ΠΟΛΗ

Οι αστοί του 1900 και τα μπαχάρια της Ινδίας στην οδό Κουμουνδούρου

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Στην οδό Κουμουνδούρου 6, κοντά στην Ομόνοια, ένας από τους ερειπωμένους βωμούς της αστικής ζωής. ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Περπατάς βυθισμένος στις σκέψεις σου και το χάσμα από μια κατεδάφιση προβάλλεται αίφνης σαν κρατήρας. Ημουν στην οδό Κουμουνδούρου και βάδιζα προς την Πειραιώς, με τα ίχνη όσων είχα ήδη προσπεράσει να σχηματίζουν χάρτη στο μυαλό μου. Μονολογούσα, πως αυτό το παράδοξο συνταίριασμα της Αθήνας του 1900 με τα πρόσωπα από την Ασία που προσπερνούσα, μαζί με τα μαγαζιά αυτής της αθηναϊκής παροικίας, με κρατούσε σε μια σταθερή συνειρμική σήραγγα. Από το Εθνικό Θέατρο πέρασα απέναντι, μπήκα για λίγο στον Αγιο Κωνσταντίνο και από εκεί χάθηκα στην πυκνή ζωή της Κουμουνδούρου. 
 
Εφερα συνηχήσεις από οικογενειακές διηγήσεις για τη Ζήνωνος και τα παλιά μαγαζιά, για τα πρόσωπα πίσω από ταμεία και γκισέ, πρόσωπα σε περίπτερα και μπαλκόνια, μορφές που μεταφέρθηκαν από αφήγηση σε αφήγηση, και εξαϋλώθηκαν ή ανασυστάθηκαν ως ήρωες, πλέον, προσωπικής μυθοπλασίας. Και εκεί που, αιφνιδιασμένος κι εγώ ο ίδιος, μηρύκαζα τον συνειρμό από τη θολή μορφή ενός μαγαζάτορα κοντά στο Εθνικό, έτσι όπως μου είχε μεταφερθεί από ένα περιστατικό του 1939, αναρωτιόμουν ποια ήταν η δύναμη της σκέψης που ζωγράφιζε στο μυαλό τη μορφή εκείνη, τη θαμμένη πριν από πόσες δεκαετίες άραγε... 
 
Σκόνταφτα, καθώς περπατούσα, σε προσόψεις παλαιικών πολυκατοικιών, χτισμένων προπολεμικά, με καταφύγια που μάζευαν τη γειτονιά στην Κατοχή. Προσπερνούσα τις γηρασμένες εισόδους πολυώροφων κατασκευών του 1957 και του 1963, με αυτοκόλλητα στα κουδούνια, με Πακιστανούς κουρείς και ρωσικές επιγραφές. Περπατούσα, και ενώ είχα αφήσει πίσω μου τον τρούλο του Αγίου Κωνσταντίνου, τον έφερα εντός μου, σαν κειμήλιο ενός κόσμου σε απόσυρση. Ηταν ένας απλός περίπατος ανάμεσα σε δυνατές ομιλίες και κορναρίσματα, με υγρή φθινοπωρινή ζέστη και εκείνο το γκρίζο της Αθήνας που ξεχειλίζει από πεζοδρόμια και σκοτεινά περάσματα. Ηταν ένας κοσμικός εκκλησιασμός.
 
Κοντά στην αρχή της Κουμουνδούρου προς την οδό Αγησιλάου και την οδό Βούλγαρη, εκεί όπου ονόματα της πολιτικής ζωής του 19ου αιώνα στεφανώνουν τη ζωή όπως αναβλύζει σήμερα, υπάρχει αυτό το τρίστρατο, που παραδόξως διασώζει τους ήχους και τις σκιές της παλιάς ζωής. Εκεί, στην αρχή της Κουμουνδούρου είδα τον κρατήρα από μια παλιά κατεδάφιση. Αυτά τα χάσματα στην Αθήνα μού θύμιζαν τις άδειες κάμαρες που έβλεπα από χαραμάδες· ήταν σαν σπίτια ύστερα από εκταφή τριετίας. Αλλά εκεί γύρω, αναλογιζόμουν, πως πριν από πολλά πολλά χρόνια, κάποιοι Αθηναίοι έχτιζαν τα μικρά τους μέγαρα. Γι’ αυτό κοντοστάθηκα δίπλα στο κενό της κατεδάφισης, στην Κουμουνδούρου 6, για να δω το ετοιμόρροπο παλάτσο που έμοιαζε να είναι πλέον προϊόν ανασκαφής. 
 
Στη θέα του, και καθώς το βλέμμα σάρωνε τα ευγενή του διαδήματα, σκέφτηκα πόσο βαθιά αληθινή είναι η τροχιά των κύκλων του χρόνου στην πόλη, όταν σπίτια σαν αυτό που ατένιζα με βουβή περισυλλογή χτίζονταν ως μάρτυρες μιας ορισμένης μεγαλοαστικής εξωστρέφειας. Στις σελίδες των παλαιών χρονικογράφων της ζωής από το 1850 έως το 1910, υπάρχουν οι καταγραφές για τα παλατάκια, όπως έλεγαν, εκεί κάτω και γύρω από την Ομόνοια, προς την πλατεία Κουμουνδούρου, τη Δεληγιώργη, τη Βούλγαρη, τη Μενάνδρου και την Αγησιλάου.
 
Να, ένα τέτοιο παλατάκι έχει απομείνει στην Κουμουνδούρου 6 και μοιάζει βαριά τραυματισμένο και αλύπητα πληγωμένο από τον χρόνο. Αλλά μου έφερε τη γεύση της έκστασης των παλαιών περιηγητών μπροστά στα ερείπια των Αθηνών, του Μπάαλμπεκ και της Παλμύρας, τη θλιμμένη χαρά μπροστά στις ρωγμές της ύλης. Η λατρεία των ερειπίων μεγάλωνε εκείνη την ώρα, απλωνόταν σαν μελάνι, και έγλειφε τις πέτρες στα παλατάκια κοντά και γύρω από την Ομόνοια. 
Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη