ΒΙΒΛΙΟ

Ενας παθιασμένος αναγνώστης

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

«Αν εξαιρέσουμε την αγάπη που γεννιέται ανάμεσα σε δύο ανθρώπινα πλάσματα, η λογοτεχνία προσφέρει την υψηλότερη χαρά της πιο βαθιάς απόλαυσης, µας οδηγεί στην πιο βαθιά επίγνωση της ύπαρξής µας», έγραψε ο Χάρολντ Μπλουμ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οπως κάθε τέχνη, έτσι και η ανάγνωση έχει τις μεθόδους και τους περιορισμούς της, τους κανόνες και τους δασκάλους της, τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους, ώστε συχνά ο απλός αναγνώστης απορεί πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν απόψεις σε τέτοιο βαθμό αντιτιθέμενες για μια τόσο φυσική λειτουργία, όπως είναι το διάβασμα ενός βιβλίου. Και όμως, ο αναγεννησιακός αναγνώστης που περιγράφει ο Μακιαβέλι απέχει από την κοινή αναγνώστρια της Βιρτζίνια Γουλφ, όσο και ο ηδονικός αναγνώστης του Μπόρχες από τον απαιτητικό του Τζορτζ Στάινερ και αυτός από τον μοναχικό αναγνώστη του Χάρολντ Μπλουμ, ο οποίος πέθανε την εβδομάδα που πέρασε στα 89 του χρόνια. Ο τελευταίος, για παράδειγμα, επιμένει πάντα στη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ του αναγνώστη και του συγγραφέα, ενώ ο Στάινερ προτάσσει τη σχέση του αναγνώστη με το βιβλίο.

Και ο ίδιος ο Χάρολντ Μπλουμ, εξάλλου, λειτουργεί ως δάσκαλος της ανάγνωσης περισσότερο, ίσως, με την προσωπικότητά του και το προσωπικό του παράδειγμα παρά με το έργο του. Αυτό που, εδώ και δεκαετίες, επιχειρεί να μεταδώσει είναι μάλλον η αγάπη του για ορισμένους δημιουργούς και το πάθος του για την ανάγνωση ορισμένων βιβλίων, παρά κάποια μέθοδος για το ξεκλείδωμα και την κατανόηση των κειμένων. Το πληθωρικό ύφος του, η τερατώδης μνήμη του, η αναγνωστική του ταχύτητα και η αϋπνία του, η βαθιά ευρυμάθειά του και η πεποίθησή του πως η λογοτεχνία ανοίγει τον άνθρωπο στον κόσμο και τον προετοιμάζει για τις αλλαγές που θα δοκιμάσει στη ζωή του, είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του.

Γεννημένος το 1930 στη Νέα Υόρκη, ξεκίνησε τη διαδρομή του ως κριτικός λογοτεχνίας με ένα αναλυτικό έργο αφιερωμένο στα ποιήματα του Σέλεϊ και συνέχισε με μελέτες που αφορούσαν, κυρίως, την ποίηση και το κίνημα του Ρομαντισμού. Το 1973 έγραψε και δημοσίευσε το πιο γνωστό του βιβλίο, την «Αγωνία της επίδρασης» (εκδ. Αγρα), όπου εξετάζει την ανταγωνιστική (γόνιμη στην καλύτερη περίπτωση) σχέση μεταξύ νεότερων και παλαιότερων δημιουργών. Στη συνέχεια, ωστόσο, θα απομακρυνθεί από τη θεωρητική κριτική και, στο εξής, θα αντιταχθεί σε ό,τι απομακρύνει την κριτική από την εμπειρική και πρακτική της διάσταση.

«Εχω εναντιωθεί», θα πει ο ίδιος, «κατά σειρά, στη νεοχριστιανική Νέα Κριτική του Τ. Σ. Ελιοτ και των ακαδημαϊκών υποστηρικτών του· στην Αποδόμηση του Πολ ντε Μαν και των κλώνων αυτού· στις σημερινές επιθέσεις της Νέας Αριστεράς και της Παλιάς Δεξιάς για τις υποτιθέμενες ανισότητες ή την υποτιθέμενη ηθική του λογοτεχνικού κανόνα». Σε κάθε είδους, με άλλα λόγια, φεμινιστικές, μαρξιστικές, νεοϊστορικιστικές, μετα-αποικιακές, μειονοτικές, σημειολογικές, λακανικές και άλλες σύγχρονες θεωρίες, κοινό χαρακτηριστικό των οποίων είναι, σύμφωνα με τον Μπλουμ, ότι αντιμετωπίζουν το έργο τέχνης όχι ως τέτοιο που είναι αλλά ως απλό τεκμήριο για τις μελέτες τους, ισοδύναμο, επομένως, με οποιοδήποτε άλλο πολιτισμικό προϊόν.

Γι’ αυτές ακριβώς τις απόψεις του δέχτηκε, εννοείται, έντονη κριτική και χαρακτηρίστηκε ένας ηθικολόγος που υπερασπίζεται αποκλειστικά τον δυτικό ιμπεριαλισμό, τον εβραϊσμό των προγόνων του και τις αξίες των λευκών ανδρών. Πέραν βέβαια του γεγονότος ότι ο ίδιος έχει γράψει με απροκάλυπτο θαυμασμό για συγγραφείς, μεταξύ άλλων, όπως ο Ντέρεκ Γουόλκοτ και η Τόνι Μόρισον, η αλήθεια είναι ότι ο Μπλουμ υπερασπίζεται κυρίως τη μεγάλη λογοτεχνία χωρίς ιδεολογικούς προσδιορισμούς.

Στον «Δυτικό κανόνα» (εκδ. Guttenberg), το μεγάλο εκλαϊκευτικό έργο του που κυκλοφόρησε το 1994, επιλέγει 26 συγγραφείς που αποτελούν το προσωπικό του πάνθεον: ο Σαίξπηρ, ο Δάντης και ο Θερβάντες, ο Μονταίν, ο Γκαίτε και ο Γουόλτ Γουίτμαν, η Εμιλι Ντίκινσον, ο Φρόιντ και ο Προυστ, ο Τζέιμς Τζόις, η Βιρτζίνια Γουλφ και ο Κάφκα, ο Μπόρχες, ο Πεσόα και ο Μπέκετ είναι ορισμένοι από αυτούς. Κύριο κριτήριο υπεροχής τους είναι η ισχυρή λογοτεχνική πρωτοτυπία τους, η ιδιοτυπία και η αντίθεσή τους στις παγιωμένες παραδόσεις, καθώς κι ένα ισχυρό ύφος γραφής. Είναι οι συγγραφείς που, εδώ και αιώνες, αποδεικνύουν, σε κάθε νέα ανάγνωση, την εγκυρότητα των αντιλήψεων του παθιασμένου αυτού αναγνώστη: «Αν εξαιρέσουμε την αγάπη που γεννιέται ανάμεσα σε δύο ανθρώπινα πλάσματα, η λογοτεχνία προσφέρει την υψηλότερη χαρά της πιο βαθιάς απόλαυσης, µας οδηγεί στην πιο βαθιά επίγνωση της ύπαρξής µας και µας προσφέρει βαθύτατη αίσθηση των ανθρώπινων επιτευγμάτων και του τι δύναται ακόμη να επιτύχει ο άνθρωπος».

Το τελευταίο βιβλίο του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου «Το εικοσιτετράωρο ενός αναγνώστη» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ