ΜΟΥΣΙΚΗ

Συναρπαστική βραδιά μουσικής δωματίου στον Παρνασσό

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Στον κόσμο της μουσικής των Μέντελσον και Σοστακόβιτς καταδύθηκαν με επιτυχία ο τσελίστας Μπένεντικτ Κλέκνερ και ο πιανίστας Χοσέ Γκαγιάρδο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Μετά τις θετικές εντυπώσεις που είχε αφήσει το 2017, ο Γερμανός τσελίστας Μπένεντικτ Κλέκνερ επέστρεψε φέτος στις 7 Οκτωβρίου στον Παρνασσό για ένα ρεσιτάλ με τον Αργεντινό πιανίστα Χοσέ Γκαγιάρδο.

Το ενδιαφέρον πρόγραμμά τους ξεκίνησε με τη δεύτερη Σονάτα για τσέλο, σε ρε μείζονα, του Φέλιξ Μέντελσον. Εργο της τελευταίας περιόδου της (σύντομης) ζωής του συνθέτη είναι επίσης η μόνη σονάτα του με τέσσερα μέρη. Το πρώτο εκπέμπει την ίδια μεταδοτική χαρά για ζωή όπως και η «Ιταλική» Συμφωνία και ακριβώς αυτό το συναίσθημα εξέπεμψαν οι Κλέκνερ και Γκαγιάρδο μέσα από τη ζωηρή, γεμάτη ενέργεια και πάθος ερμηνεία τους. Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον δεύτερο μέρος είναι τυπικό αυτού που πολλοί χαρακτηρίζουν «μουσική των ξωτικών» στο δημιουργικό έργο του Μέντελσον: μια γραφή ανάλαφρη, διαφανής, λεπταίσθητη, ελαφριά σαν «πατήματα ξωτικών», η οποία μπορεί εξίσου να αποπνέει πνευματικότητα. Οι δύο μουσικοί πέτυχαν τη ζητούμενη αίσθηση και επιπλέον έδωσαν χαρακτήρα στις σαφείς υποενότητες αυτού του μέρους. Το ακόλουθο αργό μέρος επέτρεψε γενναιόδωρες διατυπώσεις γεμάτες συναίσθημα και, ταυτόχρονα, έδωσε την ευκαιρία στον πιανίστα να έρθει σε εκφραστικό διάλογο με το τσέλο. Κάθε άλλο παρά συμβατικός συνοδός, ο Γκαγιάρδο συνέβαλε αποφασιστικά στον προσδιορισμό του ύφους κάθε ενότητας αλλά και της Σονάτας συνολικά. Οι δύο ερμηνευτές ολοκλήρωσαν το έργο αποδίδοντας εντυπωσιακά το ταχύ, δεξιοτεχνικό τελευταίο μέρος. Στη συνέχεια, εκτόνωσαν την ένταση της απαιτητικής αυτής Σονάτας με την «Εισαγωγή και λαμπερή Πολωνέζα» σε ντο μείζονα, έργο 3 του Σοπέν.

Στο δεύτερο μέρος της βραδιάς ακολούθησε μία ακόμα απαιτητική Σονάτα, το έργο 40 σε ρε ελάσσονα του Σοστακόβιτς, που γράφηκε το 1934 και στη συνέχεια αναθεωρήθηκε αρκετές φορές. Καρπός μιας ιδιαίτερα δημιουργικής περιόδου στη ζωή του συνθέτη, συνοψίζει όλα τα χαρακτηριστικά της προσωπικής του γλώσσας, από το βαθύ συναίσθημα, όπως εκφράζεται με μελωδικότητα που έρχεται ως συνέχεια της γραφής των Τσαϊκόφσκι και Ραχμάνινοφ, ώς τους μηχανιστικούς ρυθμούς, τυπικούς του μοντερνισμού των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Κλέκνερ και Γκαγιάρδο απέδωσαν με εξαιρετικά ποιητικό τρόπο το εκφραστικό πρώτο μέρος, φροντίζοντας να διαμορφώσουν προσεκτικά την κάθε φράση, την αρχή, το άνθισμα και την  κατάληξή της. Το νευρικό, προβοκατόρικο και ειρωνικό δεύτερο μέρος θυμίζει αντίστοιχα εδάφια της «Λαίδης Μάκβεθ του Μτσενσκ», έργο της ίδιας εποχής, και αποδόθηκε με ακρίβεια και ταιριαστό νεύρο. Εξίσου ταυτισμένη με τον Σοστακόβιτς είναι η μελαγχολία και η διάθεση περισυλλογής του αργού τρίτου μέρους, η οποία εκφράζεται με ιδιαίτερη συναισθηματική δύναμη μέσα από τη γραφή για το τσέλο. Στο τελευταίο μέρος το πιάνο επιστρέφει με ένα σαρκαστικό σχόλιο, που στα δάχτυλα του Χοσέ Γκαγιάρδο απέκτησε ακόμα περισσότερο δηκτικό χαρακτήρα, λόγω της ακρίβειας και των κρίσιμων τονισμών. Οι δύο μουσικοί έκλεισαν το πρόγραμμά τους με το νοσταλγικό «Μεγαλόπρεπο τάνγκο» του Πιατσόλα και προσέφεραν στο κοινό εκτός προγράμματος την «Τρυφερή μελωδία» του Νίκου Σκαλκώτα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ