ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Η οικία Δέλτα στην Κηφισιά είναι ένα από αυτά τα κτίρια που ελπίζεις να βρίσκονταν στο κέντρο της πόλης για να τα επισκέπτεσαι συχνότερα. Για τη μορφή του –χαρακτηριστικό δείγμα της όψιμης νεοκλασικής αρχιτεκτονικής των αρχών του 20ού αιώνα και άψογα συντηρημένο– αλλά και για το «περιεχόμενο»· ένας ζωντανός θύλακος της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Το σπίτι όπου έζησε η Πηνελόπη Δέλτα –η οικογένεια εγκαταστάθηκε εδώ το 1916– στεγάζει από το 1994 τα Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη. Οσοι ασχολούνται με την ιστορική έρευνα γνωρίζουν τις συλλογές του: 1.400 αρχειακές ενότητες που επισκέπτονται περίπου 250-300 ερευνητές κάθε χρόνο. Και ένα παράδοξο: Το «Αρχείο Αγώνος» (1821-1832), ένα από τα πρώτα και σημαντικότατα αποκτήματα του τμήματος, παραμένει ανεξερεύνητο. Μαζί του και άλλα μικρότερα, όπως τα προσωπικά αρχεία αγωνιστών του ’21, η συλλογή φιλελληνικών εγγράφων, το αρχείο για την οθωνική περίοδο κ.ά.


Ανδρέας Μιαούλης (1769-1835), ναύαρχος της Ελληνικής Επανάστασης. Χαρακτικό του Balliard, 1829.

«Είναι ένα τεράστιο υλικό, που ουσιαστικά δεν έχει αγγίξει κανείς», σχολιάζει η ιστορικός Μαρία Δημητριάδου, υπεύθυνη Συλλογών Ιστορικού Αρχείου. «Ο Αντώνης Ε. Μπενάκης το απέκτησε κατά τη δεκαετία του 1930, και από το 1950 έως σήμερα το έχουν δει όλοι κι όλοι 40 επισκέπτες. Αρκετοί από αυτούς δεν ήταν καν ερευνητές που εργάζονταν στο πλαίσιο μιας ευρείας μελέτης. Ηταν τοπικοί ιστορικοί ή άνθρωποι που αναζητούσαν κυρίως κάποιο “αριστείο ανδρείας” που δόθηκε σε συγγενή τους – ένα είδος επαίνου που βεβαίωνε τη συμμετοχή στον Αγώνα. Αλλωστε, ευθύς εξαρχής η ιστορική αναζήτηση σχετικά με την Επανάσταση του 1821 πήρε έναν ιδιαίτερο, τοπικιστικό χαρακτήρα».


Αυτοκρατορικό φιρμάνι για την αδειοδότηση επισκευών χριστιανικών ναών στην Αγκυρα το 1793.

Και όμως, το υλικό που σχετίζεται με την Επανάσταση του 1821 είναι πλούσιο, αποκτήθηκε με κόπο και με υψηλό οικονομικό τίμημα από τον Αντώνη Μπενάκη. Κινούμενος στη λογική της διάσωσης και της διατήρησης σε έναν οργανισμό-μουσείο, κειμένων, τεκμηρίων και μαρτυριών που σχετίζονται με τη δημιουργία και την πορεία του νεότερου ελληνικού κράτους, συνεργάστηκε με ειδικούς σε θέματα αρχείων, καθώς και με λόγιους, όπως ο Ιωάννης Βλαχογιάννης, ο οποίος υπήρξε σύμβουλός του και πρώτος διευθυντής των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ).


«Εφοδιαστικό» έγγραφο μυήσεως μελών στη Φιλική Εταιρεία, γραμμένο σε κώδικα.

«Στα τέλη του 19ου αιώνα έγινε μια μεγάλη εκκαθάριση από τεκμήρια και έγγραφα των υπουργείων, τα οποία κατέληξαν στην αγορά για χαρτί περιτυλίγματος», λέει ο ιστορικός Τάσος Σακελλαρόπουλος, υπεύθυνος των Ιστορικών Αρχείων του Μουσείου Μπενάκη. «Ο Βλαχογιάννης τα αγόραζε από εκεί χονδρικά και μετά τα ταξινομούσε. Ο,τι δεν μπορούσε να αποκτήσει εκείνος για τα ΓΑΚ, μέσω ενός παλαιοπώλη, τα έπαιρνε ο Μπενάκης. Ο στόχος του ήταν πατριωτικός και παιδαγωγικός. Η συλλογή και το μουσείο ήταν ο τρόπος με τον οποίο εκείνος προσπάθησε να θεραπεύσει το εθνικό “τραύμα” του τέλους της Μεγάλης Ιδέας».


Σουλτανικός τουράς από φιρμάνι του Σελίμ Γ΄(1789-1807). Ενα από τα σπάνια έγραφα του Αρχείου.

Οταν μαθεύτηκε το ενδιαφέρον για την απόκτηση εγγράφων που έως τότε ήταν καταδικασμένα να γίνουν χαρτομάζα, οι παλαιοπώλες άρχισαν να πουλούν ακριβά. «Το “Αρχείο Αγώνος” αγοράστηκε το 1938 από τον παλαιοπώλη Γεώργιο Λαδά για 120.000 δραχμές και περιελάμβανε περίπου 5.500 έγγραφα για την Επανάσταση και μια μικρή σειρά φιλελληνικών εγγράφων», αναφέρει η Μαρία Δημητριάδου. «Το ποσό για την εποχή ήταν τεράστιο, ανάλογο με την αξία μιας μεγάλης βυζαντινής εικόνας. Ωστόσο, κατά τη δεκαετία του ’30 και μέχρι και τη δεκαετία του ’40 οι οικογένειες των αγωνιστών δώρισαν τα δικά τους αρχεία στο Μουσείο Μπενάκη, όπως έκανε για παράδειγμα η οικογένεια Μαυρομιχάλη. Ετσι τα προσωπικά κειμήλια έγιναν δημόσιο κτήμα».

Τα εμπόδια

Γιατί, λοιπόν, αυτό το ιστορικό αρχείο παραμένει ανεκμετάλλευτο; Για ποιο λόγο σήμερα, μόλις ενάμιση χρόνο πριν από τους εξαγγελλόμενους πανηγυρικούς εορτασμούς για τη συμπλήρωση δύο αιώνων από την κήρυξη της Επανάστασης του ’21, εξακολουθούν να είναι ελάχιστοι οι επιστημονικοί ερευνητές που το μελετούν;


Το πλοίο «Αχιλλέας» θα πλεύσει για την «Ελευθερία και Ανεξαρτησία του ελληνικού Εθνους», Yδρα, 1821.

«Προϋπόθεση για να μελετήσει κάποιος το “Αρχείο Αγώνος” είναι να μπορεί να διαβάσει τα έγγραφα. Ομως, οι φοιτητές δεν διδάσκονται παλαιογραφία στο πανεπιστήμιο, και αυτό εμποδίζει την πρόσβασή τους στις πηγές», σχολιάζει ο Τάσος Σακελλαρόπουλος. «Επιπλέον, υπάρχει το εθνικό μας ταμπού για το περιεχόμενο αυτής της επανάστασης. Πώς την ορίζουμε; Ηταν χριστιανική; Πατριωτική; Εθνικιστική; Λαϊκή; Πρέπει ουσιαστικά να την ξαναδούμε χωρίς τα ιδεολογήματα που της φορτώθηκαν μετά το 1940, και την καταστροφική χρήση που της έκανε η δικτατορία. Αν εξαιρέσουμε την εξαιρετική δουλειά του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών πάνω σε αυτήν την περίοδο, τα διδακτορικά των ελληνικών  πανεπιστημίων εξακολουθούν να ασχολούνται με την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Η Επανάσταση, ο Οθωνας, οι φιλέλληνες είναι θέματα που προσφέρονται ακόμη για έρευνα».


Ομέρ Βρυώνης, Αλβανός - οθωμανός πασάς. Χαρακτικό από πίνακα του Μπότζι.

«Η επετειακή συγκυρία δίνει την ευκαιρία σε ακαδημαϊκό επίπεδο να στραφούμε λίγο προς τα πίσω και να αντιμετωπίσουμε την Ιστορία μας από την αρχή. Μακριά από τη στείρα εξιστόρηση των σχολικών βιβλίων», συμπληρώνει η Μαρία Δημητριάδου. «Δεν ήταν μόνον ηρωική η επανάσταση, δεν ήταν ο Οθωνας μόνον ένας αδύναμος Βαυαρός βασιλιάς, δεν ήταν ο Καποδίστριας μόνον ο πολιτικός που συγκρότησε το κράτος. Το παρελθόν πρέπει να μελετηθεί και να γίνει συνολικά σεβαστό, μαζί με τα “αποσιωπημένα” κομμάτια του, αν θέλουμε να προχωρήσουμε μπροστά».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ