ΒΙΒΛΙΟ

Tο «δικό τους» Πολυτεχνείο

ΤΑΣΟΥΛΑ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Ακινητοποιημένα τρόλεϊ έξω από το Μέγαρο του ΟΤΕ στην Πατησίων στις 17 Νοεμβρίου 1973.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ογδόντα τέσσερις άνθρωποι: φοιτητές και φοιτήτριες, μαθητές και μαθήτριες, στρατιωτικοί και δικηγόροι, εργάτες, περίοικοι και υπάλληλοι σε καταστήματα της περιοχής. Ισάριθμες μαρτυρίες για την εξέγερση του Πολυτεχνείου (14-18 Νοεμβρίου 1973). Ενας καμβάς πληροφοριών και αναμνήσεων, συχνά πολύ οδυνηρών, μέσα από αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο: άλλες ψύχραιμες, ζυγισμένες και αποστασιοποιημένες πια, κι άλλες έντονα φορτισμένες και «εν θερμώ» – ακόμα.

Ηταν δύσκολο το εγχείρημα του ιστορικού Ιάσονα Χανδρινού να συγκεντρώσει όλο αυτό το βιωματικό υλικό για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου από όσους τα έζησαν, λιγότερο ή περισσότερο κοντά, από τη μια ή την άλλη πλευρά. Αλλά ο σκοπός του επετεύχθη: το 800 σελίδων βιβλίο «Ολη νύχτα εδώ», που θα κυκλοφορήσει στις αρχές Νοεμβρίου από τις Εκδόσεις Καστανιώτη και σήμερα η «Κ» προδημοσιεύει κάποια αποσπάσματά του, έχει αληθινό κίνητρο, όπως εξηγεί ο ίδιος, «τη διάθεση στοχασμού πέρα από τον φαύλο κύκλο που διαπλέκει –τις περισσότερες φορές με τρόπο υποβολιμαίο– τη “Γενιά του Πολυτεχνείου” με έναν συγκεκριμένο κύκλο ανθρώπων, συνήθως με όρους αναγνωρισιμότητας και αναδρομικής (μικρο)κομματικής νομιμοποίησης».

«Σε κανένα στάδιο αυτής της μακράς διαδρομής δεν θεώρησα τον εαυτό μου συγγραφέα, αλλά μια απλή σύμβαση της καταγραφής», διευκρινίζει ο Χανδρινός, που ζει και εργάζεται στη Γερμανία (είναι επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου του Ρέγκενσμπουργκ στη Βαυαρία).

«Το βιβλίο ανήκει εξ αδιαιρέτου σε όσους δέχτηκαν να μου μιλήσουν». Ανάμεσά τους η συγγραφέας Ιωάννα Καρυστιάνη, ο ψυχίατρος Νίκος Σιδέρης, ο τραγουδοποιός Διονύσης Τσακνής, ο μουσικός Νίκος Τουλιάτος.

Ιωάννα Καρυστιάνη (1952), φοιτήτρια Νομικής

«Σε σχέση με τη διακύμανση των συναισθημάτων, που με ρώτησες, πιστεύω ότι ήταν όλη η γκάμα. Στις οριακές στιγμές όλα κινούνται σύγκορμα και σύψυχα. Και φόβος. Και πίστη. Και θάρρος. Και αναστολές. Και καχυποψία. Και οραματισμός. Και ευθύνες. Είναι πολύ πλούσια τα συναισθήματα και πολλές φορές αντικρουόμενα. Αλλά κατέληγαν σ’ ένα “διά ταύτα”: ότι εμείς δεν έχουμε δικαίωμα να φύγουμε από κει μέσα. Παίρναμε στις πλάτες μας μεγάλη ευθύνη. Και, μάλιστα, δεν ξέρω αν πρέπει να το γράψεις αυτό, αλλά φανταζόμασταν ότι τις κορυφαίες και κρίσιμες ώρες της τελευταίας μέρας θα ’ρχονταν για συμπαράσταση γύρω απ’ το Πολυτεχνείο οι γονείς και οι θείοι των παιδιών και, αντί για αυτούς, είχαν έρθει τα δεκαπεντάχρονα, οι μαθητές... Είχα το μυαλό μου σ’ αυτά τα παιδιά... Τους μίλαγα, τα είχα από κοντά. Οταν μπήκε το τανκ μέσα, το πρώτο πράμα που έκανα (και δεν ήμουνα μόνη μου, αλλά δεν θυμάμαι ποιος άλλος ήταν μαζί μου) ήταν να τρέξω πίσω στο αμφιθέατρο Γκίνη, όπου ήταν πολλοί μαθητές, να φροντίσουμε για τα πιτσιρίκια, πώς θα φύγουνε... Οταν είσαι 20 χρόνων και ο άλλος είναι 15, νιώθεις υπεύθυνος. Να σου πω κάτι; Με τα χρόνια, πολλοί φυράναμε και χαλάσαμε».



Ολύμπιος Δαφέρμος (1947), φοιτητής Ηλεκτρολόγων - Μηχανολόγων ΕΜΠ

«Ημασταν γεμάτοι νοήματα. Γεμάτοι ελπίδες. Ημασταν εμείς και η Χούντα. Δίχως καθοδηγητές και κηδεμόνες. Αποκαλύπταμε το απαίσιο πρόσωπο μιας Χούντας η οποία δεν ήταν μόνο βίαιη και σκληρή, ήταν ταυτόχρονα και ανόητη. Δημιουργούσαμε γεγονότα. Ιστορικά γεγονότα. Δεν το καταλαβαίναμε εκείνη τη στιγμή, το νιώθαμε όμως. Και αυτή η αίσθηση μας δημιουργούσε μια πληρότητα που εγώ, τουλάχιστον, δεν την ξανάνιωσα έκτοτε. Μια ευτυχία... Μια ανάταση... Μια ποίηση! Παρά το ξύλο, τις συλλήψεις, τον φόβο, την παρανομία. Εμένα με χάραξε. Με καθόρισε σε πολλά πράγματα. Με έκανε κοινωνικά και πολιτικά απροσάρμοστο (έμπαινα στα κόμματα κι έφευγα), αναζητούσα ασυναίσθητα μια αντίστοιχη “υπερπραγματικότητα”, ένα “εμείς” που θα συντάραζε τα “εγώ”, όπως τότε: μια συλλογική υποκειμενικότητα ανιδιοτελή, αλληλέγγυα, αυτόνομη, χειραφετημένη, κοινωνικά ευαίσθητη, που η χαρά των άλλων είναι και δική σου χαρά. Αυτό θεωρούσα ότι είναι αριστερό κίνημα. Δεν είχα καταλάβει ότι η Αριστερά είναι ιεραρχική, αυταρχική, συγκεντρωτική και τα λοιπά, γιατί εμείς δεν είχαμε τέτοια στοιχεία... Η οργανωμένη Αριστερά, έτσι κι αλλιώς, αποδείχτηκε μια αποτυχία, όταν βρέθηκε στην εξουσία. Εγώ αυτό που ’χα και έχω στο μυαλό μου ως Αριστερά δεν υπήρξε. Και δεν υπάρχει».

Παναγιώτης Μ. (1953), στρατιώτης Α΄ Μοίρας Αλεξιπτωτιστών

«Βγαίναν αρκετά άτομα από μέσα. Και με το που άδειασε το Πολυτεχνείο, μπήκαμε μέσα. Είχανε προηγηθεί, νομίζω, κάποιοι από τους διοικούντες, αλλά όχι μεγάλες ομάδες, ενώ εμείς μετά μπήκαμε όλοι μέσα. Ολοι. Περάσαμε την γκρεμισμένη πόρτα... Η πόρτα, θυμάμαι, έχει πλακώσει μια μαύρη Μερσεντές. Την έχει κάνει πλάκα. Αλλά δεν ακούγεται εκεί ότι υπάρχουν νεκροί. Δεν ακούμε κάτι τέτοιο, ούτε βλέπουμε κανένα πτώμα. Ούτε τραυματίες είδαμε, εκτός από αυτούς που έβγαιναν και τους έπιαναν οι μπάτσοι, αλλά δεν μάθαμε εμείς τι συνέβη από κει και μετά, αν υπήρχαν τραυματισμοί. Μπήκαμε μέσα, κάναμε μια γύρα ελέγχοντας τον χώρο. Τα κτίρια είχανε φώτα –δεν είχε κοπεί το ρεύμα– και είχε και τα φώτα του δρόμου. Οπως καταλαβαίνεις, κατεστραμμένοι οι χώροι μέσα. Οταν λέω κατεστραμμένοι, εννοώ ότι δεν υπήρχε τίποτα στη θέση του. Βγαίνοντας πλέον από το Πολυτεχνείο, θυμάμαι, είχε ξημερώσει πια, ναι, είχε χαράξει, γιατί μπορούσαμε να δούμε καλύτερα τις ζημιές. Εκεί ένα ψιλοπλιάτσικο από εμάς έπεσε, δεν υπάρχει αμφιβολία. Μεμονωμένα, όμως. Ητανε τέτοιο το μακελειό, που δεν έδινε και κανένας σημασία να “κλέψει”. Εκτός κάποιοι επιτήδειοι, ας πούμε, που, στον βηματισμό τους, ό,τι μπορούσανε, αρπάζανε. Εκ των υστέρων, μάλιστα, μαθεύτηκε ότι το ηχοσύστημα που μας ξύπναγε κάθε πρωί στο στρατόπεδο ήταν του Πολυτεχνείου. Είχε ανακοινωθεί στον ψίθυρο της “πλέμπας”. Και δημιουργήθηκε ψιλοθέμα, μάλιστα, δεν άρεσε σε όλους το συγκεκριμένο γεγονός...»

Μιχάλης Γουνέλας (1946-2017), υπίλαρχος τεθωρακισμένων

«Επεσε η πύλη, σε μισή ώρα φύγαμε... Γυρίζοντας, περάσαμε απ’ τη Σχολή Ευελπίδων. Υποδιοικητής ήτανε ο Βοριάς, ταξίαρχος. Οι αξιωματικοί ήταν όλοι έξω και με σταματήσανε. Απλώς με ρώτησε τι έγινε, συζητήσαμε για κάνα δεκάλεπτο κι έφυγα. Ανέβηκα τη λεωφόρο Αλεξάνδρας και γύρισα στου Γουδή. Κι αυτή ήταν η συμμετοχή μου, δεν είχα άλλη στα γεγονότα, που κρατήσανε δύο μέρες ακόμα. Γίνονταν φασαρίες στου Ζωγράφου, από δω, από κει... [Από τα τεθωρακισμένα] φύγανε κάποιοι την άλλη μέρα, δεν πήγαν στο Πολυτεχνείο, βέβαια, πήγαν στην Αθήνα μέσα... Κι εκεί αρχίσαν και βαράγαν από δω, βαράγαν από κει, βαράγαν στα τζάμια, οι γνωστές μαλακίες που γίνονται, παιδιά... Αρχίζει η ψυχολογία του όχλου και του “χαβαλέ”. Ο στρατιώτης έχει ένα όπλο και νομίζει ότι είναι παντοδύναμος. Κι αυτά που γίναν μετά, από τέτοιες μαλακίες έγιναν. Ηταν πολλοί νεκροί από αδέσποτες, πάρα πολλοί. Θυμάμαι, στη δίκη, μια ηλικιωμένη γυναίκα στα Λιόσια σκοτώθηκε την ώρα που έπλενε στη σκάφη, της καρφώθηκε θραύσμα από ένα βλήμα πενήντα χιλιοστών που ήρθε απ’ την Ομόνοια ενδεχομένως. Και δεν μπορούσες να τους ελέγξεις κιόλας. Φαντάσου τώρα ανεπτυγμένος να είσαι στο πρώτο άρμα κι οι άλλοι πίσω. Κι ούτε μπορείς να μιλήσεις απ’ τον ασύρματο, με όλη αυτή την οχλαγωγία που γινότανε».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ