο επί χρόνια υλικό σου δεν τιθασεύεται σ’ ένα καλούπι, αφενός, κι όταν, αφετέρου, ο ατεμάχιστος χρόνος για γράψιμο είναι ολοένα και πιο στενός, εκ των πραγμάτων ανοίγει το ακορντεόν. Σε τριλογία ή τετραλογία. Γιατί έχω κι απ’ αυτό. Υπό τον άτυπο τίτλο «αυτοβιογραφία ενός άλλου»: «Το μέλι και η στάχτη του Θεού», 2002, «Ελληνική αϋπνία», 2004, «Κίτρινο σκυλί», 2009, «Πορφυρά γέλια», 2010. Σ’ εκείνη την οκταετία, μέσω του Τζούλιο Καΐμη, του Γ. Μ. Βιζυηνού, της Κωνσταντίνας Κούνεβα και του Νίκου Ζαχαριάδη, μίλησα, άλλοτε ελεγειακά κι άλλοτε σατιρικά, για την εβραϊκή και τη θρακιώτικη φύτρα μου, αλλά και για όψεις της πολιτικής μου περιέργειας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ