ΒΙΒΛΙΟ

Αλλαγή ώρας ή όταν το δειλινό τον χειμώνα έρχεται πιο νωρίς

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Λέει ένα μεσαιωνικό ιαπωνικό ποίημα: «Το σούρουπο / είναι δύσκολο να διακρίνω το δρόμο. / Περίμενε μέχρι να βγει το φεγγάρι, / για να μπορώ να σε δω να φεύγεις».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

Σήμερα το ηλιοβασίλεμα ήρθε μία ώρα νωρίτερα. Το φως λιγόστεψε κι άλλο ένεκα της έλευσης της χειμερινής ώρας. Ο κύριος Γκρι γκρινιάζει λίγο. Σε πολλούς το δειλινό κάτι λέει, σκέφτεται (παραφράζοντας τον Ελύτη όταν μιλάει για το ψιλόβροχο)· σε μένα τίποτα.

Ο κύριος Γκρι προτιμούσε πάντοτε την αυγή, το ξημέρωμα, την πρωινή γαλήνη του ξυπνήματος των πάντων. Αυτή την ψευδαίσθηση ότι τα «εγκλήματα» του χθες παραγράφηκαν χάρη στον ύπνο. Και ο ύπνος του κυρίου Γκρι δεν είναι σχεδόν ποτέ αδιατάρακτος. Με το που χαράζει όμως, τα φίδια γυρνάνε στις φωλιές τους. Για λίγο.

Προς τι τόση φασαρία με τα δειλινά, με το σούρουπο όπου πια δεν διακρίνεις χρώματα στα δέντρα παρά μόνον το σκοτεινό περίγραμμά τους, προς τι η μανία με το περιλάλητο λυκόφως; Σε αυτό που ο πατέρας του, πάνω στο θαλασσινό εξοχικό, αποκαλούσε «η μπλε ώρα»; Πού έγκειται η ομορφιά τους; Αναρωτιέται ο κύριος Γκρι. Το μπλε είναι ωραίο χρώμα – μα είναι και το χρώμα της λύπης.

Πρόσφατα, έδωσε μέσα του ο ίδιος μιαν απάντηση στο ερώτημά του: έζησε ένα ηλιοβασίλεμα στον ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο και άλλο ένα ψηλά στον λόφο του Φιλοπάππου. Η μαγεία σαν να τον διαπέρασε επιτέλους.

Βεβαίως, δεν αλλάζει το γεγονός, επιμένει ότι το τέλος της ημέρας και ο ερχομός της νύχτας είναι ένας μικρός θάνατος. Ο Τζουζέπε ντι Στέφανο έλεγε πως κάθε φορά που η Μαρία Κάλλας παρατηρούσε το δειλινό, μουρμούριζε μελαγχολικά: «Αλλη μια μέρα λιγότερη απ’ τη ζωή μας»...

Ο κύριος Γκρι ανατρέχει στη μεσαιωνική ποίηση των Γιαπωνέζων μήπως και βρει κάτι για να αναθαρρήσει. Δεν είναι εύκολο· ένα σχετικό ποίημα του θυμίζει τη μελαγχολία του απογεύματος από μιαν άλλη σκοπιά: «Το σούρουπο, το μονοπάτι / που έπαιρνες για να έρχεσαι κοντά μου / χορταριάζει και δεν διακρίνεται πια / εκτός από τους ιστούς των αραχνών / που κρέμονται από τη μια του άκρη ώς την άλλη / σαν ξέφτια θλίψης».

Κάποιος άλλος ερωτευμένος Ιάπωνας παλαιάς κοπής δυσανασχετεί για άλλους λόγους με το δειλινό, μα ελπίζει στο φως της Σελήνης: «Το σούρουπο / είναι δύσκολο να διακρίνω το δρόμο. / Περίμενε μέχρι να βγει το φεγγάρι, / για να μπορώ να σε δω να φεύγεις».

Ενας τρίτος πάλι, έχει μια πιο θετική ματιά πάνω στη θύμηση του λυκόφωτος: «Δεν μπορώ να λησμονήσω/ το αρωματισμένο σούρουπο μέσα/ στη σκηνή των μαύρων μου μαλλιών/ έτσι όπως ξυπνήσαμε για να κάνουμε έρωτα/ έπειτα από μια μακρά ολονυκτία έρωτα».

Σε έναν δυτικό, όμως, βρήκε εν τέλει ο κύριος Γκρι τον πιο ταιριαστό, τον πιο αληθινό ύμνο στο δειλινό: στον Αμερικανό ε. ε. κάμινγκς, τον ορμητικό λυρικό ποιητή με τις συντακτικές και τυπογραφικές παραδοξότητες (αρχής γενομένης από το όνομά του). Ιδού: «ποιος είσαι εσύ, μικρό εγώ // (πέντε ή έξι χρονών) / που κοιτάς από κάποιο ψηλό // παράθυρο· το χρυσαφί // του Νοεμβρίου δειλινό // (και νιώθοντας: πως εάν η ημέρα / πρέπει αν γίνει νύχτα // αυτός είναι ένας όμορφος τρόπος)». 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ