ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ελλάδα - Κίνα: Δύο πολιτισμοί συνομιλούν για το χθες, το σήμερα, το αύριο

ΓΙΩΡΓΟΣ Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

Η επίσκεψη στην Ελλάδα του προέδρου της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, γίνεται σε μια συγκυρία όπου κυριαρχεί η αστάθεια σε διεθνές και περιφερειακό επίπεδο.

Είναι όμως και μια ιστορική στιγμή, όπου οι μεγάλες προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης απαιτούν διεθνή συνεργασία.

Πώς αλλιώς θα αντιμετωπισθούν φαινόμενα όπως αυτά της κλιματικής κρίσης, των μεταναστευτικών και προσφυγικών ρευμάτων, των τεράστιων ανισοτήτων και της υπερσυγκέντρωσης της εξουσίας, που ο παγκόσμιος καπιταλισμός έχει προκαλέσει στις κοινωνίες μας;

Δυστυχώς, αντί της αυτονόητης συνεργασίας σε έναν πολυπολικό πια κόσμο, ζούμε τον εμπορικό πόλεμο που ξεκίνησε ο πρόεδρος Τραμπ, την ολιγωρία σημαντικών χωρών να συμβάλουν με αποφασιστικές πολιτικές στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, μονομερείς αποφάσεις αποχώρησης χωρών από διεθνείς συμφωνίες, μεταξύ των οποίων για τα πυρηνικά όπλα και τη συμφωνία του Παρισιού για τη βιώσιμη ανάπτυξη. Πολλές ηγεσίες στοχοποιούν «εξιλαστήρια θύματα», όπως οι πρόσφυγες, προτείνοντας τείχη, αντί της αναζήτησης των πραγματικών αιτιών των προβλημάτων μας.

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να αυξάνεται η παγκόσμια ανισότητα σε πολλούς διαφορετικούς τομείς και, παράλληλα, λόγω της συγκέντρωσης του κεφαλαίου να ενδυναμώνονται παράγοντες που έχουν καθοριστικό ρόλο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, χωρίς πολιτική νομιμοποίηση, ενώ ζωτικά προβλήματα, όπως αυτό του κλίματος, παραμένουν χωρίς αποτελεσματικές λύσεις.

Μετά την πρόσφατη διεθνή οικονομική κρίση, είναι περισσότερο από ποτέ εμφανείς οι δυσκολίες δημιουργίας ενός σταθερού πολυπολικού συστήματος.

Η μετατροπή της σχέσης στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας σε σχέση στρατηγικού ανταγωνισμού και η προσέγγιση Κίνας - Ρωσίας δημιουργούν νέα δεδομένα.

Η Κίνα τα τελευταία χρόνια απέκτησε πολύ μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στις δυνατότητές της στον τομέα της οικονομίας και επένδυσε στην εξωστρέφεια μέσα και από τη μεγάλη πρωτοβουλία του Δρόμου του Μεταξιού.

Σε αυτό το κλίμα, και ο ΟΗΕ και η Ε.Ε. έχουν να διαδραματίσουν ένα ρόλο ιστορικό.

Ειδικότερα, η πρόκληση για την Ε.Ε. είναι να μετασχηματίσει τις μέχρι σήμερα σχέσεις της με την Κίνα σε μια νέα, στρατηγικού χαρακτήρα συνεργασία.

Η πρόταση - πρωτοβουλία της Κίνας για τον νέο Δρόμο του Μεταξιού, αντί να αντιμετωπίζεται με δισταγμό ή και φόβο από την Ευρώπη, θα μπορούσε υπό ορισμένες προϋποθέσεις να δημιουργήσει έδαφος για συμπράξεις που θα συνέβαλλαν σε μια δημιουργική σχέση Ανατολής και Δύσης.

Είναι σαφές ότι μια τέτοια συνεργασία πρέπει να εδράζεται σε κοινές αρχές και αξίες. Και αυτό δεν είναι πάντα εύκολο όταν συναντιούνται δύο διαφορετικά πολιτικά συστήματα και παραδόσεις. Ομως, αυτό είναι το διακύβευμα.

Μια κοινή στρατηγική συνεργασία πρέπει να ενσωματώνει αρχές και στόχους:

• Της εμπέδωσης ενός σταθερού πολυπολικού συστήματος βασισμένου στο διεθνές δίκαιο και στην ειρηνική συνύπαρξη και επίλυση διαφορών.

• Των ισότιμων κανόνων εμπορίου και ανταγωνισμού.

• Της διαφάνειας και βιωσιμότητας στις επενδύσεις Ε.Ε. - Κίνας, που θα μπορούσαν να γίνουν και από κοινού, σε περιοχές όπως η Αφρική, σε συνεργασία με την Αφρικανική Ενωση.

• Της ανοιχτότητας των οικονομιών, με παράλληλη υιοθέτηση όμως νομοθεσίας και ρυθμίσεων που θα καταπολεμούν τη συγκέντρωση του κεφαλαίου, που οξύνει την ανισότητα καθώς και τη φοροδιαφυγή των μεγάλων εταιρειών που βρίσκουν καταφύγιο σε φορολογικούς παραδείσους.

• Της βιωσιμότητας, δηλαδή της συνεχούς συνεργασίας στη μετάβαση σε μια παγκόσμια πράσινη οικονομία.

• Της συνεργασίας στις προηγμένες τεχνολογίες - ρομποτική, τεχνητή νοημοσύνη με τρόπο που να υπηρετούν και όχι να χειραγωγούν τους ανθρώπους, λαμβάνοντας υπόψη και τις επιπτώσεις τους στην απασχόληση.

Είναι μεγάλη η πρόκληση για την Ε.Ε., γιατί ανάλογα με το πώς θα κινηθεί και θα μετασχηματιστεί θα κατορθώσει –ή όχι– να αποκτήσει τη θέση που της αναλογεί στην παγκόσμια σκακιέρα, αλλά και να παίξει σημαίνοντα ρόλο στην ειρήνη και τη βιώσιμη ανάπτυξη παγκοσμίως.

Παρά τις υπαρκτές διαφορές Ε.Ε. - Κίνας, δεν υπάρχει στρατηγική αντιπαλότητα.

Χαρακτηριστικά, ο πρόεδρος Σι, σε μια ιστορική ομιλία του στο Νταβός, αναλύοντας το όραμά του, είπε: «Η προσέγγισή μας πρέπει να είναι η ανάπτυξη ενός μοντέλου ανοιχτής συνεργασίας όπου όλοι βγαίνουν κερδισμένοι. Σήμερα, η ανθρωπότητα είναι μια στενά συνδεδεμένη κοινότητα με κοινό μέλλον. Οι χώρες είναι αλληλοεξαρτώμενες και τα συμφέροντά τους συγκλίνουν. Ολα τα κράτη δικαιούνται να έχουν ανάπτυξη. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να βλέπουν τα συμφέροντά τους σε ένα ευρύτερο πλαίσιο και να αποφεύγουν να τα προωθούν εις βάρος των άλλων».

Και ασφαλώς, στην υλοποίηση του οράματος αυτού η Κίνα, μια χώρα με περίπου 1,5 δισεκατομμύριο κατοίκους, έχει να αντιμετωπίσει τις δικές της προκλήσεις. Εχοντας βιώσει ιστορικά τις συνέπειες της αποικιοκρατίας, να ενισχύσει τον παγκόσμιο ρόλο της χωρίς να παρεμβαίνει στα εσωτερικά των άλλων χωρών. Εχοντας ως προτεραιότητα την καταπολέμηση της φτώχειας και τη μείωση των ανισοτήτων, να αναπροσαρμόζει αποτελεσματικά το σύστημα ενός «σοσιαλισμού με κινεζικά χαρακτηριστικά».

Η αντιπάθεια στις αποικιοκρατικές αντιλήψεις, όπως και τα διδάγματα που δίνουν οι αρχαίοι πολιτισμοί, είναι δύο σημεία που δημιουργούν ένα πεδίο αλληλοκατανόησης και σεβασμού μεταξύ Ελλάδας και Κίνας. Γιατί είναι ευνόητο ότι με τα σημερινά δεδομένα δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν οι παγκόσμιες προκλήσεις χωρίς να κατανοήσουμε τις συνθέτες πλευρές της σύγχρονης Κίνας.

Ιστορικά, οι δύο λαοί μας οικοδόμησαν σχέσεις φιλίας και συνεργασίας, που έφεραν καρπούς. Δεν ξεχνούμε την αλληλεγγύη που έδειξε η Κίνα στην Ελλάδα την εποχή της οικονομικής κρίσης. Οπως και οι Κινέζοι δεν ξεχνούν τη βοήθεια της Ελλάδας όταν κατάφερε η κυβέρνησή μας, σε συνεργασία με τον εφοπλισμό και την Περιφέρεια Κρήτης, να επαναπατρίσει τους εγκλωβισμένους συμπολίτες τους στη Λιβύη, το 2011. Οποτε συναντώ Κινέζους ηγέτες μού επαναλαμβάνουν την ευγνωμοσύνη τους.

Σήμερα, Ελλάδα και Κίνα έχουν αναπτύξει σε βάθος τη συνεργασία τους στους τομείς της οικονομίας, του εμπορίου, του τουρισμού.

Η συνεργασία στο πλαίσιο του Δρόμου του Μεταξιού έχει σημαντικές προοπτικές και η επένδυση της Cosco στο λιμάνι του Πειραιά έχει καταγραφεί ως ένα από τα πιο επιτυχημένα παραδείγματα αυτής της πρωτοβουλίας.

Μερικοί φίλοι και σύμμαχοί μας δυσανασχετούν για τις κινεζικές επενδύσεις στον ευρωπαϊκό Νότο. Εχω και προσωπικά γίνει αποδέκτης σχετικών απόψεων, αλλά και αιτιάσεων. Οφείλουν όμως να κατανοήσουν τις συνέπειες της απουσίας δικών τους επενδυτικών προτάσεων σε μια περιοχή που προσπαθεί να βγει από μια επικίνδυνη και οδυνηρή κρίση.

Ευρώπη και Κίνα, παρά τις διαφορές τους, συγκλίνουν σε μια σειρά από σημαντικά θέματα. Ενα από αυτά είναι η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Η Ευρωπαϊκή Ενωση και η Κίνα έχουν συμφωνήσει να ενώσουν τις δυνάμεις τους σε ό,τι αφορά την υλοποίηση της συμφωνίας του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή και την προώθηση καθαρών πηγών ενέργειας.

Σε ένα καθοριστικό για την περιοχή μας γεωπολιτικό ζήτημα, αυτό των πυρηνικών αντιδραστήρων στο Ιράν, στηρίζουμε από κοινού τη συμφωνία που είχε επιτευχθεί προ ετών και για την οποία η Ε.Ε. διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο.

Η Ε.Ε. έχει αποφασίσει να ενδυναμώσει τη συνεργασία της με την Κίνα ώστε να υλοποιηθούν οι στόχοι και των τριών βασικών πυλώνων των Ηνωμένων Εθνών: Ανθρώπινα δικαιώματα, ειρήνη, ασφάλεια και ανάπτυξη.

Στο πλαίσιο αυτό, γίνεται μεγάλη προσπάθεια να επιλυθούν και κρίσιμα ζητήματα που αφορούν το εμπόριο και τις επενδύσεις, ιδιαίτερα στον τομέα της τεχνολογίας.

Για την Ελλάδα, λόγω των προκλήσεων που δημιουργεί η γεωπολιτική θέση της, η προώθηση της ειρήνης και της σταθερότητας σε ένα πολυμερές, ισορροπημένο παγκόσμιο σύστημα, είναι σημαντικός στόχος.

Η αμοιβαία επωφελής συνεργασία Ε.Ε. - Κίνας σε συγκεκριμένους τομείς ασφαλώς συμβάλλει σε αυτήν την κατεύθυνση.

Η επίσκεψη του προέδρου Σι Τζινπίνγκ αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία για την ανταλλαγή απόψεων γύρω από όλες αυτές τις κοινές προκλήσεις σε ένα φιλόξενο περιβάλλον αλληλοσεβασμού, που έχει πανάρχαιες ρίζες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ