Το βράδυ της 9ης Νοεμβρίου του 1989, ο Αντρέ Κούμπιτσεκ ήταν 20 ετών και το πέρασε σαν να ήταν οποιοδήποτε άλλο, παίζοντας μπιλιάρδο στην αίθουσα μιας βάσης ελικοπτέρων στο δάσος της Θουριγγίας, όπου υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία. «Στις δέκα το βράδυ είχαμε σιωπητήριο και μόνο το επόμενο πρωί, που άκουσα στο ραδιόφωνο ανθρώπους σε ευφορία να αναφέρονται στις νυχτερινές τους επισκέψεις στη δυτική πλευρά, κατάλαβα ότι είχε πραγματοποιηθεί μια ιστορική αλλαγή», λέει σήμερα στο «Κ» ο Ανατολικογερμανός συγγραφέας. Έτσι λοιπόν βρέθηκε παγιδευμένος σε ένα στρατόπεδο («επιτρεπόταν να πηγαίνω σπίτι μόνο ένα Σαββατοκύριακο κάθε δύο μήνες») και τις ιστορικές εκείνες πρώτες μέρες τις έζησε μπροστά στην τηλεόραση. 

Ο Αντρέ Κούμπιτσεκ γεννήθηκε στο Πότσδαμ (μια τοποθεσία με βαρύνουσα σημασία για τη μεταπολεμική ιστορία, καθώς εκεί φιλοξενήθηκε η διάσκεψη των νικητών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, από την οποία προέκυψε η διάσπαση της Γερμανίας σε ζώνες κατοχής), μεγάλωσε «πίσω από το Τείχος» και σήμερα αποτελεί σημαντικό μέλος του άτυπου γκρουπ της τελευταίας γενιάς Ανατολικογερμανών συγγραφέων (μαζί με τους Ζάιλερ, Έρπενμπεκ, Σούλτσε, Ρούγκε κ.ά.) που μοιράζονται την ανάγκη να μιλήσουν για τις σκέψεις και τις αναμνήσεις τους μέχρι το 1989, αλλά και την αναζήτηση ταυτότητας στο εξής. Στο εξαιρετικό «Σκίτσο ενός καλοκαιριού» (εκδ. Κριτική) ο Κούμπιτσεκ περιγράφει την ενηλικίωση μιας παρέας εφήβων στην Ανατολική Γερμανία τη δεκαετία του ’80, χρησιμοποιώντας, όπως μου λέει, εν πολλοίς αυτοβιογραφικά στοιχεία. 

 


Ένα Trabant, κλασικό ανατολικο-γερμανικό αυτοκίνητο, περνάει τα δυτικά σύνορα τον Νοέμβριο του 1989. © Thomas Imo / Getty Images / Ideal Image

 

Δωρεάν μπανάνες

«Έπρεπε να περιμένω μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου για να οδηγήσω μέχρι το Δυτικό Βερολίνο για πρώτη φορά», θυμάται ο συγγραφέας, «διασχίζοντας τη γέφυρα Γκλιένικε, όπου γίνονταν οι ανταλλαγές των κατασκόπων την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου». Τον ρωτάω για τις πρώτες του εικόνες από τη Δύση εκείνες τις τελευταίες μέρες του 1989. «Όλες οι νέες εντυπώσεις ήταν συναρπαστικές, προφανώς, αλλά θυμάμαι επίσης την ντροπή που ένιωσα για τους συμπατριώτες μου, έτσι όπως τους έβλεπα να περιμένουν σε μακριές ουρές για να πάρουν δωρεάν μπανάνες. Χωρίς καθόλου αξιοπρέπεια. Έτσι, σκόπιμα, εγώ δεν πήρα τα 100 γερμανικά μάρκα, τα αποκαλούμενα “χρήματα καλωσορίσματος” που κάθε Ανατολικός πολίτης έλαβε από τη Δυτική Γερμανία». Η αναφορά του στις μπανάνες δεν είναι τυχαία. Οι μπανάνες δεν αφθονούσαν στη ΛΔΓ (υπήρχαν, αλλά ήταν μάλλον σπάνιες), γεγονός που αποτέλεσε τη βάση για κάποια μάλλον άκομψα ανέκδοτα από την πλευρά των Δυτικών. Άλλωστε, η έλλειψη προϊόντων είναι μια συχνή, αλλά μάλλον επιφανειακή προσέγγιση του δυτικού αφηγήματος για τη ζωή στην Ανατολική Γερμανία. 

«Η πτώση του Τείχους ήταν η αρχή μιας νέας εποχής, γιατί σήμαινε το τέλος του Ανατολικού Μπλοκ και τη νίκη της Δύσης. Εγώ ολοκλήρωσα τη θητεία μου ενάμιση χρόνο νωρίτερα και αμέσως ξεκίνησε η καλύτερη περίοδος της ζωής μου [σ.σ. την περίοδο αυτή περιγράφει στο αμετάφραστο στα ελληνικά μυθιστόρημά του «The fabulous years of Anarchy»], αν και κράτησε μόνο τέσσερις μήνες, το πολύ μισό χρόνο. Το κράτος είχε χάσει την ισχύ του, ξαφνικά μπορούσες να κάνεις ό,τι ήθελες. Δημιουργήθηκαν ανεξάρτητες εφημερίδες, γκαλερί και καφέ, ιδρύθηκαν καινούργιες παρατάξεις», θυμάται ο Κούμπιτσεκ. «Είχαμε όλοι κυριευτεί από αισιοδοξία και όρεξη για ζωή. Δεν ήταν κάτι που είχα ζήσει μέχρι τότε και ούτε το έζησα ξανά στο εξής».

Μέσα στον γενικό ενθουσιασμό και στις απεριόριστες δυνατότητες που γέννησε το άνοιγμα των συνόρων, λίγοι έδωσαν σημασία στον ελέφαντα στο δωμάτιο, το μεγάλο ερώτημα που προέκυπτε μετά την πτώση του Τείχους: και τώρα, τι; Ένωση των δύο Γερμανιών; Και με ποιους όρους; Λίγες μέρες πριν από την πτώση και ενώ ήταν σαφές ότι το καθεστώς δεν θα αργούσε να καταρρεύσει, πάνω από μισό εκατομμύριο άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στην Αλεξάντερπλατς, διαμαρτυρόμενοι για τα κακώς κείμενα στη χώρα. Εκείνο το απόγευμα, η εμβληματική συγγραφέας Κρίστα Βολφ μίλησε στο πλήθος για την ανάγκη δημιουργίας ενός νέου κράτους. 

 


Ανατολικοί πολίτες σφραγίζουν τα διαβατήριά τους και περνούν στη Δυτική Γερμανία.© David Turnley / Corbis via Getty Images / Ideal Image 

 

Μια παράξενη ανάμνηση

Δεν υπήρχε κανένας Ανατολικός που να ήθελε να ζει πίσω από το Τείχος και με τις συγκεκριμένες συνθήκες ανελευθερίας, ωστόσο ήταν αρκετοί όσοι οραματίζονταν για την επόμενη μέρα τα θετικά στοιχεία που πρόσφερε η ζωή στη ΛΔΓ (ασφάλεια, μηδενική ανεργία κ.λπ.), φοβούνταν την ένωση και την αφομοίωση με τη Δυτική Γερμανία, αλλά και την υιοθέτηση ενός τόσο διαφορετικού τρόπου ζωής. Ένας από αυτούς ήταν και ο Κούμπιτσεκ, που οργανώθηκε σε μια μικρή παράταξη που υποστήριζε μια «κυριαρχική ΛΔΓ, σοσιαλιστική όσον αφορά την παραγωγή και την ιδιοκτησία, αλλά, σε αντίθεση με πριν, ελεύθερη και δημοκρατική». Στις πρώτες, όμως, και μοναδικές εκλογές στην ιστορία της Ανατολικής Γερμανίας, τον Μάρτιο του 1990, επικράτησε η παράταξη Alliance for Germany του Λόταρ ντε Μεζιέρ και η ένωση των δύο Γερμανιών δρομολογήθηκε με συνοπτικές διαδικασίες. «Ήταν ξεκάθαρο για μένα», μου λέει ο Κούμπιτσεκ, «ότι εκείνο το σύντομο όνειρο για μια “καλή” ΛΔΓ είχε τελειώσει. Τον Ιούλιο ήρθε το μάρκο, η ένωση ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο και εκείνοι οι λίγοι και γεμάτοι ελπίδα μήνες έγιναν απλώς μια παράξενη και μακρινή ανάμνηση».

Οι δύο Γερμανίες ενώθηκαν, λοιπόν, και οτιδήποτε άλλο ίσως απλώς να ήταν ένα ουτοπικό όνειρο, ωστόσο η αλήθεια είναι ότι η διαδικασία της επανένωσης δεν έχει επί της ουσίας ολοκληρωθεί μέχρι σήμερα – η Γερμανία είναι μια χώρα δύο ταχυτήτων. Σε μια φετινή έρευνα, ένας στους δύο πολίτες της πρώην ΛΔΓ προσδιόρισε τον εαυτό του πρώτα ως «Ανατολικογερμανό» και έπειτα ως «Γερμανό», ενώ ένας στους τρεις δήλωσε ότι νιώθει «πολίτης δεύτερης διαλογής», κάτι που εξηγείται εύκολα αν παρατηρήσει κανείς πόσο χαμηλότεροι είναι οι μισθοί σε σχέση με τις περιοχές της Δυτικής Γερμανίας. Το χειρότερο όμως είναι ότι δύο στους τρεις πρώην Ανατολικογερμανούς δεν πιστεύουν στη δύναμη της δημοκρατίας, εξ ου και η άνοδος της δημοφιλίας του ακροδεξιού κόμματος AfG (Alternative for Germany) – η Αριστερά, επίσης, είναι αισθητά πιο ισχυρή σε σχέση με τη Δύση. 

Τριάντα χρόνια μετά τις μέρες εκείνες του Νοεμβρίου του 1989, το Τείχος είναι πια μια τουριστική ατραξιόν· άνθρωποι από όλο τον κόσμο επισκέπτονται το Βερολίνο, φωτογραφίζονται από τη μία και την άλλη πλευρά και νιώθουν κάποιο δέος μπροστά στο μισογκρεμισμένο σύμβολο της ψυχροπολεμικής εποχής. Όχι ότι μας δίδαξε κάτι η ιστορία του. Σε όλο τον πλανήτη συνεχίζουν να υψώνονται τείχη που χωρίζουν τους ανθρώπους σε προνομιούχους και μη προνομιούχους, ανάλογα με το χρώμα του δέρματος, τη θρησκεία, την οικονομική κατάσταση. Η ελπίδα ότι η πτώση του Τείχους θα ήταν η αρχή μιας πιο όμορφης εποχής για τη Γερμανία, την Ευρώπη και τον κόσμο είναι σήμερα, όπως λέει και ο Κούμπιτσεκ, «μια παράξενη και μακρινή ανάμνηση». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ