REAL ESTATE

Με τη μεγαλύτερη αύξηση τιμών στα επαγγελματικά ακίνητα η Αθήνα

ΝΙΚΟΣ ΡΟΥΣΑΝΟΓΛΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Την ταχύτερη αύξηση των τιμών πώλησης, αλλά και των ενοικίων επαγγελματικών ακινήτων (κτίρια γραφείων, εμπορικά καταστήματα, logistics κτλ.), σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, αναμένεται να καταγράψει η Αθήνα κατά τη διάρκεια του 2020. Αυτό προκύπτει με βάση τις απαντήσεις ξένων και εγχώριων θεσμικών επενδυτών, στο πλαίσιο της τελευταίας ετήσιας έρευνας για τις προοπτικές της ευρωπαϊκής αγοράς ακινήτων, από την PwC, για λογαριασμό του Urban Land Institute. Η έρευνα κατατάσσει την Αθήνα στην πρώτη θέση, επί συνόλου 31 πόλεων, με την πρώτη πεντάδα να συμπληρώνεται, κατά σειράν, από τη Λισσαβώνα, το Βερολίνο, το Αμστερνταμ και το Μόναχο.

Σημαντικές προοπτικές

Σχολιάζοντας τα ευρήματα της φετινής έρευνας, ο κ. Τάσος Κοτζαναστάσης, πρόεδρος του ULI Ελλάδας και διευθύνων σύμβουλος της 8G Capital Partners, σημειώνει στην «Κ» ότι «οι βασικοί λόγοι που η Αθήνα κατατάσσεται πρώτη, φέρονται να είναι η σταθεροποίηση της οικονομίας, η μείωση του πολιτικού κινδύνου –μία από τις βασικότερες ανησυχίες των επενδυτών σήμερα παγκοσμίως– και η έλλειψη προσφοράς, καθώς οι νέες αναπτύξεις ήταν ελάχιστες τα προηγούμενα χρόνια». Σύμφωνα με την ανάλυση της φετινής έρευνας, οι επενδυτές εκτιμούν ότι ο τομέας των κτιρίων γραφείων προσφέρει σημαντικές προοπτικές, λόγω της μειωμένης διαθεσιμότητας ακινήτων σύγχρονων προδιαγραφών και της δεδομένης επιδείνωσης της ποιότητας του υφιστάμενου αποθέματος γραφείων, κατά τη διάρκεια των προηγούμενων ετών.

Ως εκ τούτου, οι αποδόσεις έχουν υποχωρήσει σε 7%, δείγμα της αύξησης των τιμών πώλησης, πλην όμως παραμένουν ακόμα 1,25% πάνω από το επίπεδο που είχε καταγραφεί πριν από την κρίση, κάτι που σημαίνει ότι υπάρχει ακόμη σημαντικό περιθώριο ανόδου των αξιών. Σύμφωνα με τους επενδυτές, η περιοχή του κέντρου της Αθήνας και τα βόρεια προάστια αναμένεται να πρωταγωνιστήσουν σε ό,τι αφορά την αύξηση των τιμών και των ενοικίων, ενώ ευκαιρίες για επένδυση είναι πιθανό να υπάρξουν και σε δευτερεύουσες αγορές γραφείων, δηλαδή σε σημεία χαμηλότερης προβολής και εμπορικότητας.

Σύμφωνα με τον κ. Κοτζαναστάση, «η προσδοκία ανατίμησης όμως, παρότι βασικός, είναι ένας μόνο παράγοντας που καθορίζει την επενδυτική στρατηγική. Οι επενδυτές δίνουν τεράστια σημασία στην πρακτική πλευρά της επένδυσης, π.χ. διαθεσιμότητα επενδυτικού προϊόντος, τη ρευστότητα στην έξοδο, δηλαδή το πόσο εύκολο είναι να πουληθεί ένα ακίνητο, αλλά και σε παράγοντες που θα καθορίσουν τις αποδόσεις μεσοπρόθεσμα – συνδεσιμότητα (ψηφιακή και συγκοινωνιακή) και το ρυθμιστικό πλαίσιο.

Στο πλαίσιο αυτό, η Αθήνα βρίσκεται φέτος στην 28η θέση αναφορικά με τις επενδυτικές προοπτικές της για το 2020, πάνω μόνο από το Οσλο, την Κωνσταντινούπολη και τη Μόσχα. Ωστόσο η χαμηλή αυτή θέση (ιδίως σε σχέση με τις αντίστοιχες έρευνες των προηγούμενων ετών) δεν οφείλεται σε κάποια επιδείνωση των δεδομένων (το αντίθετο μάλιστα), αλλά στην αλλαγή του τρόπου βαθμολόγησης και κατάταξης των πόλεων.

Μικρού μεγέθους αγορά

Οπως εξηγούν οι αναλυτές, αυτό έγινε προκειμένου να αποτυπώνεται όχι μόνο η άποψη των συμμετεχόντων, αλλά και πρόσθετοι παράγοντες, όπως για παράδειγμα η διαθέσιμη ρευστότητα της εκάστοτε αγοράς, το μέγεθός της και το πόσοι ξένοι θεσμικοί επενδυτές ενδιαφέρονται ενεργά με αυτήν (κάτι που προκύπτει με βάση τον αριθμό των απαντήσεων για μια πόλη). Ως εκ τούτου είναι άσκοπη κάθε σύγκριση της φετινής βαθμολογίας με την περυσινή, όταν η Αθήνα είχε βρεθεί στη 14η θέση. «Λόγω μικρού μεγέθους της αγοράς, η Αθήνα δύσκολα θα καταστεί στρατηγικός επενδυτικός προορισμός αλλά σαφώς μπορεί να προσελκύσει, σε σταθερή βάση, ξένους επενδυτές, οι οποίοι ενδιαφέρονται για μικρότερη κρίσιμη μάζα ακινήτων σε κάθε χώρα», καταλήγει ο κ. Κοτζαναστάσης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ