ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Το 1973 η νεοελληνική λογοτεχνία αποχαιρέτιζε δύο εμβληματικούς εκπροσώπους της γενιάς του ’30: πρώτα τη Μέλπω Αξιώτη, που πέθανε στις 22 Μαΐου 1973, και σχεδόν δύο μήνες αργότερα τον Ηλία Βενέζη, στις 3 του Αυγούστου εκείνης της πολυκύμαντης ιστορικο-κοινωνικοπολιτικής περιόδου. Τους αποχαιρέτιζε, αλλά με τρόπο διαφορετικό τον καθέναν τους: εκείνην σιωπηλά –ήταν αριστερή, το μόνο της «θετικό» ήταν το ότι προερχόταν από επιφανή μυκονιάτικη οικογένεια– εκείνον επισήμως: «η κηδεία του θα τελεστεί αύριον 4ην Αυγούστου εις την Μήθυμναν Λέσβου» – ήταν ακαδημαϊκός. Τους αποτιμούσε διαφορετικά κι ας έγραφαν κι οι δυο τους, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, για τον κόσμο των ανθρώπων που αντιστέκονται βουβά αντιμετωπίζοντας «με μια πικρή ζάρα στ’ αχείλι» την αδυσώπητη ιστορική πραγματικότητα, την αιχμαλωσία, τα κάτεργα, την προσφυγιά, τις μνήμες.

Δύο συγγραφείς του ξεριζωμού

Και οι δυο τους έγραφαν για τόπους με ψυχές βαθιές, από τους οποίους εξαναγκάστηκαν βίαια κι απρόσμενα, με πόνο και με αίμα, να απομακρυνθούν. Και οι δυο τους έγραφαν, με αθεράπευτη νοσταλγία, για ρίζες και καταβολές αιώνων σε γενέθλιους χώρους στους οποίους έζησαν γενεές προγόνων τους και όπου και οι ίδιοι αντίκρισαν τον κόσμο, μαθαίνοντας μέσα σε αυτούς το «εδώ και το παντού». Και οι δυο τους έγραφαν για τα αγαπημένα τους «σπίτια» σε μια «γη» που τους διαμόρφωσε και από την οποία τους ξερίζωσαν οι εξουσίες, έγραφαν για εκείνα τα δικά τους «μυστικά θεμέλια» απ’ όπου περνούν αδιάκοπα «τα καλοκαίρια και οι χειμώνες, κι ο χρόνος ο ερχόμενος». Το 1973 η κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία τούς αντιμετώπιζε ως δύο εξ ορισμού μεταξύ τους εχθρούς, ως δύο ιδεολογικούς αντιπάλους. Τι κι αν είχαν πασχίσει κι οι δυο τους την ίδια εποχή να αξιοποιήσουν μέσω της συγγραφής το βίωμα του αναγκαστικού ξενιτεμού τους, προσβλέποντας σε ένα καθολικότερο κοίταγμα της ζωής και κατανόησης της ανθρώπινης μοίρας;

«Οι εποχές συμμάχησαν να αχρηστέψουν την ορφανή γέφυρα» (Μέλπω Αξιώτη, «Κοντραμπάντο»). Δύο λογοτέχνες αξιανάγνωστοι, από τους λίγους που καθιερώθηκαν στον χώρο της λογοτεχνίας με το πρώτο τους πεζογραφικό έργο, δύο λογοτέχνες που διεκδίκησαν –και κέρδισαν– την είσοδό τους «στων ιδεών την πόλη» γράφοντας για τις βιωμένες εμπειρίες τους – κυρίως για την πολύχρονη αναγκαστική απουσία τους από τους χώρους μέσα στους οποίους διαμορφώθηκαν, απουσία που σφράγισε με πόνο την προσωπική τους μοίρα – αντιμετωπίζονταν διαφορετικά από την ειδησεογραφία του 1973, γιατί έτσι το επέβαλε (και τότε) μια στυγνή εξουσία. Επρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για να αποτιμηθούν οι νεοέλληνες αυτοί δημιουργοί με κριτήρια αμιγώς αισθητικά. Κι έπρεπε να περάσουν ακόμη περισσότερα για να καταδειχθεί η συνεισφορά τους στα νεοελληνικά γράμματα δίχως ιδεολογικές παρωπίδες.


Η Μέλπω Αξιώτη σε σκίτσο φιλοτεχνημένο γύρω στο 1960. 

Το νούμερο 31328 στα βάθη της Μικρασίας

Είναι γνωστό πως η διαφορά της λογοτεχνικής από τις άλλες αφηγήσεις έγκειται στο ότι απευθύνεται στο συναίσθημα, ανάγοντας μέσα από την αισθητική απόλαυση τα ατομικά βιώματα των λογοτεχνικών ηρώων σε πανανθρώπινα παραδείγματα που συνεισφέρουν στη μεγάλη συζήτηση των ιδεών σχετικά με την ανθρώπινη ύπαρξη, την ψηλάφηση και αναψηλάφηση του κόσμου. Τα κάτεργα της Ανατολής στα 1922, το μυθιστόρημα «Το νούμερο 31328» του Ηλία Βενέζη έχει ήδη καθιερωθεί ως ένα από τα μείζονα έργα της αντιπολεμικής μας λογοτεχνίας.

Οπως πληροφορούν σήμερα τους μαθητές τα σχολικά εγχειρίδια, με το μυθιστόρημα αυτό βρισκόμαστε στο 1922. Η Μικρασιατική Καταστροφή έχει συντελεστεί. Οσοι Ελληνες γλίτωσαν από τον θάνατο σύρθηκαν αιχμάλωτοι στα βάθη της Ασίας, για να δουλέψουν στα «εργατικά τάγματα». Ανάμεσά τους είναι και ο ίδιος ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου, που για δεκατέσσερις μήνες έζησε τις δραματικές περιπέτειες που μας αφηγείται στα είκοσι κεφάλαια της μυθιστορηματικής του σύνθεσης. «Από το βιβλίο, μαζί με τη φρίκη και την καταδίκη της ανθρώπινης αγριότητας, βγαίνουν και εικόνες ζεστής ανθρωπιάς, συμπαράστασης και αλληλεγγύης. Το μυθιστόρημα πρωτοεκδόθηκε το 1931».

Δεκαοκτώ χρόνων ήταν ο Βενέζης όταν στρατολογήθηκε από τους Τούρκους στα καταναγκαστικά τάγματα εργασίας, με τα οποία οι αιχμάλωτοι Ελληνες στέλνονταν στα ενδότερα της Μικράς Ασίας, «ντυμένοι όλοι με τσουβάλια», άνθρωποι που έχαναν καθημερινά κι ολοένα την προσωπικότητά τους, προσβλέποντας μόνο στο να αποκτήσουν ένα νούμερο, μια επαφή με μια ζωή που είχε πια εκμηδενιστεί, έναν αριθμό για να πιστέψουν πως εξακολουθούν να υπάρχουν. Ο αριθμός λειτουργεί ως σωσίβιο, όπως και η αποστροφή για τους φύλακες-σκοπούς που είναι εντεταλμένοι για την παρακολούθησή τους, τους αλλόφυλους, αλλόθρησκους, «κρύους οχτρούς» που δεν «πρέπει» να αντιμετωπίζονται ως συνάνθρωποι παρ’ όλα όσα τους συγκινούν και τους ενώνουν:

«Οι πιο πολλοί τους έχουν γενειάδα. Σιγά σιγά έπιασαν να ’ρχουνται τα βράδια στις παρέες μας. Ψάχνουν με τα δάχτυλα τα γένια τους και λεν, κοιτάζοντας με τ’ αγαθά μάτια τους κάπου:

– Αχ, μεμλεκέτ!... (πατρίδα).

Μας λεν τον καημό τους, μας ρωτούν τι να κάμουν.

Δεν έχουμε πολύ κέφι γι’ αυτές τις παρέες. Τους ακούμε σχεδόν ψυχρά – ανάμεσά τους κι ανάμεσά μας υπάρχει ο σκληρός τοίχος. Αυτοί δεν είναι που μας κρατούν δεμένους; Τους μισούμε – πρέπει. Κι αν καμιά φορά πιάνεις τον εαυτό σου αφηρημένο σα να ’χει ξεχάσει τον “τοίχο”, δε χρειάζεται παρά μια σπίθα μυαλό. Φέρνεις πάλι τότες, ντροπιασμένος, τον κρύο οχτρό στο προσκήνιο» (Ηλίας Βενέζης, «Το νούμερο 31328»).

Η αγωνία της εξορίας

Πάνω στην ακμή της, μέσα στον Εμφύλιο Πόλεμο, ξεριζώθηκε και η Μέλπω Αξιώτη από τη χώρα της λόγω των πολιτικών της πεποιθήσεων. Στις «Δύσκολες νύχτες», στο πρώτο της και βραβευμένο μυθιστόρημα (1938), έχει αφηγηθεί γεγονότα καθοριστικά για τη διαμόρφωσή της – μνήμες που ζωντανεύουν, αναπλάθονται και μυθοποιούνται μετά την απομάκρυνση από τον γενέθλιο τόπο (Μύκονο) και τους ανθρώπους του. Δεκαοκτώ χρόνια παραμένει εξόριστη (Γαλλία, Ανατολικό Βερολίνο, Βαρσοβία), βιώνει την απογύμνωση και εκφράζει την απόγνωση του ξεριζωμένου με μια άλλης τάξεως εσωτερική πάλη, κατά την οποία όλος σχεδόν ο αγώνας και η αγωνία της επιβίωσης εξαρτώνται από το κατά πόσον μπορούν να διασωθούν στη μνήμη οι λέξεις της μητρικής γλώσσας:

«Αλλά το πιο σημαντικό ήταν ότι ξεχνούσες τις λέξεις, εκεί, στο εξωτερικό […] Στο τέλος πια συλλογίστηκες να διάβαζες το λεξικό στη γλώσσα τη δική σου […]. Οταν θα στερηθείς τις λέξεις διαδοχικά, αυτό είναι το γήρας: ένα ένα τα όργανά σου σ’ αφήνουν, σ’ αποχαιρετούν. Είναι του σώματος η αποσύνθεση. Μα δεν είναι και πολύ εύκολο να σε νικήσει ο χάρος: παλεύει το σώμα, αντιστέκεται. Κλείνεις το μυαλό σου με το μάνταλο, μέσα στα πλάτη του βορρά, να μη δεχτείς τους ξένους ήχους, να μην περάσουν λέξεις αλλότριες, όσο διάστημα οι δικές σου θα βρίσκονται σε αχρησία» (Μέλπω Αξιώτη, «Η Κάδμω»).

Στροφή προς τον εσωτερικό χώρο


Τα μέλη της «Ομάδας των Δώδεκα» για τα λογοτεχνικά βραβεία του 1957. Ορθιος δεξιά ο Ηλίας Βενέζης. («Νέα Εστία, 1η Απριλίου 1958).

Ξενιτεμένοι, αναγκαστικά εκπατρισμένοι, οι λογοτέχνες αυτοί μας κληροδότησαν κείμενα που φωτίζουν έκτυπα τον εικοστό αιώνα, κείμενα που μας μιλούν για τον αγώνα της ζωής και για την περιπέτεια της ύπαρξης, βασισμένα στις άμεσες τραυματικές ιστορικές τους εμπειρίες και την ατομική τους περιπέτεια μέσα στα δεινά του τόπου. Και οι δυο τους κατόρθωσαν να ανανεώσουν την προγενέστερη αφηγηματική μας παράδοση προσδίδοντάς της νέα ευαισθησία με τη σιωπή, με την υποβολή, με τη στροφή προς τον εσωτερικό χώρο. Λίγες μόνο φράσεις του Ηλία Βενέζη το καταδεικνύουν:

«Στην Πειραϊκή ακτή, πέρα απ’ την Καστέλλα, εκεί σ’ ένα λόφο, είναι ο βαθύς λάκκος, ώς τριάντα μέτρα κάτω απ’ την επιφάνεια της γης […] Μέσα σ’ αυτήν την αφημένη πληγή ήρθαν κι έστησαν τις καλύβες τους κάμποσες φαμίλιες απ’ την Ανατολή, πρόσφυγες θαλασσινοί [...] Είχαν μια σιωπηλή συνήθεια οι κάτοικοι του λάκκου: Μόλις βράδιαζε μαζεύονταν πάνω απ’ τα νερά. Οι γυναίκες αποτελείωναν όπως όπως τις δουλειές τους, οι άντρες οι πιο πολλοί ήταν άνεργοι. Τότε, ή λέγαν ιστορίες της Ανατολής ή για τη μοίρα τους, γιατί δεν τους λυπότανε ο θεός. Μα το περισσότερο μέναν σιωπηλοί, σα να ήταν ανάγκη να αφομοιωθούν με την ακινησία των νερών […] Κάποτε θα ταραχτούνε τα νερά […] Κανείς δεν τόλμησε να το παραδεχτεί δυνατά. Μα όλοι άρχισαν να πιστεύουν πως κάποτε, όταν θα ταραχτούνε τα νερά…» (Ηλίας Βενέζης. «Τα νερά»).

«Νυχτώνει. Εχει καθίσει στο πεζούλι και οι ώρες περνούν […] Εχει χαμηλώσει το κεφάλι και τα δάκρυα στάζουν. Από πάνω του το φως του φάρου ανάβει, σβήνει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα αυστηρά και αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος» (Ηλίας Βενέζης, «Οι γλάροι»).

Και δύο φράσεις της Μέλπως Αξιώτη: «Είσαι, είπαμε, καθιστή, με τα μάτια μισόκλειστα και παρακολουθείς στο κενό, αντίκρυ σου, μια διπλή διεργασία: η ζωή που φτιάχνει βιβλία, τα βιβλία που φτιάχνουν τη ζωή» (Μέλπω Αξιώτη. «Η Κάδμω»).
Τα κείμενα των λογοτεχνών αυτών επανεκδίδονται. «Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει».

* Η κ. Μαρία Ρώτα είναι επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ