Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Ο τροχός του τείχους

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σαν σήμερα πριν από τριάντα χρόνια, ανταποκριτής στο γραφείο του πρακτορείου Associated Press στην Αθήνα, άκουσα από το δωμάτιο που λειτουργούσαν τα τηλέτυπα το κουδούνι που σήμανε FLASH, σημαντικότατη είδηση. Η Ανατολική Γερμανία είχε αρχίσει να γκρεμίζει το Τείχος του Βερολίνου, έγραφε το γραφείου του Βερολίνου. Ηταν η στιγμή που όλοι γνωρίζαμε ότι ο κόσμος άλλαζε, ότι τίποτα δεν θα ήταν όπως πριν. Αντίστοιχη στιγμή ήταν όταν, 12 χρόνια αργότερα, και το δεύτερο αεροσκάφος υπό τον έλεγχο τρομοκρατών της Αλ Κάιντα εμβόλιζε τον δεύτερο από τους Δίδυμους Πύργους στη Νέα Υόρκη.

Η πτώση του Τείχους τον Νοέμβριο του 1989 ήταν ένα αισιόδοξο άλμα, μας επέτρεπε να ελπίσουμε ότι η ανθρωπότητα θα μπορούσε να αφήσει πίσω τους τεχνητούς διαχωρισμούς και να επιδιώξει την πρόοδο και την ευημερία όλων. Η πτώση των Πύργων ήταν η απόδειξη ότι ο θρίαμβος του καπιταλισμού και της φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν ήταν η πανάκεια που αναμέναμε, ότι υπήρχαν σκοτεινές γωνιές της Γης όπου το μίσος και η βία ξεχείλιζαν – τόσο που μπορούσαν να κλονίσουν τη μοναδική υπερδύναμη. Περιμέναμε ότι η εκδίκηση των ΗΠΑ θα ήταν τάχιστη και ολοκληρωτική, ότι οι επιπτώσεις θα άγγιζαν τον καθένα μας. Οπως και συνέβη: από τις ουρές στους ελέγχους ασφαλείας στα αεροδρόμια έως την παρακολούθηση των πάντων μέσω τεχνολογίας.

Αυτό που ίσως ουδείς περίμενε το 1989 ήταν ότι, πολύ γρήγορα, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και η εξάπλωση της παγκόσμιας αγοράς θα οδηγούσαν σε μια έντονη διάθεση για επιστροφή στα τείχη. Σήμερα είναι χρήσιμο να θυμόμαστε ότι το Τείχος είναι παρελθόν για δύο χρόνια περισσότερα απ’ όσα υπήρχε – από το 1961 έως το 1989. Οσο στεκόταν, έμοιαζε ότι θα ήταν εκεί για πάντα, διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε δύο κόσμους. Οταν έπεσε, η πτώση έμοιαζε και ξαφνική αλλά και νομοτελειακή, σαν να μην υπήρχε ποτέ η προοπτική να αντέξει τον πόθο των λαών για ελευθερία και ειρήνη. Δεν είχαμε καταλάβει ότι το Τείχος ήταν καταδικασμένο επειδή δεν προσπαθούσαμε να καταλάβουμε.

Με τον ίδιο τρόπο, μέσα στα 30 χρόνια που πέρασαν, δεν προσέξαμε ότι πολλοί ελεύθεροι πολίτες άρχισαν να αισθάνονται ότι η ελευθερία των άλλων παραβίαζε τη δική τους, ότι αυτό απειλούσε τη δική τους ταυτότητα, ότι η παγκόσμια αγορά τούς στερούσε ευκαιρίες.

Οταν οι περισσότερες χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ εντάχθηκαν στην Ε.Ε. το 2004 και το 2007, οι Ευρωπαίοι ηγέτες τότε (όπως και τώρα) χαιρέτισαν το γεγονός ως αμετάκλητο βήμα προς την ενότητα, την ελευθερία και τη δημοκρατία.

Ομως, όταν δεν επαληθεύτηκαν όλες οι προσδοκίες, όταν ήρθαν δύσκολες οικονομικές συγκυρίες και όταν άρχισε η μαζική μετανάστευση, η αντίδραση, καθώς και το αίσθημα αδικίας που συσσωρευόταν και μέσα στις πιο προνομιούχες κοινωνίες, δεν αξιολογήθηκε επαρκώς.

Οι περισσότεροι το διαπιστώσαμε με το Brexit, με την εκλογή Τραμπ, με την άνοδο κινημάτων της ακραίας Δεξιάς σε πολλές χώρες.

Δεν είχαμε παρατηρήσει ότι η δημοκρατία και τα φθηνότερα προϊόντα που εξασφάλιζε η παγκόσμια αγορά είχαν και τη σκοτεινή τους πλευρά: οι πολίτες μπορούσαν να εκφράσουν δυναμικά τη δυσαρέσκειά τους εναντίον της ίδιας της δημοκρατίας, πιστεύοντας ότι τους αγνοούσε εις όφελος άλλων, είτε αυτοί ήταν πλούσιοι είτε φτωχοί (και ποιοι πιο φτωχοί από τους μετανάστες;).

Η τραγική ειρωνεία είναι ότι αυτή η δυσαρέσκεια κάνει τους λαούς ευάλωτους στη σαγήνη ηγετών που, ενώ τους κολακεύουν, τους στερούν δικαιώματα. Οι πατριδοκάπηλοι βασίζονται στην υπονόμευση της ελευθερίας της σκέψης, της έκφρασης, της ελευθερίας να δεις το δίκιο και της άλλης πλευράς.

Τα πρώιμα παραδείγματα των Ορμπαν και Ερντογάν όφειλαν να μας ανοίξουν τα μάτια στην ευκαιρία που είχαν αυταρχικοί ηγέτες να καθιερωθούν μέσω εκλογών και μετά να χειραγωγήσουν τους θεσμούς προς όφελος των ιδίων και των φίλων τους, εις βάρος του λαού. Τα τείχη που στήθηκαν όταν άρχισε η μαζική μετανάστευση ήταν απλώς η πιο «απτή» εκδοχή της νέας διάθεσης για την οχύρωση του έθνους, της ομάδας, του ατόμου εναντίον νέων απειλών – πραγματικών ή τεχνητών.

Για την Ελλάδα, η πτώση του Τείχους σήμανε και την αρχή του τέλους της εθνικής μας ιδιαιτερότητας: σε λίγα χρόνια δεν ήμασταν πια η μόνη χώρα της περιοχής που ήταν μέλος και του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. Επρεπε να πορευτούμε σε έναν κόσμο με λιγότερη προστασία – έναν κόσμο με πολλές προοπτικές αλλά και με πολλούς κινδύνους.

Το αποτέλεσμα της αποτυχίας μας προσπαθούμε να διαχειριστούμε σήμερα. Πέρα από τα ιδιαίτερα προβλήματά μας, όμως, όπως όλες οι άλλες χώρες πρέπει να αντιμετωπίσουμε και παγκόσμια φαινόμενα, όπως οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, η μαζική μετανάστευση, η κυριαρχία λίγων τεχνολογικών κολοσσών, το διεθνές έγκλημα.

Ο γρίφος που πρέπει να λύσουμε είναι ότι ενώ η πτώση των τειχών μάς έκανε πιο ευάλωτους, μόνο η συνεργασία, χωρίς τείχη, μπορεί να μας προστατέψει. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ