ΠΟΛΗ

Ανάμεσα στις φυλλωσιές, η μορφή του Βλάση Γαβριηλίδη

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η προτομή του Βλάση Γαβριηλίδη (1848-1920) στην πλατεία Κλαυθμώνος. Εργο του Μιχάλη Τόμπρου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Στέκομαι στην πλατεία Κλαυθμώνος και έχω μόλις αφήσει πίσω μου το εκκλησάκι των Αγίων Θεοδώρων. Στα δεξιά είναι το Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών, αριστερά είναι η οδός Δραγατσανίου, όπου βρισκόταν έως το 1936 ένα από τα ευγενέστερα νεοκλασικά κτίρια της Αθήνας: η οικία Αμβροσίου Ράλλη, μετέπειτα βρετανική πρεσβεία, έργο του Σταμάτη Κλεάνθη. Πίσω μου το ιστορικό κτίριο της ΔΔΜΝ (το παλιό υπουργείο Ναυτικών) και ευθεία, η οδός Κοραή και το Πανεπιστήμιο. Σε μια φυλλωσιά, κρυμμένη σχεδόν, στέκει η μαρμάρινη μορφή του Βλάση Γαβριηλίδη.

Μπορεί να περάσεις πολλές φορές και να μην προσέξεις ότι σε αυτήν την πλατεία, την πιο άτυχη, ίσως, της Αθήνας, υπάρχει μια γωνιά, σαν θόλος, σαν ταφικό σύμπλεγμα σε πλούσια βλάστηση, σαν ένας οικίσκος παραδοξοτήτων, με κλώνους αττικών φυτών και μαρμάρινους μύστακες... Μπορεί, λοιπόν, να μην προσέξεις ότι εκεί, σε αυτό το σημείο της Κλαυθμώνος, υπάρχει ένα άτυπο θερμοκήπιο χωρίς υάλινο ουρανό, όπου συντηρείται σαν βωμός ή εικονοστάσι η μορφή του πατέρα της νεότερης δημοσιογραφίας.

Κοντοστάθηκα, γιατί η μοναξιά αυτής της προτομής είχε γεννήσει ένα δικό της, ξέχωρο τόπο. Ηταν μια κόγχη, σχεδόν αυτόνομη, με ένα δικό της ψιθυριστό κώδικα, που έμοιαζε να έρχεται από τα παλιά γραφεία της «Ακρόπολης», απέναντι στην οδό Κοραή, όπου ο Βλάσης Γαβριηλίδης πέθανε μια νύχτα του Απριλίου του 1920. Ηταν ένας άνδρας φυσιολάτρης και υγιεινιστής, που για τα μέτρα της Αθήνας που δεν είχε ακόμη επιλύσει το ζήτημα της ύδρευσης, εθεωρείτο καινοτόμος, παράδοξος και εκτός γενικού κανόνα. Είδα πάλι τη μορφή του, όπως τη συνέλαβε ο γλύπτης Μιχάλης Τόμπρος (1889-1974), που όταν ο Γαβριηλίδης πέθανε, εκείνος θα ήταν 31 ετών.

Πιθανώς θα διάβαζε την «Ακρόπολη», όπως ίσως και ο πατέρας του μαρμαροτεχνίτης, αφού ο Γαβριηλίδης άνοιξε την εφημερίδα «Ακρόπολις» το 1883, με πρώτα γραφεία στην οδό Μουσών (μετέπειτα Καραγεώργη της Σερβίας).

Μου αρέσουν αυτές οι αφανείς προτομές, που δοξάζουν, υποτίθεται, άλλοτε πανίσχυρες προσωπικότητες. Λίγοι, ελάχιστοι, θα έγνεφαν πλέον νοερά μπροστά στη μορφή του Βλάση Γαβριηλίδη και βεβαίως ελάχιστοι θα είχαν ακούσει το όνομά του... αλλά, πόσο παράξενο να σκεφτεί κανείς πως τα έντυπα, οι εφημερίδες, οι άνθρωποι που έγραφαν, προσδιόριζαν κάποτε το ύφος και αυτής της πόλης. Ιστορίες μακρινές, σε γραφεία εφημερίδων που μετακόμιζαν, από Σύνταγμα στη Σταδίου, και από Ομόνοια στην Κοραή, μέσα σε φωλιές νεοκλασικών κτιρίων, από εκείνα τα εμπορικά τριώροφα «της σειράς» με τις γύψινες διακοσμήσεις, εκείνα τα αθηναϊκά γραφεία που χάθηκαν όπως χάνονται αίφνης οι άνθρωποι.

Ετσι, μαρμάρινος και ψυχρός ο Βλάσης Γαβριηλίδης, στη λευκή σιγαλιά του, στέκει σαν κενοτάφιο και κοιτάζει διαγωνίως το γραφείο του. Εκεί, είχε την πένα του και στίβα τα χαρτιά, τα πόδια πάνω στο γραφείο, από κάτω ανέβαινε η οχλοβοή και η μυρωδιά της Σταδίου. Η «Ακρόπολις» ήταν ένας θεσμός που γεννήθηκε όταν πρωθυπουργός ήταν ο Χαρίλαος Τρικούπης, στενός φίλος τότε του Βλάση Γαβριηλίδη, και όταν η Αθήνα άλλαζε μέρα με τη μέρα. Το 1885 αποπερατώθηκε η Ακαδημία Αθηνών, τρία χρόνια μετά, το Ζάππειο. Ανάμεσα γέμιζαν σπίτια, που σήμερα θα μας άρεσαν πολύ, η Ομήρου και η Κριεζώτου, η Σταδίου και η Ευριπίδου.

Από όλη αυτήν την Αθήνα που ήταν μάρτυρας των Ολυμπιακών του 1896, που πικράθηκε και αναστατώθηκε πολύ με τον ατυχή πόλεμο την επόμενη χρονιά, έχει μείνει ένας αχός. Χωμένη στις φυλλωσιές της Κλαυθμώνος, η προτομή του Βλάση Γαβριηλίδη έμοιαζε από μακριά σαν ένα λευκό κομμάτι ύφασμα. Σαν λευκός λεκές...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη