Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Βασίλης Κικίλιας: Σόμπες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. «Μια χαρά θα τραγουδάει μέσα ο Αντώνης». Ο υπουργός Υγείας είναι αισιόδοξος για τη δαρβινική προσαρμοστικότητα του αντώνειου είδους. (Στην πίστα, ένας είναι ο Αντώνης.) Το είδος έμαθε να βγάζει φωνή μέσα στις αναθυμιάσεις των πούρων και στις ριπές των γαριφάλων. Θα κελαηδήσει τώρα και στον άκαπνο αέρα.

Η ανάγκη του Βασίλη Κικίλια να καθησυχάσει το ακροατήριο του «Αντώνη» επιβεβαιώνει την περιπέτεια του αντικαπνιστικού εγχειρήματος στην Ελλάδα. Αυτό που παντού στον κόσμο εφαρμόστηκε ως μια αναμφίλεκτη πολιτική δημόσιας υγείας, εδώ ξεχείλωσε πολιτικά και εκφυλίστηκε νομικά, στο όνομα μιας πολιτισμικής ιδιαιτερότητας. Στο όνομα του ελευθέριου βίου των Ελλήνων, που εκτός από το δικαίωμα στην αυτοδηλητηρίαση έχει κατοχυρώσει και το σύστοιχο δικαίωμα στον δηλητηριασμό των άλλων.

Ηδη από τον καιρό της αντιπολίτευσης, ο Μητσοτάκης είχε επιχειρήσει να αναζωογονήσει τη συζήτηση για τον αντικαπνιστικό νόμο. Το δοκίμασε όχι τόσο με τον διδακτισμό του κράτους-κηδεμόνα, που θέλει να προστατεύσει τους πολίτες από τον κακό εαυτό τους· το δοκίμασε, εγείροντας ζήτημα αξιοπιστίας της πολιτείας – στη λογική ότι ένας νόμος που μένει γράμμα ξεκάρφωτο απονομιμοποιεί και τους υπόλοιπους.

Ο υπουργός που καλείται τώρα να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της πολιτείας, περιμένει, όπως είπε, το «launch» για να εφαρμόσει πλήρως αυτό που η Βουλή ψήφισε. Η έναρξη ισχύος του νόμου δεν έχει έννομες συνέπειες, αν δεν λανσαριστεί σαν μέρος διαφημιστικής συγχορδίας. Ο νόμος γίνεται έτσι κάτι σαν πολιτική καμπάνια που διεκδικεί επικοινωνιακό γκλίτερ από κοσμικότητες. Είναι το «αλλού βαρούν τα όργανα κι αλλού χορεύει η νύφη» όχι πια σαν ατύχημα, αλλά σαν στρατηγική μάρκετινγκ.

Ο υπουργός δεν έρχεται, είπε, «να βιάσει την ελληνική κοινωνία». Γι’ αυτό θα επιδοτήσει τις θερμάστρες για τους καπνιστές του χειμώνα. Από τη σκοπιά της πολιτικής για τη δημόσια υγεία, η επιδότηση ενθαρρύνει τη συνήθεια που ο νόμος αποθαρρύνει. Είναι σαν να επιβραβεύουμε τους οδηγούς που βρίσκονται αρνητικοί σε αλκοτέστ με ένα Τζόνι στου Αντώνη.

Ο υπουργός υπόσχεται επίσης κίνητρο και για τους αστυνομικούς, εξαγγέλλοντας ότι το 20% των προστίμων θα διατίθεται υπέρ της ΕΛ.ΑΣ. Με όλα αυτά, δεν υπονομεύεται μόνον ο παιδαγωγικός –υγιεινιστικός– σκοπός του νόμου. Υπονομεύεται πρωτίστως η προσπάθεια της κυβέρνησης να τον εμφανίσει σαν ορόσημο «κανονικότητας».

Τι είναι κανονικό; Μήπως πιο κανονικό από την «κανονικότητα» είναι να εκλαμβάνεται ακόμη και η πιο τετριμμένη μεταρρύθμιση ως επείσακτο ήθος – «βιασμός» του λαού; Μήπως πρέπει να αποδεχθούμε ως κανονικό ότι τα θιγόμενα συμφέροντα πρέπει να επιδοτούνται –σε κάθε καφενείο ένα μέρισμα σόμπας– για να συμμορφώνονται; Μήπως είναι κανονικό μέχρι και οι ίδιοι οι λειτουργοί της πολιτείας να δελεάζονται προκειμένου να εφαρμόσουν τον νόμο;

«Βρέξε, ουρανέ, εγωισμό», ζητάει ο Αντώνης. Λαϊκισμό μόνο μη βρέξει. Μουλιάσαμε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ