ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πόνος και δόξα
ΔΡΑΜΑ (2019)
Σκηνοθεσία : Πέδρο Αλμοδόβαρ
Πρωταγωνιστούν: Αντόνιο Μπαντέρας, Ασιέρ Ετσεαντία, Χουλιέτα Σεράνο, Πενέλοπε Κρουζ


«Οι ηθοποιοί κλαίτε πολύ εύκολα, λέει ο σκηνοθέτης στον ηθοποιό, που πρόκειται να «ανεβάσει» μια θεατρική παράσταση. «Αλλά το δύσκολο είναι να μην αφήσεις τα δάκρυα να τρέξουν, να τα κρατήσεις πριν κυλήσουν». Σε αυτό ακριβώς το λεπτό σημείο ισορροπεί η νέα ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ. Ο τρυφερός, αισθησιακός, εξωστρεφής κόσμος του –η νιότη του– συναντά το γήρας, την ασθένεια, τη μοναξιά, δημιουργώντας συγκίνηση σε ένα αυτοβιογραφικό δράμα, που φέρει ακέραια τη δημιουργική του σφραγίδα. Το «Πόνος και δόξα» είναι η 21η ταινία του 69χρονου Ισπανού κινηματογραφιστή, η πιο προσωπική και σίγουρα μία από τις καλύτερες. Το μελόδραμα που εκείνος ανέσυρε από τη λήθη και την υποτίμηση, τώρα πια ωρίμασε και ελέγχει πλήρως τα εκφραστικά του μέσα. Οταν το υλικό είναι τόσο συναισθηματικό, μοιάζει να λέει ο Αλμοδόβαρ, τότε το υπηρετούμε με μέτρο και αυτοσυγκράτηση.

Κι όμως, τα χρώματα που φωτίζουν τις ταινίες του εξακολουθούν να λάμπουν στις στιγμές της δόξας αλλά και του πόνου. Παρόλο που ο ήρωας διανύει μια πολύ σκοτεινή περίοδο της ζωής του, μια εποχή κρίσης, τα αντικείμενα γύρω του είναι πολύχρωμα – τα περισσότερα προέρχονται από το σπίτι του Αλμοδόβαρ, είναι τα έπιπλα, οι ζωγραφικοί πίνακες, οι οικογενειακές του φωτογραφίες. Η ομορφιά και η τέχνη τον περιστοιχίζουν. Ο Αντόνιο Μπαντέρας στον κεντρικό ρόλο δίνει την παράσταση της ζωής του, και μοιάζει να ξαναγεννιέται κάνοντας μια καινούργια αρχή στην καριέρα του. Το βραβείο ερμηνείας στο φετινό Φεστιβάλ των Καννών είναι όλο δικό του και του αξίζει, γιατί καταφέρνει να ερμηνεύσει έναν δύσκολο χαρακτήρα παίρνοντας διαρκώς ρίσκα· και αυτός, όπως ολόκληρη η ταινία, πρέπει να μην προκαλέσει στον θεατή εύκολα δάκρυα.


Πέδρο Αλμοδόβαρ - Αντόνιο Μπαντέρας. Ο πρώτος σκηνοθετεί μία από τις καλύτερες ταινίες του, ο δεύτερος δίνει την παράσταση της ζωής του στον ρόλο του Σαλβαδόρ Μάγιο.

Ο Σαλβαδόρ Μάγιο είναι ένας σκηνοθέτης του κινηματογράφου που βρίσκεται πλέον στην παρακμή του. Η ασθένεια και η θλίψη τον ωθούν σε αναστοχασμούς, επιστροφές και επαναλήψεις. Κάποιες συναντήσεις διαδραματίζονται στο παρόν, άλλες τις θυμάται: την παιδική του ηλικία στη δεκαετία του ’60, τη στιγμή που μετανάστευσε μαζί με τους γονείς του σε ένα χωριό στη Βαλένθια αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, την πρώτη του ερωτική επιθυμία, τον πρώτο του έρωτα στη Μαδρίτη τη δεκαετία του ’80, τον πόνο αυτού του χωρισμού ενώ ο έρωτας ήταν ακόμα έντονος, τη συγγραφή ως τη μόνη θεραπεία να ξεχνάς ό,τι δεν ξεχνιέται, την πρώτη επαφή με το σινεμά, και το απέραντο κενό που δημιουργεί η αδυναμία να συνεχίζεις να κάνεις ταινίες. Εξερευνώντας το παρελθόν του, ο Σαλβαδόρ αισθάνεται την ανάγκη να το διηγηθεί λεπτομερώς. Τι από τα παλιά μένει ζωντανό για να τροφοδοτήσει το δύσκολο παρόν, τι έχει πεθάνει και η αναβίωσή του γεννά μονάχα λύπη;

«Τις νύχτες που δεν υποφέρω από κανέναν πόνο, είμαι άθεος», λέει ο πρωταγωνιστής, έχοντας μόλις απαριθμήσει τις αρρώστιες που τον κρατούν άγρυπνο και τον καθηλώνουν στην αδράνεια – ο κινηματογράφος, σχολιάζει σε άλλο σημείο, είναι μια σωματική εργασία, κι αυτός έχει γίνει ένας ανήμπορος άνθρωπος. Εντέλει είναι το σινεμά εκείνο που θα τον σώσει τροφοδοτώντας την πίστη του στη δημιουργία. Ο Αλμοδόβαρ ανακαλεί και τιμά τον Φελίνι στο «8 1/2», ενώ το alter ego του, ο Σαλβαδόρ Μάγιο, γυρίζει τον βίο του τα μέσα-έξω για να νικήσει την αυτοκαταστροφικότητα και τη μελαγχολία του. Η μυθοπλασία και η ζωή αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Οι αναδρομές

Το «Πόνος και δόξα» δεν είναι απολύτως αυτοβιογραφικό – «Η πραγματικότητα μου δίνει το σημείο εκκίνησης, τα υπόλοιπα τα εφευρίσκω εγώ στη συνέχεια», σχολιάζει ο σκηνοθέτης. Οι αναδρομές στην παιδική του ηλικία και στο καθολικό θρησκευτικό υπόβαθρο της μόρφωσης θυμίζουν την «Κακή εκπαίδευση» (2004), ολοκληρώνοντας με αυτή την ταινία μία άτυπη κινηματογραφική τριλογία, που χρειάστηκε τρεις δεκαετίες για να σχηματιστεί ξεκινώντας από τον «Νόμο του πόθου» (1987). Ομως η μητέρα του Μάγιο λέει στον γιο της, «Δεν μου αρέσει η αυτο-μυθοπλασία, δεν θέλω να μπαίνω στις ταινίες σου». Η Πενέλοπε Κρουζ την υποδύεται σε νεαρή ηλικία, ενσαρκώνοντας με αληθοφάνεια την Ισπανίδα μητέρα της δεκαετίας του 1960, και η Χουλιέτα Σεράνο της δίνει βάθος και δύναμη ενσαρκώνοντάς την στα γηρατειά της.

Τη μουσική σύνθεση της ταινίας υπογράφει ο σταθερός συνεργάτης του Αλμοδόβαρ Αλμπέρτο Ιγκλέσιας, και δημιουργεί πάλι μουσική που μοιάζει σαν να πηγάζει από το βάθος των εικόνων. Ο Χοσέ Λουί Αλκέιν, επίσης μόνιμος συνεργάτης του, είναι ο διευθυντής φωτογραφίας και σε αυτόν στηρίζεται για να αναδείξει τα χρώματα, το φως αλλά και το σκοτάδι στο οποίο ζει ο πρωταγωνιστής. Η καλλιτεχνική συμμετρία που διακρίνει το έργο του Αλμοδόβαρ είναι πανταχού παρούσα, σε μια σύνθεση από αξέχαστες στιγμές πραγματικής ζωής, με τις νίκες και τις ήττες της. «Η ιδέα μου για το σινεμά συνδεόταν πάντα με το καλοκαιρινό αεράκι, τη μυρωδιά από κάτουρο και γιασεμί», θυμάται ο Μάγιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ