ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΤΟΝΥ JUDT
Το πανδοχείο της μνήμης
μτφρ. Γιώργος Καράμπελας - Κώστας Λιβιεράτος
εκδ. Αλεξάνδρεια, 2019, σελ. 240

Στο βιβλίο που κυκλοφόρησε εδώ και λίγο καιρό με τίτλο «Το πανδοχείο της μνήμης», ο καθηγητής Ιστορίας του πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης Τόνι Τζαντ αναστοχάζεται γύρω από την προσωπική του βιογραφία που τη συνδέει μαεστρικά με σημαίνοντα γεγονότα του 20ού και των αρχών του 21ου αιώνα. Αξίζει να σημειωθεί πως το βιβλίο προήλθε από τις υπαγορεύσεις του συγγραφέα σε ένα φίλο του, που διεξήχθησαν στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν ο Τζαντ το 2009 λίγο προτού πεθάνει από μια σπάνια μυοπαραλυτική ασθένεια. Ο Τόνι Τζαντ, έχοντας πραγματοποιήσει στη νεότητά του την «αναγκαία» αριστερίστικη «περιπλάνηση», κατέληξε στη Σοσιαλδημοκρατία, τις ιδέες της οποίας υποστήριζε ανοικτά στα κείμενά του. Η μοίρα τον έφερε να γεννηθεί το 1948, στη μεσοαστική περιοχή του Πάντεϊ στο νοτιοδυτικό Λονδίνο, εκεί όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε επίσης ο μεταπολεμικός πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας και ηγέτης του Εργατικού Κόμματος, Κλέμεντ Ατλι. Ο Ατλι, κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του (1945-1951), ήταν εκείνος που θεμελίωσε την οικοδόμηση του σύγχρονου κοινωνικού κράτους και ιδίως του εθνικού συστήματος υγείας. Είναι εύλογο, επομένως, η αυτοβιογραφία του Τζαντ και η ιστορική του αφήγηση να συνυφαίνονται, παράγοντας μια ζωντανή εξιστόρηση των γεγονότων και των κύκλων ιδεών που διαμόρφωσαν τις σύγχρονες ευρωπαϊκές δημοκρατίες και κοινωνίες. Αυτό που απασχόλησε πολύ τον Τζαντ σχεδόν στο σύνολο του έργου του ήταν η ιστορική εξέλιξη της μεταπολεμικής Ευρώπης υπό το πρίσμα των σοσιαλδημοκρατικών ιδεών που επικράτησαν και συνέβαλαν στην ενίσχυση του «μεγαλείου» της Πολιτικής έναντι της Οικονομίας.

Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1980 και έως τις μέρες μας η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού είχε ως αποτέλεσμα τη συρρίκνωση και την παρακμή του «δημοσίου χώρου» των εθνικών δημοκρατιών. Η εμπιστοσύνη, η συνεργασία, η προοδευτική φορολογία και το παρεμβατικό κράτος στις δυτικές κοινωνίες μετά το 1945 εξασφάλισαν ασφάλεια, ευημερία, κοινωνικές υπηρεσίες και μεγαλύτερη ισότητα στις κοινωνίες. Από την άλλη πλευρά, η επικράτηση των «ταυτοτικών» διαφορών, ο εγωισμός, οι πολιτικές της απορρύθμισης των «αγορών», ο νεοφιλελευθερισμός κατά τα τελευταία 40 χρόνια οδήγησαν στη συρρίκνωση της κοινωνικής συνοχής και του κοινωνικού κράτους, στην αύξηση των ανισοτήτων και για πρώτη φορά έπειτα από πολλές δεκαετίες στη χειροτέρευση των προοπτικών των νεότερων γενεών για μια πιο ευημερούσα ζωή από εκείνη των γονιών τους.


Το βιβλίο προήλθε από τις υπαγορεύσεις του Τζαντ σε ένα φίλο του, το 2009, λίγο προτού πεθάνει από μια σπάνια μυοπαραλυτική ασθένεια.

Με βάση τις παραπάνω επισημάνσεις, ο Τόνι Τζαντ εντοπίζει τη βασική αιτία για τη διάβρωση των ηθικών θεμελίων του μεταπολεμικού κοινωνικοπολιτικού συμβολαίου στην υποχώρηση των «δημοσίων χώρων» των δυτικών δημοκρατιών, λόγω της κυριαρχίας των σκληρών και άκαμπτων «πολιτικών των ταυτοτήτων». Οπως επισημαίνει στο βιβλίο του, «η σεξουαλικότητα (ή το φύλο) είναι εξίσου παραμορφωτική όταν καθηλωνόμαστε σ’ αυτήν όσο κι όταν την αρνούμαστε. Την αντικατάσταση της κοινωνικής τάξης ή της εισοδηματικής κατηγορίας από το φύλο (ή τη “φυλή” ή την “εθνότητα” ή “εμένα”) θα μπορούσαν να τη φανταστούν μόνο άνθρωποι για τους οποίους η πολιτική ήταν μια ψυχαγωγική ενασχόληση, μια προβολή του εαυτού στον ευρύτερο κόσμο». Ο κοινωνικός κατακερματισμός ευνοείται επίσης και από τον κοσμοπολιτισμό που απολαμβάνουν οι ελίτ του καιρού μας. Για τον Τόνι Τζαντ όμως, ο κοσμοπολιτισμός «δεν είναι τόσο μια ταυτότητα όσο η φυσιολογική κατάσταση της ζωής». Η διάκριση αυτή συνεπάγεται εντελώς διαφορετικές πολιτικές (και ατομικές) επιλογές.

Προφητική διαπίστωση

Αλλά και στο πεδίο της καθημερινής γλωσσικής έκφρασης, ο Τζαντ εμφανίζεται εξαιρετικά οξυδερκής, εντοπίζοντας την ανάδυση μιας αυτοαναφορικής «γλώσσας», που αναπτύσσεται μέσω των κοινωνικών δικτύων και πριμοδοτεί την προσωπική έκφραση αντί της καθιερωμένης μορφικής σύμβασης στην επικοινωνία. Σε αυτό το σημείο ελλοχεύει ο κίνδυνος, σύμφωνα με τον συγγραφέα, να «ιδιωτικοποιούμε τη γλώσσα όπως έχουμε ιδιωτικοποιήσει τόσα άλλα». Διότι, κατά τον Τζαντ πάντοτε, «ο πλούτος των λόγων μας μέσα στον οποίο μεγάλωσα συνιστούσε έναν δημόσιο χώρο από μόνος του – και οι καλοδιατηρημένοι δημόσιοι χώροι είναι αυτό που τόσο μας λείπει σήμερα». Πόσο προφητική μπορεί να είναι μια τέτοια διαπίστωση, παρακολουθώντας ανά τον κόσμο, ανθρώπους διχασμένους από αγεφύρωτες ταυτοτικές διαφορές να σχολιάζουν με πάθος, στον «δημόσιο χώρο» των κοινωνικών δικτύων, τη φαιδρή ανταλλαγή «τιτιβισμάτων» μεταξύ του προέδρου των ΗΠΑ και μιας Σουηδής μαθήτριας-ακτιβίστριας.

Συμπερασματικά, η Σοσιαλδημοκρατία, ως κίνημα με βαθιές ρίζες στην κοινωνία, κυριάρχησε κοινωνικά και πολιτικά, θεσπίζοντας πρωτοφανή ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, μέσω μιας πολιτικής γλώσσας για την αλληλεγγύη η οποία υπερβαίνει τους δεσμούς που προσφέρει η ταυτότητα, δίχως να τρέφεται από αψιμαχίες και χωρίς να περιφρονεί την ηθική που διατηρεί άθικτους τους πάσης φύσεως θεσμικούς και συμβολικούς δημόσιους χώρους. Τελικά, αυτό το ήθος και το ύφος της Σοσιαλδημοκρατίας, αν και τραυματισμένο από τις γνωστές «παραχωρήσεις» ορισμένων εκπροσώπων της, για τον Τόνι Τζαντ δεν αντιπροσωπεύει απλώς «ένα ιδανικό μέλλον, δεν αντιπροσωπεύει καν ένα ιδανικό παρελθόν. Απ’ όλες όμως τις επιλογές που σήμερα διαθέτουμε, είναι η καλύτερη».

* Ο κ. Θανάσης Κολλιόπουλος είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ