Υπάρχουν ένα σωρό ιστορίες. Για παιδιά που εκείνη την Κυριακή του 1961, όταν άρχισε να υψώνεται το Τείχος, έτυχε να βρίσκονται από τη μία πλευρά και η οικογένειά τους από την άλλη. Για εγκυμονούσες στη δυτική πλευρά των οποίων ο σύντροφος είχε πάει για δουλειές στην ανατολική. Για οικογένειες που χωρίστηκαν, για φιλίες που χάθηκαν, για αγάπες που διακόπηκαν. Για ζωές που διαλύθηκαν. Τα πρώτα χρόνια που το Τείχος ήταν ακόμα χαμηλό, κάποιοι απέκτησαν τη συνήθεια να συγκεντρώνονται τα απογεύματα σε συγκεκριμένα σημεία της πόλης, από όπου θα μπορούσαν (χρησιμοποιώντας κιάλια, έστω) να έχουν μια οπτική επαφή με τους απέναντι. Όπως οι άνθρωποι της φωτογραφίας που σηκώνουν τα χέρια και χαιρετούν. Άραγε βλέπουν; Χαιρετούν στ’ αλήθεια πρόσωπα αγαπημένα; Ή τους συντηρεί η ψευδαίσθηση; Η απόφαση για τη δημιουργία ενός Τείχους πάνω στο όριο που έτσι κι αλλιώς χώριζε το Βερολίνο από το 1949, όταν ιδρύθηκε επίσημα η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, ελήφθη από την πλευρά των Ανατολικών, για να ανακόψουν τη μαζική φυγή του πληθυσμού προς τη Δύση. Υπολογίζεται ότι μέχρι το 1961 είχαν διαφύγει στη δυτική πλευρά μέσω του Βερολίνου 3,5 εκατομμύρια Ανατολικογερμανοί. Έκτοτε, το να περάσεις το Τείχος δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση. Κάποιοι το προσπάθησαν και κάποιοι τα κατάφεραν (περίπου 5.000 άνθρωποι), αλλά υπήρχαν και εκείνοι που απέτυχαν (80 τουλάχιστον), δεχόμενοι μία σφαίρα στην πλάτη. Από όλες τις ιστορίες του Τείχους, αυτές είναι οι πιο σπαρακτικές.

 


©Siegfried Wiechmann / Getty Images / Ideal Image

 

Τη δεκαετία του ’70, το Τείχος ήταν πια κάτι δεδομένο. Μια γενιά Βερολινέζων ήρθε στον κόσμο μαθαίνοντας ότι η πόλη τους είναι χωρισμένη στα δύο, όπως τα πιτσιρίκια της φωτογραφίας που πιθανόν γεννήθηκαν μετά την ανέγερση του Τείχους και τους φαινόταν φυσιολογικό να σκαρφαλώνουν για πλάκα στις σκαλωσιές της επέκτασής του. Βρίσκονταν στη δυτική πλευρά. Περίπου στην ηλικία τους, αλλά στην ανατολική πλευρά, μεγάλωνε την εποχή εκείνη ένα κορίτσι που το έλεγαν Τζένι Έρπενμπεκ και η οποία αργότερα θα γινόταν μια σπουδαία συγγραφέας. Σε ένα κείμενό της στο περιοδικό Paris Review πριν από πέντε χρόνια, η Έρπενμπεκ περιέγραψε πώς ήταν να μεγαλώνει στη ΛΔΓ, τονίζοντας ότι, με τα παιδικά της μάτια, η ζωή τότε της φαινόταν όμορφη: «Για τους κυριακάτικους περιπάτους μας οι γονείς μου με πήγαιναν στο τέλος της Λαϊπτσίγκερ Στράσε, στο σημείο ακριβώς μπροστά από το Τείχος όπου ήταν ήσυχα, σαν να ήσουν σε χωριό. Εκεί είχε λεία άσφαλτο από πριν από τον πόλεμο, ιδανική για πατίνια, και το τέλος της γραμμής του λεωφορείου, χωρίς κάποια κίνηση στον ορίζοντα. Αυτό ήταν το σημείο όπου ο κόσμος τελείωνε». Για μια γενιά Βερολινέζων ο κόσμος τελείωνε σε ένα τσιμεντένιο τείχος.

 


©John Tlumacki / Getty Images / Ideal Image

 

Από τη στιγμή που τα περισσότερα κράτη του Ανατολικού Μπλοκ άρχισαν να ανοίγουν τα σύνορά τους προς τη Δύση, οι Ανατολικογερμανοί βρήκαν μια νέα δίοδο φυγής από τη χώρα και, κυρίως, άρχισαν να διεκδικούν με περισσότερο πάθος και μαζικές συγκεντρώσεις το δικαίωμα, αν μη τι άλλο, της ελεύθερης εξόδου και εισόδου. Η πίεση ήταν πλέον ασφυκτική για την κυβέρνηση της ΛΔΓ και, μέσα σε ένα κωμικό καθεστώς σύγχυσης, μια δήλωση στον Τύπο, που είχε σκοπό μάλλον να θολώσει το τοπίο, παρερμηνεύτηκε ως πρόθεση να ανοίξουν άμεσα οι πύλες του Τείχους. Ήταν το απόγευμα της 9ης Νοεμβρίου του 1989. Ο κόσμος βγήκε στους δρόμους, αλλά στα φυλάκια συνάντησε τα σαστισμένα πρόσωπα των φρουρών που δεν είχαν ενημερωθεί για τίποτα. Την ίδια στιγμή, λοιπόν, που οι Ανατολικογερμανοί στρατιώτες παρατάσσονταν αμήχανοι μπροστά από το Τείχος, όπως φαίνεται και στην εικόνα, χιλιάδες Δυτικοί πολίτες σκαρφάλωναν πίσω τους, αναμένοντας να επιβεβαιωθεί η είδηση που είχε ήδη μεταδοθεί στην τηλεόραση. Υπό τον φόβο βίαιων επεισοδίων, οι πύλες τελικά άνοιξαν (αρχικά με πρωτοβουλία ορισμένων φρουρών) και η μεγάλη γιορτή ξεκίνησε, με χαρούμενους Ανατολικούς και Δυτικούς να τριγυρνούν όλη τη νύχτα σε απαγορευμένα εδάφη. Έπειτα από 28 χρόνια, το Τείχος είχε πέσει χάρη σε μια παρεξήγηση. ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ