ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι σημαντικότεροι ιστορικοί παγκοσμίως έχουν μελετήσει εμβριθώς τη δεκαετία του ’30 στη Γερμανία, την κατάλυση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία, προσπαθώντας να εξηγήσουν αυτό που πολύ εύστοχα έχει περιγράψει ο Βρετανός ιστορικός Ιαν Κέρσο στη βιογραφία του για τον Χίτλερ ως «πυρηνική έκρηξη στην καρδιά μιας τόσο πολιτισμένης κοινωνίας».

Κάθε καινούργιο βιβλίο όμως που προσθέτει κι άλλες ψηφίδες στην προσπάθεια για πλήρη κατανόηση αυτής της περιόδου είναι πολύτιμο. Μας θυμίζει ότι πρόκειται για μια υπόθεση του παρελθόντος που μας αφορά και που δεν πρέπει να ξεχάσουμε, καθώς απαντάει σε ερωτήματα που πιθανότατα θέτει και η δική μας εποχή.

Στο βιβλίο «Ο θάνατος της Δημοκρατίας - Η πτώση της Βαϊμάρης και η άνοδος του Ναζισμού» που θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά στις αρχές Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Διόπτρα, ο Μπέντζαμιν Κάρτερ Χετ, καθηγητής Ιστορίας στο Hunter College και στο City University of New York, φωτίζει τα πιο σκοτεινά σημεία εκείνης της περιόδου, υπό το πρίσμα της πολιτικής, της οικονομίας, της κοινωνικής πραγματικότητας. Η «Κ» προδημοσιεύει αποσπάσματα του βιβλίου που εκτός από πολύτιμο μάθημα Ιστορίας είναι και συναρπαστικό αφήγημα. 


To βιβλίο «Ο θάνατος της Δημοκρατίας - Η πτώση της Βαϊμάρης και η άνοδος του Ναζισμού» θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά στις αρχές Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.

H εικόνα που έχουμε για τη Γερμανία της Βαϊμάρης είναι σχεδόν αποκλειστικά η εικόνα του Βερολίνου της εποχής: η τέχνη του Τζορτζ Γκρος, η μουσική του Κουρτ Βάιλ και τα έργα του Μπέρτολτ Μπρεχτ, η αρχιτεκτονική του Εριχ Μέντελζον, η μυθιστορηματική ντιζέζ Σάλι Μπόουλς από το «Αντίο Βερολίνο» του Κρίστοφερ Ισεργουντ (που ενσάρκωσε εμβληματικά στη μεγάλη οθόνη η Λάιζα Μινέλι στο «Καμπαρέ»), μια μεγάλη και ανοιχτή γκέι κοινότητα, σεξουαλικοί πειραματισμοί κάθε λογής. Ομως, το 1925 μόνο 4 από τα 62,5 εκατομμύρια των Γερμανών ζούσαν στο Βερολίνο.

[...] Οι άνθρωποι των αγροτικών περιοχών είχαν ευνόητους λόγους να είναι δυσαρεστημένοι με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Η δύναμη των σοσιαλδημοκρατών σήμαινε ότι οι αστικές εργατικές τάξεις διέθεταν μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα απ’ ό,τι προεκλογικά. Αυτό συνεπαγόταν ότι οι κυβερνήσεις κατέβαλαν μεγαλύτερες προσπάθειες να κρατούν χαμηλά τις τιμές των τροφίμων. Οι βιομηχανίες εξαγωγών αύξαναν επίσης την επιρροή τους, κατά συνέπεια αύξανε και η πιθανότητα να κλείνονται συμφωνίες εξωτερικού εμπορίου για τη μείωση των δασμών. Οι αγροτικοί πληθυσμοί θα ωφελούνταν περισσότερο από δασμούς στις εισαγωγές και υψηλότερες τιμές στα τρόφιμα. Μια εμπορική συμφωνία του 1929 για εισαγωγές τροφίμων, και μάλιστα από την Πολωνία, ξεσήκωσε τέτοια οργή στις αγροτικές περιοχές, ώστε δεν μπόρεσε ποτέ να κυρωθεί. Το 1927 και το 1928 οι τιμές των τροφίμων παγκοσμίως, οι οποίες ήταν ήδη σε πτωτική πορεία, μειώθηκαν ξαφνικά με πολύ ταχύτερους ρυθμούς. Κάποιοι αγρότες δεν μπορούσαν να πληρώσουν τους φόρους τους. Κάποιοι άλλοι χρεοκόπησαν.

[...] Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη, που για πολλούς Γερμανούς έγινε σύμβολο όλων όσα μισούσαν στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Το όνομα της πόλης έγινε ένα είδος στενογραφίας: το να είσαι ενάντια στο Βερολίνο σήμαινε να είναι ενάντια στην τάξη πραγμάτων της Βαϊμάρης. «Το Βερολίνο δεν είναι Γερμανία», έλεγε ο Βαυαρός συγγραφέας Λούντβιχ Τόμα. «Για την ακρίβεια είναι το αντίθετο  – είναι διεφθαρμένο και μολυσμένο από τη γαλικιανή βρώμα». Ο όρος «Γαλικιανοί» ήταν κωδική ονομασία για τους Εβραίους, καθώς πολλοί Εβραίοι μετανάστες είχαν έρθει από την πολωνική περιοχή της Γαλικίας.

[...] Ο Βίλχελμ Στάπελ είχε δίκιο όταν έγραφε ότι οι χωριάτες είχαν αρχίσει να επαναστατούν. Το 1928, εν μέσω της οικονομικής κρίσης που είχε πλήξει τη γερμανική γεωργία, αναδύθηκε ένα ριζοσπαστικό αγροτικό κίνημα διαμαρτυρίας. Αυτοαποκαλούνταν Λάντφολκ, που σήμαινε «λαός της επαρχίας» και ξεκίνησε από την αγροτική βόρεια πρώσικη επαρχία του Σλέσβιν-Χόλσταϊν, πριν εξαπλωθεί στις αγροτικές περιοχές του βορρά και της ανατολής. Το Λάντφολκ ήθελε νέους δασμούς στις εισαγωγές τροφίμων, ευκολότερη πίστωση και περικοπές στα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας (που συνήθως απευθύνονταν στις πόλεις). Πολιτικά το κίνημα ήταν πολύ δεξιό και χρησιμοποιούσε τρομοκρατικές τακτικές για την επίτευξη των σκοπών του, βάζοντας βόμβες σε κυβερνητικά κτίρια. Το 1929, στο ύστατο συμβολικό χτύπημα ενάντια στη μισητή Δημοκρατία και τη μισητή πρωτεύουσά της, οι επαναστάτες έβαλαν βόμβα στο Ράιχσταγκ. Η αστυνομία ανακάλυψε διασυνδέσεις ανάμεσα στο Λάντφολκ και το έως τότε άσημο ακόμη Ναζιστικό Κόμμα. Σύντομα οι ναζί θα κατάφερναν να προσελκύσουν τους ψηφοφόρους του Λάντφολκ. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ