ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Το αντίδοτο στην εποχή των χαμηλών επιτοκίων

ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΩΡΤΖΗ

Ο κ. Γιώργος Βαρελτζίδης, επικεφαλής της Διεύθυνσης Ιδιωτών στη Eurobank, μιλάει στην «Κ» για τη νέα πραγματικότητα που δημιουργεί και στην εγχώρια τραπεζική αγορά το περιβάλλον των χαμηλών επιτοκίων.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η κατάργηση των capital controls έχει παγιώσει την τάση εισροής νέων καταθέσεων στη χώρα, αλλά οι καταθέτες βρίσκονται αντιμέτωποι με τη νέα πραγματικότητα που δημιουργεί το περιβάλλον των χαμηλών επιτοκίων. Σκιαγραφώντας το προφίλ του Ελληνα καταθέτη ως συντηρητικού επενδυτή, ο επικεφαλής της Διεύθυνσης Ιδιωτών στη Eurobank κ. Γιώργος Βαρελτζίδης εξηγεί στη συνέντευξή του στην «Κ» ποιες επιλογές μπορούν να αποτελέσουν αντίδοτο στις χαμηλές αποδόσεις των παραδοσιακών καταθέσεων και ποια είναι η πολιτική των τραπεζών σε αυτή τη νέα πραγματικότητα.

– Ποιες είναι οι πρώτες ενδείξεις για τη ροή των καταθέσεων μετά την άρση των capital controls;
– Τα τελευταία τρίμηνα παρατηρείται μια σταθερή αύξηση των καταθέσεων επιχειρήσεων και νοικοκυριών, που συνδέεται πρωτίστως με τη σταδιακή βελτίωση του κλίματος εμπιστοσύνης μετά την ολοκλήρωση των πολυετών προγραμμάτων προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας και την έναρξη ενός αναπτυξιακού κύκλου την τελευταία διετία. Αναμφισβήτητα, η πλήρης άρση των κεφαλαιακών περιορισμών έχει συμβάλει στην αύξηση των καταθέσεων. Παράλληλα είναι και ένα ισχυρό μήνυμα ότι βρισκόμαστε στον δρόμο της επιστροφής στην κανονικότητα, στον βαθμό που η βελτίωση του οικονομικού κλίματος συμβάλλει στην προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων και τελικά στην επιτάχυνση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας, που είναι και το μεγάλο ζητούμενο.

– Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, οι καταθέσεις που διατηρούν οι επιχειρήσεις στο εξωτερικό ανέρχονται στα 10-12 δισ. ευρώ. Κάτω από ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε η ρευστότητα αυτή αλλά και οι αποταμιεύσεις των ιδιωτών να επιστρέψουν στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.
– Η επιστροφή καταθέσεων που αφορά τις επιχειρήσεις έχει άμεση συσχέτιση με την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και τη χρηματοδότηση των επιχειρηματικών τους σχεδίων. Ο επαναπατρισμός των ρευστών διαθεσίμων των ελληνικών επιχειρήσεων από το εξωτερικό θα επέλθει όταν θα καταγραφεί διάθεση ανάληψης επιχειρηματικού ρίσκου και ίδιας συμμετοχής σε επενδυτικά σχέδια. Η βελτίωση του οικονομικού κλίματος, η μείωση της αβεβαιότητας, η πορεία ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας σε συνδυασμό με κίνητρα για ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και των επενδύσεων, είναι παράγοντες που θα συμβάλουν καθοριστικά στη σταδιακή επιστροφή καταθέσεων από το εξωτερικό μεσοπρόθεσμα. Γενικότερα άλλωστε η επιστροφή καταθέσεων συσχετίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό με την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των καταθετών. Οι συνολικές καταθέσεις, από το ιστορικό υψηλό που είχαν καταγράψει τον Σεπτέμβριο του 2009 στα 238 δισ. ευρώ, μειώθηκαν κατά 50%, αγγίζοντας το χαμηλότερο επίπεδο των 119 δισ. ευρώ τον Απρίλιο του 2017. Ενα μεγάλο μέρος των καταθέσεων κατευθύνθηκε εκτός του ελληνικού τραπεζικού συστήματος κυρίως μέσω σημαντικών αναλήψεων μετρητών, εμβασμάτων προς τράπεζες του εξωτερικού αλλά και τοποθετήσεων σε αμοιβαία κεφάλαια διαχείρισης διαθεσίμων εκτός Ελλάδος. Ταυτόχρονα όμως καθοριστικό ρόλο στη δραματική μείωση των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα έπαιξε η επίσης σημαντική μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και εν συνεχεία η χρησιμοποίηση των αποταμιεύσεων για να καλυφθούν πάγιες υποχρεώσεις και έξοδα, με πρωτεύοντα ρόλο την κάλυψη των δυσανάλογα υψηλών φορολογικών υποχρεώσεων τα τελευταία χρόνια, στο πλαίσιο της δημοσιονομικής προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας. Σήμερα, οι καταθέσεις ανέρχονται σε περίπου 140 δισ. ευρώ και όπως δείχνουν και τα τελευταία στοιχεία για την πορεία των καταθέσεων τον Σεπτέμβριο ένα σημαντικό μέρος των εισροών εξακολουθεί να κατευθύνεται στην αποπληρωμή των φόρων. Είναι λοιπόν σαφές ότι υπάρχει ακόμη σημαντική απόσταση να καλυφθεί και απαιτούνται περαιτέρω κινήσεις αποκατάστασης της εμπιστοσύνης και βελτίωσης των οικονομικών συνθηκών.

– Τα επιτόκια έχουν υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και οι αποδόσεις είναι πλέον μηδενικές. Τι μπορεί να κάνει πλέον ο ιδιώτης καταθέτης;
– Στη χώρα μας, ήδη έχει ξεκινήσει έντονη αποκλιμάκωση των επιτοκίων, ακολουθώντας την τάση που επικρατεί σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες όπου τα επιτόκια καταθέσεων είναι μηδενικά έως αρνητικά, αποτέλεσμα διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος και της υποστηρικτικής νομισματικής πολιτικής που ακολουθείται από την ΕΚΤ και η οποία, όπως φαίνεται, θα συνεχιστεί για αρκετό διάστημα ακόμα. Το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ είναι αρνητικό (-0,50%), ενώ ακόμη και τα μακροπρόθεσμα επιτόκια που ορίζονται από τον δείκτη αναφοράς του 10ετούς ομολόγου του γερμανικού Δημοσίου βρίσκονται στα ίδια αρνητικά επίπεδα.

Σε αυτό το περιβάλλον, παρατηρούμε ωστόσο ότι έχουν αυξηθεί, έως και τριπλασιαστεί, οι εισροές σε επενδυτικά και ασφαλιστικά προϊόντα μακροπρόθεσμου ορίζοντα, που έχουν χαρακτηριστικά συσσώρευσης κεφαλαίου για το μέλλον. Η εξήγηση έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο παραδοσιακός καταθέτης αναζητεί αποδόσεις που θα τον βοηθούν να έχει τουλάχιστον θετικές πραγματικές αποδόσεις, δηλαδή ό,τι μένει στον πελάτη εάν από την ονομαστική απόδοση αφαιρέσουμε την επίπτωση του πληθωρισμού. Η επιλογή των παραπάνω προϊόντων πρέπει φυσικά να σχετίζεται πάντα με τον ιδιαίτερο επενδυτικό χαρακτήρα του κάθε ιδιώτη και ο οποίος διαμορφώνεται ανάλογα με την εμπειρία του, την ανοχή στις διακυμάνσεις της αγοράς αλλά και τον διαθέσιμο χρονικό ορίζοντα που απαιτείται για την επίτευξη των οικονομικών στόχων του, όπως η δημιουργία μελλοντικού κεφαλαίου, η ενίσχυση του συνταξιοδοτικού εισοδήματός του, ή η κάλυψη πιο βραχυχρόνιων αναγκών όπως οι σπουδές παιδιών. Η πλειοψηφία των Ελλήνων καταθετών ανήκει στην κατηγορία του συντηρητικού επενδυτή με σχετικά μικρή εμπειρία και ανοχή στη διακύμανση. Ενα τυπικό χαρτοφυλάκιο γι’ αυτόν τον επενδυτικό χαρακτήρα κατανέμει τα διαθέσιμα κεφάλαια κατά 60% σε ρευστά διαθέσιμα, 30% σε ομολογιακές αξίες και τα υπόλοιπα 10% σε μετοχές. Ιδιαίτερα σημαντικό για τη δημιουργία μακροπρόθεσμων θετικών αποδόσεων είναι οι παραπάνω τοποθετήσεις να γίνονται με ευρεία διασπορά τόσο σε διαφορετικούς κλάδους της οικονομίας (π.χ. κυκλικούς, αμυντικούς) όσο και σε γεωγραφικές περιοχές (π.χ. Ευρώπη, ΗΠΑ, Ασία).

– Ποια είναι η πολιτική των τραπεζών σε αυτή τη νέα πραγματικότητα;
– Αναγκαία προϋπόθεση για να προσφέρουμε στους πελάτες μας βέλτιστες λύσεις που να απαντούν στις ανάγκες τους, είναι η στενή συνεργασία και επικοινωνία του επενδυτή με τον χρηματοοικονομικό σύμβουλο της τράπεζας, ώστε ο πελάτης να διασφαλίσει την κατάλληλη επαγγελματική καθοδήγηση και να καλύψει όλες τις τραπεζικές του ανάγκες, συναλλακτικές, αποταμιευτικές, επενδυτικές, ασφαλιστικές και δανειακές, κατά τον βέλτιστο δυνατό τρόπο. Στη Eurobank, μέσω της υπηρεσίας Personal Banking, έχουμε αναδείξει σε άμεση προτεραιότητα την προσωπική εξυπηρέτηση του πελάτη από έναν αποκλειστικό χρηματοοικονομικό σύμβουλο σχέσης (Personal Banker), ο ρόλος του οποίου είναι να διερευνήσει τις ανάγκες του πελάτη, να θέσουν από κοινού τους οικονομικούς στόχους και να επιλέξουν τα κατάλληλα προϊόντα και υπηρεσίες. Ο Personal Banker χρησιμοποιεί όλα τα εργαλεία που παρέχει η σύγχρονη τεχνολογία, ώστε να προσφέρει προσωποποιημένη προσέγγιση των αναγκών των πελατών. Μέσω του Personal Banking οι πελάτες μας έχουν επίσης πρόσβαση σε άμεση πληροφόρηση για τις οικονομικές εξελίξεις στην εγχώρια και την παγκόσμια οικονομία, σε συνεργασία και με τη Eurobank Asset Management ΑΕΔΑΚ, τη μεγαλύτερη εταιρεία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων στην Ελλάδα, τη χρηματιστηριακή Eurobank Equities και το διεθνώς αναγνωρισμένο και βραβευμένο τμήμα οικονομικών αναλύσεων της Eurobank, μια συνεργασία που προσφέρει στους πελάτες του Personal Banking εξατομικευμένες λύσεις για μεγιστοποίηση των αποδόσεων των κεφαλαίων τους.

Στηρίζουμε τις εξωστρεφείς επιχειρήσεις

– Οι δείκτες ρευστότητας των τραπεζών έχουν αποκατασταθεί σε μεγάλο βαθμό μετά και τη σημαντική απομόχλευση του δανειακού τους χαρτοφυλακίου. Κατά πόσον τα επίπεδα καταθέσεων μπορούν να στηρίξουν μια ουσιαστική ενίσχυση της ανάπτυξης;
―Η αύξηση των καταθέσεων και η μείωση των δανειακών χαρτοφυλακίων, κυρίως λόγω αποπληρωμών, έχουν οδηγήσει τον λόγο χορηγήσεων/καταθέσεων κάτω από το 100%, δημιουργώντας πλεονάζουσα ρευστότητα στις συστημικές τράπεζες. Στη Eurobank, ο σχετικός δείκτης ρευστότητας διαμορφώθηκε το α΄ εξάμηνο του έτους στο 86,5%, παρουσιάζοντας αισθητή βελτίωση κατά 13 ποσοστιαίες μονάδες από το τέλος του 2018 που οφείλεται σε σημαντική αύξηση των καταθέσεων πελατών κατά σχεδόν 2 δισ. ευρώ την ίδια περίοδο. Επικουρικά στην αύξηση των καταθέσεων επιδρά η σημαντική μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs).

Συγκεκριμένα, η πρόσφατη τιτλοποίηση NPEs ύψους 2,5 δισ. ευρώ και η τιτλοποίηση χαρτοφυλακίου ύψους 7,5 δισ. ευρώ που βρίσκεται στο στάδιο των διαπραγματεύσεων, θα βοηθήσει να επιτευχθεί ο στόχος της τράπεζας για μονοψήφιο ποσοστό NPEs στο τέλος του 2020. Ολα τα παραπάνω μας δίνουν τη δυνατότητα να στηρίξουμε τα επενδυτικά σχέδια των πελατών και να χρηματοδοτήσουμε τις ανάγκες τους. Είναι απόφασή μας να συνδράμουμε στην αναστροφή της πιστωτικής συρρίκνωσης και να στηρίξουμε τους πελάτες μας, ειδικά τις δυναμικές, εξωστρεφείς επιχειρήσεις. Ετσι θα συνεισφέρουμε στην ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας και στη δημιουργία ενός θετικού spiral για την ελληνική οικονομία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ