Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

«Γκερίλα, φτώχεια και φιλότιμο»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Το 60ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ολοκληρώνεται απόψε το βράδυ. Είχε κι αυτό όπως και τα προηγούμενα, αν και επαυξημένα, λόγω επετείου, πολλές ταινίες, συναντήσεις, εκθέσεις, εκδηλώσεις, πάρτι, δεκάδες χιλιάδες θεατές, ουρές, γεμάτες αίθουσες, δύσκολο καιρό –για όποιον δεν αγαπάει την υγρασία...–, εκατοντάδες σέλφι, καφέδες, ποτά, τρέξιμο και πίεση χρόνου... Για κάτι όμως που θα θυμόμαστε επιπλέον τα 60ά γενέθλιά του, δεν είναι μόνο ο 73χρονος ξεχωριστός και συναρπαστικός Τζον Γουότερς, ο «Πάπας του trash», στη σκηνή του Ολύμπιον ως stand up comedian να αποδίδει τη δική του εκδοχή του «This filthy world»· είναι, κυρίως, για τη διασταύρωση διαφορετικών γενιών του ελληνικού κινηματογράφου. Παλαιότεροι, νεότεροι και πολύ νέοι δημιουργοί σε ένα αμάλγαμα ζωντανό και διαρκώς ακμαίο. Αναμείχθηκαν βλέμματα και αντιλήψεις, επιθυμίες και προοπτικές, δηλώνοντας πως, ναι, το ελληνικό σινεμά έχει συνέχεια. Μια θεματολογία που μοιάζει παρωχημένη μπορεί να επιστρέψει με διαφορετική προσέγγιση, η επιρροή δεν διακόπτεται, τα ίχνη δεν καταστρέφονται. Αισιόδοξο.

Εκείνο όμως που είχε καταλυτική παρουσία στην ελληνική κινηματογραφική πραγματικότητα ήταν η νέα πρωτοβουλία του φεστιβάλ, «Meet the future» (σε συνεργασία με το Ιδρυμα Ωνάση). Φέτος παρουσιάστηκαν 15 σκηνοθέτες ταινιών μικρού μήκους, διακεκριμένοι ήδη με βραβεία και συμμετοχές σε διεθνείς διοργανώσεις. Σε ένα σύντομο βιντεάκι, αναρτημένο στα social media του φεστιβάλ, μιλούν και οι 15 για το πώς βλέπουν το ελληνικό σινεμά και το δικό τους μέλλον. Σύντομα, περιεκτικά, με χιούμορ, χωρίς σοβαροφάνεια. Αλλες γενιές, με διαφορετικές δεξιότητες. Πολίτες του κόσμου, δεν έχουν τίποτα βαρύγδουπο ούτε στο ύφος ούτε στη θεματολογία («βαρύ», όπως θάνατοι και αποχωρισμοί, μπορεί, βαρύγδουπο, όμως, όχι), ζουν ή κινούνται για διαστήματα στο εξωτερικό, αλλά η Ελλάδα είναι ο τόπος όπου θέλουν να γυρίζουν τις ταινίες τους και «οι αίθουσες να μην είναι άδειες». Κάποιος αναζητεί «περισσότερο συναίσθημα και ουσία», κάποιος άλλος «να μπορεί να ζει με αξιοπρέπεια κάνοντας σινεμά». Στο ερώτημα «τι είναι το ελληνικό σινεμά», ένας απαντάει «τρεις γυναίκες: Στέλλα, Στεφανία, Ευδοκία», άλλοι: «Κουτσές, ασυνεχείς καριέρες», «μια μέρα φως, μια μέρα σκοτάδι», «γκερίλα, φτώχεια και φιλότιμο», «υπομονή, αναμονή, αναμονή, αναμονή...», «το σινεμά που μάθαμε να κάνουμε μόνοι μας».

Ολες οι αντιδράσεις δηλώνουν τα προβλήματα, αλλά, με έναν τρόπο, και τη λύση τους. Δεν μεμψιμοιρούν, δεν καταγγέλλουν. Ο,τι ήταν ψωμοτύρι για προηγούμενες γενιές –το καλούσαν και οι αποκλειστικά κρατικοδίαιτες εποχές, βέβαια– για τους νέους αυτούς κινηματογραφιστές μεταξύ 25 και 30 συν-πλην, είναι μια συνθήκη που οφείλουν να αντιμετωπίσουν με τα μέσα του ο καθένας. Αξίζει τον κόπο να αναφέρουμε τα ονόματά τους, έστω και αν φτιαχτεί ένας μικρός κατάλογος που για πολλούς αναγνώστες δεν σημαίνει κάτι αναγνώρισιμο, προς το παρόν: Αρτεμις Αναστασιάδου, Μυρσίνη Αριστείδου, Σοφία Γεωργοβασίλη, Εμμα Δοξιάδη, Νεριτάν Ζιντζιρία, Βασίλης Κεκάτος, Ευθύμης Kossemund Σανίδης, Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη, Στέλλα Κυριακοπούλου, Νίκος Κυρίτσης, Ζακλίν Λέντζου, Βαγγέλης Λυμπερόπουλος, Χρήστος Μασσαλάς, Λουκιανός Μοσχονάς, Θανάσης Νεοφώτιστος.

Είδα ορισμένες από τις μικρού μήκους ταινίες τους, αρκετοί από τους «υπογράφοντες» είναι ήδη «ονόματα» στην ευρύτερη κινηματογραφική οικογένεια, όλοι σχεδόν ετοιμάζουν την επόμενη δουλειά τους, κάποιοι και μεγάλου μήκους. Δεν θα ξεχωρίσω βιαστικά αυτούς, αρκετούς, που με συγκίνησαν με τον παλμό, την ονειροφαντασία ή αγωνία τους. Το πώς μια γυναικεία πλάτη (δεν βλέπουμε ποτέ το πρόσωπο) που διασχίζει την Πατησίων για 13 λεπτά, μιλώντας με άγχος στο τηλέφωνο, μπορεί να αποδώσει με τόση ένταση τον εγκλωβισμό μιας πολύ νέας γυναίκας και μητέρας, που τρέχει να προλάβει μια οντισιόν. Ή πώς ένα κτίριο μπορεί να κινείται τη νύχτα, να έχει τη δική του ζωή καταργώντας, για τους λιγοστούς ενοίκους του, τις παραδοσιακές έννοιες της ασφάλειας και της καταφυγής/διαφυγής. Και οι 15 δημιουργοί συνθέτουν ένα κινηματογραφικό παρόν με τόλμη και διάθεση να δοκιμάσουν τα όριά τους, όπως και τα όρια της τέχνης τους. Εχουν αποδείξει ότι μπορούν να χειρίζονται τον χρόνο με οικονομία, ξέρουν ότι για λίγα, έστω, λεπτά μπορούν να δώσουν στην πραγματικότητα το σχήμα που επιθυμούν. Και αυτό είναι ήδη πολύ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ