ΒΙΒΛΙΟ

Ο ανήσυχος Αμερικανός που πέρασε το Τείχος

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Ρωτούν τον Μπρέζνιεφ τι γνώμη έχει για τον Χόνεκερ. «Πολιτικά δεν τον έχω σε μεγάλη εκτίμηση», απαντάει. «Ξέρει όμως να φιλάει, ο άτιμος...» Ενα από τα πολλά «ανατολικογερμανικά» ανέκδοτα που αλίευσε ο ιστορικός Γιώργος Τσακνιάς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

Τον γνώρισε το καλοκαίρι προτού πέσουν οι Δίδυμοι Πύργοι στο Μανχάταν. Του είπαν: «Σε ένα κέντρο αποκατάστασης στα Λιόσια νοσηλεύεται ένας Αμερικανός που είχε πολεμήσει στο Βιετνάμ».

Πήγε να τον βρει. Ηταν ένα αλλόκοτο θέαμα: ένας καλοστεκούμενος, ξανθός Αμερικανός με γαλανά μάτια σε ένα παρακμιακό ελληνικό νοσηλευτήριο χωρίς κλιματισμό μέσα στο καλοκαίρι. Δεν τον άκουσε ποτέ να παραπονιέται.

Ενα νευρολογικό πρόβλημα τον είχε καθηλώσει εκεί μέσα. Είχε έρθει από ένα ελληνικό νησί όπου ζούσε με την Ελληνίδα γυναίκα του. Αυτή ήταν η δεύτερη γυναίκα του· την πρώτη, Αμερικανίδα, την είχε χωρίσει λίγο καιρό αφότου γύρισε απ’ το Βιετνάμ.

Ηταν ιπτάμενος χειριστής αεριωθούμενων καταδιωκτικών. Στο Βιετνάμ επιχειρούσε με Φάντομ. Είχε εμπλακεί σε αερομαχίες, δεν κατάφερε ποτέ να καταρρίψει κάποιο εχθρικό αεροπλάνο, ο ίδιος όμως τραυματίστηκε δύο φορές, τη δεύτερη αρκετά σοβαρά. Ισα ίσα που κατάφερε να προσγειώσει το αεροπλάνο του. «Είχα αποφύγει να ρίξω ναπάλμ», του είχε εξομολογηθεί. «Απάνθρωπο όπλο, δεν μ’ έκανε να νιώθω καλά».

Αποστρατεύτηκε αργότερα και ασχολήθηκε με το εμπόριο. Χώρισε, εγκατέλειψε την Αμερική, φλέρταρε λίγο με το αλκοόλ. Προτού γνωρίσει την Ελληνίδα γυναίκα του και αποσυρθεί μαζί της σε ένα νησί του Αιγαίου, έζησε στο Βερολίνο. Στη δυτική πλευρά.

Από δω και πέρα, η αφήγηση ανήκει στον ανήσυχο Αμερικανό: «Μια μέρα, μου την έδωσε. Πέρασα τις διατυπώσεις στο Τσεκ Πόιντ Τσάρλι και οδήγησα στο Ανατολικό Βερολίνο. Πήγα έως μια εξοχική περιοχή στα προάστια, ήταν μια μικρή πόλη εκεί. Βγήκα απ’ το αυτοκίνητο και κάθισα σε έναν χορταριασμένο λόφο. Κοίταξα τη μικρή αυτή πόλη και κυρίως τη στρατιωτική βάση που βρισκόταν εκεί.

»Μετά το Βιετνάμ, υπηρέτησα σε μοίρα βομβαρδιστικών στην Αγγλία. Η αποστολή μου, σε περίπτωση πυρηνικού πολέμου, ήταν να απογειωθώ και να ρίξω μια πυρηνική κεφαλή σε αυτή τη βάση, σε αυτή την πόλη που είχα μπροστά μου.

»Καθώς την κοίταζα, αισθάνθηκα μια βαθιά ανακούφιση. Ανακούφιση που δεν χρειάστηκε ποτέ να το κάνω. Κοίταζα τους ανθρώπους που πήγαιναν στις δουλειές τους, με τις οικογένειές τους. Ολους αυτούς τους ανθρώπους μπορεί να τους είχα σκοτώσει εγώ κάποτε. Θα είχα ισοπεδώσει τα πάντα έως και πέρα από εκεί που έφτανε το μάτι μου. Ολη αυτή την καταπράσινη φύση, τα πουλιά, τα δέντρα, τα πάντα. Πήρα μια βαθιά ανάσα που υπήρχαν τα πάντα ολόγυρά μου. Που δεν χρειάστηκε ποτέ να εκτελέσω αυτή την αποστολή».

Και μετά; «Ηρθαν και με συνέλαβαν. Είδαν έναν παράξενο, μοναχικό τύπο να κάθεται στο γρασίδι και να παρατηρεί τη βάση, οπότε ήρθε ένα αυτοκίνητο με κάτι τύπους με πολιτικά. Οταν είδαν ότι είμαι Αμερικανός, έγιναν ακόμα πιο καχύποπτοι. Πλέον ήμουν πολίτης. Δεν ήξεραν ποιον είχαν απέναντί τους. Και δεν τους εξήγησα βέβαια. Δεν είμαι σίγουρος ότι θα εκτιμούσαν μια τέτοια εξομολόγηση. Τους είπα ότι έκανα τουρισμό. Με άφησαν λίγες ώρες μετά, αφού μίλησαν με το αμερικανικό προξενείο. Εφυγα από εκεί ξαλαφρωμένος. Που ήμασταν όλοι ζωντανοί».

Ο Χάρολντ· ωραίος τύπος ο Χάρολντ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ