Πόσοι γνωρίζουν ότι ο αρχετυπικός Άγγλος ηθοποιός έγραψε δεκάδες τραγούδια και δημιούργησε αξιόλογη μουσική για τις ταινίες του; Μοναδικό επίτευγμα για κάποιον που δεν διάβαζε, ούτε έγραφε νότες.

Το ταξίδι του στον κόσμο της μουσικής ξεκινάει από τα κακόφημα υπόγεια αγγλικά μιούζικ χολ, όπου οι γονείς του έγραφαν και ερμήνευαν τραγούδια για διάφορες παραστάσεις. Ο Τσάρλι από μικρός διαποτίστηκε από το μελοδραματικό ύφος των τραγουδιών που συνέθεταν οι γονείς του, έτσι ώστε, όταν σκηνοθέτησε την ταινία «Φώτα της ράμπας» (1952), που βραβεύτηκε με Όσκαρ, άντλησε από αυτή τη δεξαμενή για να συνθέσει τα βικτοριανού ύφους βαλς της ταινίας αλλά και το μουσικό της θέμα. 

Με αλκοολικό πατέρα και φιλάσθενη μητέρα, ο Τσάρλι πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια σε άθλια διαμερίσματα και σε σχολεία για ορφανά και εγκαταλελειμμένα παιδιά. Έπρεπε να περιμένει για να γίνει 16 ετών, ώστε να αγοράσει με τις οικονομίες του ένα βιολί και ένα τσέλο. Ως μέλος διαφόρων θεατρικών ομάδων ταξίδευε σε όλη την Αγγλία. Στους χώρους όπου εμφανιζόταν μαζί με τους συναδέλφους του φρόντιζε να περνάει αρκετές ώρες με μουσικούς, στην προσπάθειά του να μάθει να παίζει καλά. Η αλήθεια είναι ότι με τον καιρό έμαθε να τοποθετεί σωστά και με περίσσια χάρη τα χέρια του στις χορδές του τσέλου, αλλά το αποτέλεσμα ήταν μέτριο, σύμφωνα με αυτήκοους μάρτυρες. 

Μάλιστα, ο γνωστός Άγγλος κωμικός, συγγραφέας και ηθοποιός Σταν Λόρελ, με τον οποίο ο Τσάπλιν ήταν συγκάτοικος στη διάρκεια μιας περιοδείας το 1912, έλεγε ότι ο Τσάρλι ήταν τόσο παθιασμένος με τη μουσική, που έπαιζε με τις ώρες στο δωμάτιό τους. Το αποτέλεσμα δεν ενθουσίαζε τον Λόρελ, ο οποίος όμως απέφευγε επιμελώς να τον κριτικάρει, για να μην τον απογοητεύσει.

Το 1916, ο φιλόδοξος Τσάρλι, για να διαφυλάξει και να προωθήσει τα ολίγα μουσικά του δημιουργήματα, έφτιαξε την Charlie Chaplin Music Publishing Company. Η εταιρεία δεν μακροημέρευσε. Έκλεισε μετά από έναν μήνα, αφού ο Τσάπλιν κατάφερε να πουλήσει... τρεις δίσκους. 

Με την έλευση του ομιλούντος κινηματογράφου, ήταν έτοιμος να αφήσει τη μουσική του σφραγίδα στις ταινίες που σκηνοθετούσε και έπαιζε. Από το 1931 έως το 1967, δηλαδή από το «Τα φώτα της πόλης» έως την «Κόμισσα από το Χονγκ Κονγκ», συνέθετε ευφάνταστη μουσική για τις ανάγκες των δημιουργημάτων του. 

 


Ο Τσάπλιν δοκιμάζει να παίξει τσέλο, σε φωτογραφία του 1915, μια εποχή που έκανε τα πρώτα του βήματα στην κινηματογραφική βιομηχανία. © Popperfoto via Getty Images/Getty Images/Ideal Image

 

Μουσικοί αστέρες

Μέσα από το μαγικό χωνί του φωνογράφου, τις ώρες της ανάπαυλας, ο Τσάπλιν μαζί με την οικογένειά του άκουγε κλασική μουσική υπό το υποβλητικό φως των κεριών. Το μυαλό του κατέκλυζαν μεν πολλές μουσικές ιδέες, αλλά, όταν στέρευε η έμπνευσή του, αντλούσε από το έργο μεγάλων συνθετών. Ένας από αυτούς ήταν ο Κλοντ Ντεμπισί, του οποίου το «Πρελούδιο στο απομεσήμερο ενός φαύνου» είναι η κινητήριος δύναμη πίσω από τις ταινίες «Pay Day» και «Sunnyside». Ο Παντερέφσκι, ο Σαλιάπιν, ο Μενουχίν και ο Σένμπεργκ επισκέφτηκαν τον Τσάπλιν στο στούντιό του και είχαν πολύ γόνιμες συζητήσεις μαζί του για τη μουσική. Μάλιστα, ο νεαρός δεξιοτέχνης βιολιστής Μενουχίν συμμετείχε στην ηχογράφηση της μουσικής της ταινίας «Τα φώτα της πόλης». 

Στο σπίτι του συχνά καλούσε συνθέτες και δεξιοτέχνες μουσικούς, όπως ο Ραχμάνινοφ, ο Ρουμπινστάιν, ο Μπερνστάιν, ο Πάμπλο Καζάλς, η Κλάρα Χάσκιλ, στους οποίους αποτολμούσε να παίξει κάποια κομμάτια με το βιολί του.

Εκμυστήρευση 

Στην αυτοβιογραφία του ο Τσάπλιν γράφει ότι στόχος του ήταν να συνθέσει κομψή και ρομαντική μουσική για τις ξέφρενες κωμωδίες του. Οι ενορχηστρωτές των έργων του επέμεναν ότι η μουσική του έπρεπε να είναι γκροτέσκα, χαρούμενη, εξωστρεφής. Όμως, αυτός τους εξηγούσε ότι η μουσική ήθελε να λειτουργεί σαν βάλσαμο στις ψυχές των θεατών, να διεγείρει το συναίσθημά τους, να μην είναι εύκολη. 

Οι στενοί μουσικοί του συνεργάτες, ο Ντέιβιντ Ράσκιν και ο Έρικ Τζέιμς, ήταν πάντα πρόθυμοι να τον βοηθήσουν να δώσουν σχήμα και μορφή στο μουσικό σύμπαν που συνωστιζόταν στο κεφάλι του. Ήταν έτοιμοι να τελειοποιήσουν κάθε ακόρντο που έπαιζε ο υψηλός προϊστάμενός τους στο πιάνο, να διορθώσουν τα φάλτσα του. 

Ο συνθέτης και διευθυντής ορχήστρας Τίμοθι Μπρουκ, που έχει επανεκδώσει πολλές από τις συνθέσεις του Τσάπλιν, επισημαίνει ότι ο τελευταίος λάτρευε το έργο του Μπραμς, του Τσαϊκόφσκι και πάνω απ’ όλους του Βάγκνερ. Συχνά του έλεγε «ετούτο το μέρος το θέλω λίγο βαγκνερικό και το άλλο να θυμίζει Σοπέν». Στους «Μοντέρνους καιρούς» ζητούσε να μπει σε ένα συγκεκριμένο σημείο λίγο μουσικό άρωμα από Πουτσίνι. Oι περισσότεροι βέβαια θυμούνται το τραγούδι του ίδιου του Τσάπλιν, το «Smile».

Ο κόσμος του τσίρκου

Όσοι έχουν ακούσει τις μουσικές του Τσάπλιν παραδέχονται ότι, παρόλο που δεν είναι εντυπωσιακές, μιλούν κατευθείαν στην καρδιά του θεατή. Τον Τσάπλιν τον ενδιέφερε το τέλειο και το ένστικτό του τον οδηγούσε στο αληθινό. Δεν ήταν ο πιο προικισμένος συνθέτης του κόσμου, αλλά όσα έφτιαχνε ήταν πασπαλισμένα με αστρόσκονη. Οι μελωδίες του προέρχονται από τον εύχυμο κόσμο του τσίρκου, της παντομίμας, των ακροβατών, του μακάβριου χιούμορ, των παράτολμων ζογκλέρ. Σε αυτό το σύμπαν έδωσε μουσική υπόσταση ο Σαρλό, για να περιγράψει την ανθρώπινη περιπέτεια, να εκφράσει με την τέχνη του αυτό που τα λόγια αδυνατούν να κάνουν. ■

Με την ευκαιρία των 130 χρόνων από τη γέννηση του Τσάρλι Τσάπλιν έχουν προγραμματιστεί να γίνουν –και γίνονται– πολλές εκδηλώσεις για να τιμηθεί η μνήμη του. Στο charliechaplin.com περιγράφονται καταλεπτώς. Για να μπείτε όμως στο κλίμα της τσαπλινικής μουσικής, τα CD «Charlie Chaplin Film Music Anthology» (Le Chant Du Monde), «Chaplin’s Smile» (Warner Classics) είναι ό,τι πρέπει.

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ