ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Παράσιτα
ΔΡΑΜΑ (2019)
Σκηνοθεσία: Μπονγκ Τζουν-Χο
Ερμηνείες: Σονγκ Κανγκ-Χο, Λι Σαν-Κιουν, Τσο Γέο-Τζονγκ


Ακόμη κι αν όλοι οι κριτικοί κινηματογράφου σέβονταν την παράκληση του σκηνοθέτη να αποκαλύψουν όσο το δυνατόν λιγότερα για την ιστορία που διατρέχει τα «Παράσιτα», ακόμη κι αν έφτανε κανείς στην αίθουσα αποφεύγοντας όλες τις κρυφές παγίδες των spoilers, για ένα πράγμα θα μπορούσε να είναι βέβαιος: ότι αποκλείεται να πλήξει σε ταινία του Μπονγκ Τζουν-Χο. Αυτός ο επίμονος και μεθοδικός Κορεάτης σκηνοθέτης και σεναριογράφος, που φέτος συμπλήρωσε τα 50 του χρόνια και τον Μάιο κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ των Καννών, ανήκει ήδη στην ολιγομελή κοινότητα των εκλεκτών του σύγχρονου σινεμά χάρη στις αλλόκοτες κινηματογραφικές του περιπέτειες και το αναμφισβήτητο ταλέντο να τις διηγείται δεξιοτεχνικά.

Το ύφος του είναι γνωστό: Μπορεί να σε κάνει να χαίρεσαι και να λυπάσαι ταυτόχρονα, να διασκεδάζεις και να αγωνιάς. Ποιος είπε ότι η ζωή είναι απλή, ψιθυρίζει ανησυχητικά στο αυτί σου την ώρα που εσύ γελάς. Και στις έξι προηγούμενες ταινίες του –κάθε μία ένα άλλο είδος, αλλά όλες δεμένες στο ίδιο, αναγνωρίσιμο κινηματογραφικό νήμα– διακρίνουμε το μείγμα χιούμορ, κοινωνικού προβληματισμού και αγωνίας που τον διακρίνει. Στα δεξιοτεχνικά του σενάρια οι συνηθισμένοι άνθρωποι θα ζούσαν μια συνηθισμένη καθημερινότητα εάν ο σύγχρονος τρόπος ζωής δεν του εξωθούσε στα όριά τους. Η ανατροπή που τους οδηγεί να ξεπεράσουν το «φυσιολογικό», μεταμορφώνοντάς τους σε ανεξέλεγκτα πλάσματα ενός sci-fi σύμπαντος, φωλιάζει από την αρχή, σαν κακός σπόρος, μέσα στις σχεδόν ακίνητες ζωές τους. Για να το πούμε με τα δικά του λόγια όταν αναφέρεται στα «Παράσιτα»: «Σε αυτόν τον λυπητερό κόσμο που ζούμε, ποιος μπορεί να κατηγορήσει μια οικογένεια που πασχίζει να επιβιώσει, να τους αποκαλέσει παράσιτα; Δεν ήταν παράσιτα εξαρχής. Είναι οι γείτονές μας, οι φίλοι και οι συνεργάτες, που έχουν βρεθεί στο χείλος του γκρεμού».


Η ταινία είναι ένα μικρό πορτρέτο της εποχής μας, που διαδραματίζεται στη Νότια Κορέα, αλλά θα μπορούσε να συμβαίνει παντού στον πλανήτη.

Ο Τζουν-Χο περιγράφει την ταινία του ως εξής: «Μια κωμωδία χωρίς κλόουν, μια τραγωδία χωρίς κακούς. Ολα οδηγούν σε μια βίαιη εμπλοκή και μια απότομη πτώση από τις σκάλες». Παντελώς απρόβλεπτη στην εξέλιξή της, αντιστέκεται σε κάθε προσπάθεια κατηγοριοποίησης και εντέλει καταφέρνει να είναι παράλληλα καυστική κοινωνική σάτιρα, μαύρη κωμωδία και θρίλερ. Ολα ξεκινούν, όπως συχνά συμβαίνει στη δραματουργία, με μια οικογένεια· την οικογένεια Κιμ. Είναι τετραμελής, αγαπημένη και πολύ φτωχή. Κανείς τους δεν έχει δουλειά και το μέλλον τους διαγράφεται ζοφερό. Ομως, χάρη σε ένα γύρισμα της τύχης ο γιος της οικογένειας έχει μια εξαιρετική πρόταση να γίνει καθηγητής ιδιαιτέρων μαθημάτων, κι ελπίζει επιτέλους σε σταθερό εισόδημα. Κουβαλώντας τις προσδοκίες όλων, πηγαίνει για συνέντευξη στο σπίτι των Παρκ –ιδιοκτητών μιας διεθνούς εταιρείας πληροφορικής– για να συναντήσει την κυρία του σπιτιού. Μετά την πρώτη αυτή συνάντηση, ξεκινά ένας καταιγισμός ατυχών συμβάντων, για τα οποία ουδείς θα μπορεί να δηλώσει αθώος.

Το σκηνικό

Η υπόθεση λαμβάνει χώρα στη Νότια Κορέα, αλλά ίσως να συνέβαινε οπουδήποτε αλλού – ακόμη και στην ηλιόλουστη, ξένοιαστη Καλιφόρνια, όπως έχουμε δει στο εξαιρετικό «Florida Project». Τόπος του δράματος ένα πλούσιο σπίτι σε μοντερνιστικό αρχιτεκτονικό ύφος, με καθαρές γραμμές και μεγάλα, φωτεινά ανοίγματα-παράθυρα που βλέπουν στον κήπο-ησυχαστήριο. Μέσα σε αυτό το άψογο γεωμετρικό περιβάλλον, που λούζεται τον περισσότερο καιρό από το καλοκαιρινό φως, οκτώ πρόσωπα δένονται μεταξύ τους σαν ένα. Οι σχέσεις τους χορογραφούνται με ακρίβεια, οι χαρακτήρες τους αναπτύσσονται σε βάθος καθώς τα δεσμά τους τυλίγονται όλο και πιο σφιχτά σε σχέσεις αμοιβαίας εξάρτησης. Σε αυτόν τον αψεγάδιαστο χώρο που μοιάζει με εξώφυλλο περιοδικού διακόσμησης, κάτι πρόκειται να πάει πολύ στραβά. 

Ο Τζουν-Χο κρατούσε την ιδέα της ιστορίας των «Παρασίτων» πολλά χρόνια στο μυαλό του. Οταν ήταν μικρός είχε παραδώσει ιδιαίτερα μαθήματα στους γόνους μιας εύπορης μεσοαστικής οικογένειας, και από τότε διατηρήθηκε στη μνήμη του το άβολο συναίσθημα που ένιωθε: ήταν εισβολέας σε μέρος αταίριαστο. Η ταινία βασίζεται πολύ στους χαρακτήρες, έχει θαυμάσιους διαλόγους και ο φακός είναι στραμμένος με επιμονή επάνω στα πρόσωπα των ηθοποιών, παρατηρώντας τις απολαυστικές εναλλαγές των συναισθημάτων στην όψη τους. «Η ταινία είναι σαν βόλτα με τρενάκι του λούνα παρκ, αλλά αφήνει μια πικρή επίγευση», λέει ο Χονγκ Κουνγκ-Που, διευθυντής φωτογραφίας και σταθερός συνεργάτης του σκηνοθέτη. Οσο για τον ίδιο τον Τζουν-Χο, δηλώνει ότι κατά κάποιον τρόπο το σινεμά έσωσε τη ζωή του. «Επειδή είμαι κινηματογραφιστής», είπε σε μια συνέντευξή του, «αναγκάζομαι να συναντώ ανθρώπους και να ζω μια ζωή. Νομίζω πως διαφορετικά θα έμενα κλεισμένος σπίτι για δέκα χρόνια σαν ερημίτης, έχω αμέτρητους φόβους και άγχη».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ