ΒΙΒΛΙΟ

Λάθος κίνηση;

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

Εχουν περάσει είκοσι χρόνια από τότε που πρωτοδιάβασα το «Σύντομο γράμμα για έναν μεγάλο αποχαιρετισμό» του –βραβευμένου πριν από λίγες ημέρες με το Νομπέλ Λογοτεχνίας– Πέτερ Χάντκε, ένα μυθιστόρημα που αξίζει κανείς να διαβάζει ανά δεκαετία, με τον τρόπο που στέκεται ένα παιδί στον τοίχο για να μετρήσει το ύψος του.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ποτέ δεν κατάλαβα τον Χάντκε. Είναι ο ίδιος άνθρωπος που έζησε για χρόνια στα βουνά; Είναι ο ίδιος που φρόντιζε την κόρη του; Είναι ο ίδιος που συνεργάστηκε με τον Βέντερς; Είναι ο ίδιος άνθρωπος που παρέστη στην κηδεία του Μιλόσεβιτς; Είναι ο ίδιος άντρας που, κλεισμένος σπίτι, καθαρίζει ένα μανιτάρι;

Ο Χάντκε είναι ολόκληρος μια αντίφαση, η προσωποποίησή της. Ενας συγγραφέας που δεν χρειάζεται –ούτε θέλει– να τον αγαπάς ή να τον θυμάσαι. Περισσότερο μοιάζει μ’ έναν ποταμό που είναι παγωμένος. Καθώς ο ανυποψίαστος αναγνώστης χάνει την ισορροπία του, γλιστρά και πέφτει πάνω στη στιλπνή, σκληρή επιφάνεια: ένας συγγραφέας που θα προτιμούσες να μη συναντήσεις ποτέ.

Εχουν περάσει είκοσι χρόνια από τότε που πρωτοδιάβασα το «Σύντομο γράμμα για έναν μεγάλο αποχαιρετισμό» (Αγρα, 1990), ένα μυθιστόρημα που αξίζει κανείς να διαβάζει ανά δεκαετία, με τον τρόπο που στέκεται ένα παιδί στον τοίχο για να μετρήσει το ύψος του· ένα μυθιστόρημα σαν σημάδια από μολύβι στον τοίχο. Πώς ήσουν στα χρόνια του Πανεπιστημίου; Πώς ήσουν στη χρυσή εποχή των τριάντα; Πώς είσαι ως πατέρας; Ως μεσήλικας;

Οπως ο εν κρίσει ήρωας διασχίζει τις πολιτείες της Αμερικής, διαβάζω ξανά το μικρό βιβλίο, επαναλαμβάνοντας το ταξίδι, για να διαπιστώσουμε παρέα πως τα χρόνια «προχωρούν αργά, σαν μέσα σε όνειρο. Κι όπως οι φυσαλίδες ανεβαίνουν γοργά προς την επιφάνεια, με τον ίδιο ρυθμό ανασύρει και η μνήμη μου τις εικόνες απ’ το παρελθόν και τις προβάλλει μυστηριωδώς στη συνείδησή μου». Ξεκολλώ τρεις αράδες από τη σελίδα 41, τις στρεβλώνω, τις χρησιμοποιώ, τις κάνω δικές μου.

Για τους ηθικολόγους ομοτέχνους, η βράβευση του Χάντκε ήταν μια λάθος κίνηση της Σουηδικής Ακαδημίας. Ηταν; Μπορεί, ναι. Εφόσον βέβαια δίνουμε βάρος στην Ακαδημία, στο βραβείο. Μας ενδιαφέρουν οι πολιτικές απόψεις ενός συγγραφέα, η ηθική του; Ναι. Οταν αναφερόμαστε στον Χάμσουν (πήρε το Νομπέλ το 1920), στον Σελίν (δεν θα το καταδεχόταν ποτέ); Μάλλον ναι, ίσως όχι. Σ’ αυτήν την περίπτωση μπερδευόμαστε. Επειδή πικραινόμαστε με τις θέσεις τους και, ταυτόχρονα, μας λυτρώνει το φίλτρο –το συγγραφικό τους ανάστημα, το ένστικτο– που απομονώνει τα σωματίδια του φασισμού προτού μολύνουν τα κείμενά τους.

Υπάρχουν λοιπόν κάποιες αναπόφευκτες στιγμές που πρέπει να παραδεχτούμε πως η λογοτεχνία είναι η τέχνη της αντίφασης: το χέρι του τριαντάχρονου Χάντκε που πιάνει το χεράκι της κόρης του γίνεται το γέρικο χέρι που φυλλομετρά ένα σημειωματάριο με ορνιθοσκαλίσματα στον κήπο της κατοικίας του, για να μεταμορφωθεί στο χέρι που αποχαιρετά τον πολιτικό, τον αυτουργό, τον εγκληματία. Ενα αμφίβολο χέρι, μονίμως ικανό για τη λάθος κίνηση – τη σκοτεινή, την ανέλπιδη.

Ποιος είναι ο προσωπικός μου χάρτης για τον Χάντκε; Μια παράγραφος από τον «Κινέζο του πόνου» -«Ο φωτεινός κύκλος της λάμπας πάνω στο τραπέζι· το στοίβαγμα των καλαθιών του σουπερμάρκετ· τα καθισμένα στους θάμνους πουλιά»-, το ποίημα που ακούγεται στη σκηνή του δυστυχήματος από τα «Φτερά του Ερωτα» -«Η νυχτερινή πτήση. Να κάνεις ποδήλατο χωρίς χέρια. Η όμορφη άγνωστη»-, το «Περί κοπώσεως» -«Μήπως η χρονική απόσταση ωραιοποιεί το παρελθόν;»-, δύο στίχοι από την «Ωδή στη διάρκεια» -«Το να μπορώ να με κοιτάξω φιλικά στα μάτια,/ με κηρύσσει μερικές φορές αθώο»-, η συντριπτική ομολογία στη «Λάθος κίνηση»: «Θέλω να γίνω συγγραφέας. Ομως, πώς είναι δυνατό κάτι τέτοιο, αφού δεν αντέχω τους ανθρώπους;»

Η απόφαση της Σουηδικής Ακαδημίας ξεπληρώνει το χρέος της στην αμφιλεγόμενη σύσταση της λογοτεχνίας, την ποικιλία της. Ενας συγγραφέας υποχρεώνεται να είναι λίγο απ’ όλα δυστυχώς, προκειμένου να γράψει: λίγο καλός, λίγο κακός, λίγο τρυφερός, λίγο σκληρός. Μετά την ανακοίνωση του φετινού Νομπέλ, μαζεύτηκαν στον κήπο του Χάντκε, οι δημοσιογράφοι, τα μικρόφωνα. O Αυστριακός, κουρασμένος, κοντά στα 77 πια, δήλωσε: «Δεν είμαι νικητής. Δεν είναι στη φύση μου να είμαι νικητής. Ωστόσο νιώθω ελεύθερος τώρα». Σαν να ήθελε να πει: «Είμαι ένοχος, μα η δουλειά μου τέλειωσε», αφήνοντας τους αναγνώστες, μαγκωμένους, μ’ ένα δάγκωμα στην καρδιά, να συνεχίσουν το διάβασμα των βιβλίων του, μ’ ενοχή. Με την ενοχή να επιτείνει την απόλαυση, τη λάσπη. Λες και πάλι δεν πράξαμε το σωστό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ